
Είμαι η Έλι, και αυτές είναι οι ιστορίες μου
Είμαι η Έλι, και αυτές είναι οι ιστορίες μου...
Η Έλι είναι μια μαύρη γάτα, που ζει στην κουφάλα ενός λιόδεντρου μαζί με τη γιαγιά της την Αντιγόνη. Η Έλι έχει πάρει το όνομά της από το υπεραιωνόβιο αυτό δέντρο, που βρίσκεται στους πρόποδες του Παρθενώνα. Κυκλοφορεί στα σοκάκια της πλάκας, ταΐζεται από τα ταβερνεία της περιοχής, ανεβαίνει στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης όταν δεν έχει κόσμο. Εσείς, έχετε δει τον ήλιο να ανατέλλει, από το βράχο του Παρθενώνα; Η Έλι έχει πολλές ιστορίες να σας διηγηθεί, από τη δική της ζωή αλλά και από τις εφτά ζωές πολλών άλλων μαυρόγατων.

Κεφάλαιο Τρίτο –Η συμμορία των αδέσποτων γατιών-
«Ένας μαύρος, γρουσούζης γάτος», τον περιγέλασε ο γκρι ριγέ.
«Απολαμβάνεις το ψάρι σου;» τον ρώτησε ο λευκός γάτος που ο Λούτσιο πρόσεξε ένα μαύρο μπάλωμα στα αριστερά πλευρά.
«Είναι δικό μου το ψάρι», γρύλισε απειλητικά ο Λούτσιο, δεν είχε σκοπό να μοιραστεί το αποτέλεσμα του κόπου του με μια συμμορία γατιών. Στάθηκε μπροστά από το ψάρι, προσεκτικά. Αν και γνώριζε ότι δε θα κατάφερνε να τα βάλει με τρεις γάτους του δρόμου και να βγει αλώβητος από τη μάχη, ήταν θέμα αξιοπρέπειας, ανώτερο κι από επιβίωσης.
«Ούτε λίγο;» ρώτησε ο κοκκινοτρίχης.
«Μα μας παρεξήγησες», σχολίασε δήθεν έκπληκτος ο λευκός με το μαύρο μπάλωμα. «Εμείς δεν ήρθαμε να διεκδικήσουμε το ψάρι σου. Αναγνωρίζουμε τόσο τον κόπο όσο και το θάρρος σου. Το να βουτήξεις μέσα σε μια σακούλα και να το αρπάξεις, εκπληκτικό».
«Αν δεν ήρθατε γι' αυτό, αφήστε με ήσυχο να απολαύσω το γεύμα μου και πηγαίνετε στην ευχή της μαύρης γάτας».
«Το ότι δεν ήρθαμε να φάμε το γεύμα σου, δε σημαίνει ότι δε θα το φάμε».
«Πάψε Τζίντζερ», τον διέκοψε ο λευκός με το μαύρο μπάλωμα, που φαινόταν να είναι είτε ο αρχηγός είτε ο πιο φλύαρος. «Δε θέλουμε να τρομάξουμε τον φίλο μας, άλλωστε ήρθαμε να υποβάλλουμε τα σέβη μας».
«Γιατί;» ρώτησε δύσπιστα ο Λούτσιο, ρίχνοντας πλάγιες ματιές στο μισοφαγωμένο ψάρι.
«Μα για το θάρρος σου», είπε ο λευκός
«Την τόλμη σου», είπε ο Γκρι ριγέ
«Την ταχύτητά σου», πρόσθεσε ο Τζίντζερ
«Την προνοητικότητά σου» πρόσθεσε ο Λευκός.
«Την ευστροφία σου», είπε ακόμα ο Τζίντζερ.
«Για την τύχη σου», σχολίασε ο γκρι ριγέ. «Έχεις μεγάλη τύχη για μαύρος γάτος σε αυτή την πόλη».
«Αυτό είναι αλήθεια», συμφώνησε ο Λευκός.
«Υπέροχα, μου υποβάλατε τα σέβη σας, τώρα παρακαλώ να με αφήσετε στην ησυχία μου».
«Όχι ακόμα, μη βιάζεσαι! Εκτός από την εκτίμησή μας, θα θέλαμε να σου κάνουμε και μια πρόταση».
Ο Λούτσιο στένεψε τα γατίσια μάτια του και περίμενε.
«Φαίνεται ότι είσαι ένας μοναχικός γάτος», συνέχισε ο Λευκός, «δε θα ήθελες να ανήκεις σε μια οικογένεια».
«Προτιμώ τη solo καριέρα!»
«Γιατί δε γνώρισες τη χαρά της ομάδας».
«Δε μου αρέσουν οι συνεργασίες».
«Μη μας προσβάλεις», απάντησε αγριεμένος ο γκρι ριγέ.
«Μη βιάζεσαι να απορρίψεις τα οφέλη της μεγάλης οικογένειας της πόλης μας», τον συμβούλεψε πιο πράα ο λευκός, αλλά στο ηχόχρωμα της φωνής του διαφαινόταν η απειλή.
«Τα γνωρίζω και προτιμώ να μείνω έξω από αυτή», απάντησε ο Λούτσιο κι ετοιμαζόταν για τον καυγά, αποχαιρετώντας το γεύμα του νοερά. Μάλλον όσο είχε προλάβει θα ήταν και το τελευταίο του.
«Αυτή είναι η τελευταία σου κουβέντα;»
«Ναι», νιαούρισε αποφασιστικά ο Λούτσιο.
«Σεβαστή, πάμε άντρες», είπε στους άλλους γάτους και γύρισε, επιτρέποντας στον Λούτσιο να δει κι ένα κοκκινωπό μπάλωμα στα δεξιά πλευρά του.
«Θα τα ξαναπούμε», του είπε ο Τζίντζερ και ακούστηκε σαν απειλή.
«Ελπίζω πως όχι», γρύλισε ο Λούτσιο.
«Απόλαυσε το γεύμα σου», τον προέτρεψε ο ριγέ γκρίζος.
Μόλις έμεινε μόνος, ο Λούτσιο πήρε το ψάρι στο στόμα του κι έφυγε. Δεν ήταν πλέον ασφαλές το σημείο για να απολαύσει το γεύμα του. Γνώριζε πολύ καλά ότι ουδετερότητα στην πόλη τους δεν υπάρχει ή θα είσαι μαζί μας ή εναντίον μας, αυτό ήταν το ρητό της φαμίλιας. Ακόμη κι αν δεν το είχαν πει καθαρά, ο Λούτσιο ήξερε ότι είχε πει σε μπελάδες.

Κεφάλαιο Δεύτερο – Οργανωμένο έγκλημα
Θα ήταν τουλάχιστον ανοησία από μέρους μας, να ισχυριστούμε ότι οργανωμένο έγκλημα υπάρχει μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές. Έγκλημα υπάρχει παντού στον κόσμο, ακόμα και στις πιο ανεπτυγμένες και ευκατάστατες πόλεις. Απλά, όπου η φτώχια και η ανέχεια είναι ευδιάκριτες, το οργανωμένο έγκλημα δε χρειάζεται ούτε να κρυφτεί, ούτε να καλυφτεί. Κι αυτός είναι ο λόγος, που στις φτωχές περιοχές παίρνει τον ρόλο του ευεργέτη, αφού προσφέρει δουλειά και βάζει το φαγητό στο καθημερινό τραπέζι των οικογενειών.
Συχνά σε αυτές τις περιοχές όλοι σχεδόν έχουν κάποια σχέση με το έγκλημα, ακόμα κι αν απλά εργάζονται στα κτήματα ενός πάτερ φαμίλια.
Ο Λούτσιο είχε τα μάτια του ανοικτά, παρακολουθώντας το απέναντι ψαράδικο. Νοικοκυρές έμπαιναν και έβγαιναν από εκεί κουβαλώντας τσάντες. Είχε μεγάλη όρεξη για πελαγίσιο ψάρι, αρμυρισμένο από το θαλασσινό νερό. Στη σκέψη και μόνο ενός τόσο εξαίσιου και σπάνιου γεύματος, το στόμα του γέμιζε σάλια και το στομάχι του γουργούριζε. Ένας άντρας βγήκε από το ψαράδικο, το ένστικτο του Λούτσιο του τον υπέδειξε ως εύκολο στόχο, κι αν ένας γάτος δεν δείξει εμπιστοσύνη στο ένστικτό του τότε ποιος θα δείξει; Οι νοικοκυρές είναι πολύ προσεκτικές με τα ψώνια τους, όχι απλά δε θα τις έπειθε να του δώσουν ένα ψαράκι, με το που θα τις πλησίαζε θα τον στόλιζαν με βρισιές, ίσως κάποιες να επιχειρούσαν να τον κλωτσήσουν. Δεν είναι να τα βάζεις με τις γυναίκες σε αυτόν τον τόπο, ούτε καν να τις πλησιάζεις. Όμως κάποιοι άντρες είναι εντελώς διαφορετική περίπτωση. Ο νεαρός, απροσδιορίστου ηλικίας για τον Λούτσιο, προχώρησε και κρέμασε τη νάιλον τσάντα με τα ψάρια στη βέσπα του, μόνο που ο γνωστός που του μίλησε του απέσπασε την προσοχή και ο άντρας δεν πρόσεξε ότι το ένα χερούλι δεν είχε κρεμαστεί, αφήνοντας τα ψάρια σε κοινή θέα. Ο Λούτσιο που τόση ώρα είχε από κοντά τον άντρα, πλησίασε περισσότερο, όταν τον είδε αφοσιωμένο στη συζήτηση με τον φίλο του.
Από την τσάντα, για τα ρουθούνια του Λούτσιο μοσχομύριζε η ευωδιά του ψαριού. Το χωνί που είχε κάνει την εφημερίδα ο ψαροπώλης για να τα βάλει, δεν είχε φροντίσει να το κλείσει καλά. Το ότι ο νεαρός είχε περάσει μόνο το ένα χερούλι της τσάντας από το τιμόνι τη μηχανής, άφηνε στην ουσία τα ψάρια ακάλυπτα και έβαζε σε σκέψεις τον αδέσποτο, πεινασμένο γάτο. Κι έτσι όπως φαινόταν απορροφημένος από τη συζήτηση ήταν πρόκληση για τον Λούτσιο να επιχειρήσει να πηδήξει και να αρπάξει το ψάρι, που με τα κόκκινα, νεκρά μάτια του φαινόταν να τον προκαλεί.
Ο Λούτσιο είχε πλησιάσει αρκετά, ήταν μεγάλο ρίσκο να βουτήξει μέσα στη τσάντα. Η νάιλον σακούλα μπορεί να γινόταν ο λόγος να χάσει τη ζωή του, αν ο νεαρός αποφάσιζε να τον κλείσει εκεί μέσα για τιμωρία, θα πέθαινε από ασφυξία, ούτε ευχάριστος ούτε αξιοπρεπής θάνατος. Όταν ο νεαρός έδωσε το χέρι του στο φίλο του, δείγμα αποχαιρετισμού, ο Λούτσιο σκέφτηκε ή τώρα ή ποτέ, και δίνοντας ένα σάλτο, βρέθηκε στον αέρα, άρπαξε το ψάρι, ενώ η βέσπα από την αιφνιδιαστική επίθεση κουνήθηκε, αλλά ευτυχώς δεν έπεσε πριν ο Λούτσιο διαφύγει με το ψάρι στο στόμα, ενώ ο νεαρός πίσω του φώναζε βρισιές και κατάρες στον κλέφτη. Φτάνοντας σε ένα σοκάκι άφησε κάτω το ψάρι και χωρίς να περιμένει να πάρει μια ανάσα, έπεσε με τα μούτρα στο φαΐ.
«Φρέσκο;» άκουσε μια φωνή πίσω του να τον ρωτάει. Ο Λούτσιο γύρισε απότομα και βρέθηκε απέναντι σε τρεις γάτους. Έναν λευκό, έναν ριγέ γκρι κι έναν πορτοκαλί.

Κεφάλαιο Πρώτο – Λουτσιάνο-
Ένιωθε ότι είχε πεθάνει. Ο Λούτσιο ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα με τα πόδια του σε ετοιμότητα να βαρέσουν μπουνοκλωτσιά όποιον τολμούσε να τον πλησιάσει. Έτσι συμβαίνει με τους αλητόγατους του δρόμου, κοιμούνται πάντα με το ένα μάτι ανοιχτό, ειδικά σε σοκάκια της πόλης που το έγκλημα έχει το πάνω χέρι. Το δέντρο κάτω από το οποίο είχε αναζητήσει τη σκιά και τη δροσιά, εκείνο το καλοκαιριάτικο μεσημέρι του καύσωνα, ήταν γεμάτο πουλιά. Το κελάηδισμα τους ανακούφιζε λίγο το θολωμένο του μυαλό από την υπερβολική ζέστη. Αν και ομολογούσε ότι δεν καταλάβαινε για ποιο λόγο τα μικρά πουλάκια ήταν τόσο ενθουσιασμένα με τη ζέστη και τραγουδούσαν όλο χαρά. Τα πουλιά και τα τζιτζίκια. Μόνο αυτά χαίρονταν όταν οποιαδήποτε άλλο πλάσμα υπέφερε και παραμιλούσε από την καυτή ανάσα του ήλιου. Όπως και να είχε, ήταν ευχάριστη αίσθηση για τα αυτιά του να τα ακούει. Και ακόμα πιο ευχάριστη για τον ουρανίσκο του όταν τα γευόταν. Σκέφτηκε και γλείφτηκε από λαχτάρα, μέσα στο όνειρό του.
Το βράδυ, μόλις θα έπεφτε η δροσιά, ίσως να ανέβαινε στο δέντρο να πιάσει ένα δυο από αυτά για βραδινό, ίσως και τρία. Πάντα υπάρχουν τόσα πολλά από δαύτα, που κάποιο θα μείνει πίσω για να κελαηδεί και να χαρίσει στην ψυχή του την τέρψη! Με αυτές τις σκέψεις, τα όνειρά του γέμισαν με αηδονάκια γιαχνί και τζιτζίκια τηγανιτά, και το στόμα του με σάλιο.
Ο Λούτσιο, έδωσε δυο τρία άπερcat στον αέρα, με τα μπροστινά του πόδια πριν ξυπνήσει απότομα, αναζητώντας τον εχθρό του. «Μπα, όνειρο ήταν» σκέφτηκε καθώς χασμουριόταν και τέντωσε τα πόδια του, γυρίζοντάς για να σταθεί όρθιος. Ο ήλιος είχε πέσει, αλλά δε θα έλεγε ότι είχε δροσίσει κιόλας. Το στομάχι του γουργούρισε. Ώρα για φαγητό, αποφάνθηκε. Έριξε μια ματιά στο δέντρο. Άξιζε να σκαρφαλώσει για ένα μεζέ ή θα του έβγαζαν τα μάτια τα πουλάκια με τα ράμφη τους; Αν και τέτοια ώρα, με βεβαιότητα εκείνα θα ετοιμάζονταν να κοιμηθούν. Βασάνισε λίγο το μυαλό του. Τα πουλάκια στο δέντρο ήταν πολλά , δε θα έλειπαν αν δύο ή τρία μετατρέπονταν σε αηδονομπουκιές. Όμως, αν το δέντρο έπαυε να θεωρείται ασφαλές για κατοικία, δε θα είχε πλέον τα μεσημέρια να τον νανουρίζουν τα κελαηδίσματα τους. Καλύτερα να αναζητούσε αλλού την τροφή του. Πήγε και κάθισε στα σκαλιά, έξω από την πόρτα της καλής κυρίας που συχνά έδινε τροφή στις γάτες. Αν ήταν τυχερός όλο και κάποια ψαροκροκέτα θα τον τράταρε. Χασμουρήθηκε και τεντώθηκε, όμως η γυναίκα αργούσε να κάνει την εμφάνισή της και ο Λούτσιο πεινούσε. Νιαούρισε μια δυο, μπας και δεν τον είχε πάρει είδηση, αλλά μάταια, η γυναίκα παρέμενε πεισματικά κλεισμένη στο σπίτι της. Καλύτερα να φρόντιζε μόνος του για το φαγητό του. Επέστρεψε κάτω από το δέντρο και κοίταξε ψηλά, ανάμεσα στα κλαδιά, όμως τις φωλιές τις έκρυβαν τα πράσινα, πυκνά φύλλα.
Δεν του έμενε άλλη λύση, αν δεν ήθελε να περάσει τη βραδιά του νηστικός, έπρεπε να ανέβει στο δέντρο και να ξετρυπώσει τα πουλάκια, βάζοντάς τα στη χούφτα της πατούσας του. Δυο τρία πουλάκια, τι να σου κάνει το ωραίο τραγούδι, αν το στομάχι είναι άδειο. Και να θες να το ακούσεις, θα σε εμποδίζει ο ήχος από το γουργουρητό σου. Πρέπει πρώτα να καλύπτεις τις βασικές σου ανάγκες και έπειτα έρχεται η καλοπέραση και οι τέχνες που ευφραίνουν την ψυχή. Με αυτή τη σκέψη, έδωσε ένα σάλτο και βρέθηκε στο πρώτο κλαδί.

Πρελούδιο Γ' Μέρους
Και να που η Ελιά παίρνει ύψος και αλλάζει. Γίνεται για άλλη μια φορά ένας ψηλός πύργος.
Έξω υπάρχουν τάφροι, κροκόδειλοι καιροφυλαχτούν για κάποιον μεζέ που θα πεταχτεί σ' αυτούς για κέρασμα. Μπορούν να τον φάνε ελεύθερα.
Οι ανεπιθύμητοι καταλήγουν πάντα εκεί, τρομαγμένη τροφή των θηρίων.
Όμως εγώ είμαι η πυργοδέσποινα. Εδώ είναι το βασίλειό μου. Εδώ μέσα έχω κρυμμένους τους θησαυρούς μου, που τους μοιράζομαι μαζί σας. Εδώ είναι το βασίλειο των ιστοριών. Ποιος μεγαλύτερος θησαυρός από τις ιστορίες! Έχουν τόσες μαγικές δυνάμεις, κι όμως δεν μπορούν όλοι να τις δουν. Έχουν θολώσει από την πεζότητα.
Έχω ήδη αφήσει πίσω τις πόρτες του Γεράρδου και του Χαβιέ. Γνωρίζω όμως ότι οποιαδήποτε στιγμή μπορώ να ανοίξω τις πόρτες και να τους συναντήσω ξανά.
Οι ιστορίες είναι εκεί, δε φεύγουν, δε χάνονται. Κι αν εξατμιστούν γίνονται όνειρο, σύννεφο και ταξιδεύουν στον πελώριο ουρανό.
Γεια σας φίλοι μου, σας ευχαριστώ για τη συντροφιά που μου κρατήσατε. Θα έχω τις ιστορίες σας φυλαχτό στην καρδιά μου και όσα μου μάθατε. Προχωράω λίγο παρακάτω, η πατούσα μου τρέμει από τον νέο θησαυρό που θα θαμπώσει τα μάτια μου. Από το ταξίδι σε μια άλλη πατρίδα. Ανοίγω μια πόρτα στην τύχη, στη μέση του δωματίου υπάρχει ένα ψηλό δέντρο με χοντρό κορμό. Δε βλέπω όμως καμία γάτα εκεί τριγύρω. Όμως ακούγονται παντού κελαηδίσματα από πουλιά. Μελωδίες από πιάνο. Τζιτζίκια τερετίζουν. Το καλοκαίρι πλησιάζει. Ένα μαύρο σχήμα κινείται ανάμεσα στα κλαδιά. Μήπως είναι αυτός που αναζητώ;
Σε παρακαλώ, μη φας τα πουλάκια, το τραγούδι τους είναι τόσο όμορφο, κάνω μια παράκληση. Άραγε ο νέος μου φίλος μπορεί να με ακούσει;

Της Ελιάς η Κόρη
(Σωτήρης)
Ποτέ δεν έδινα ιδιαίτερη σημασία στα ζώα. Δεν ήμουν από αυτούς που τα κανακεύουν, αλλά εδώ να ξεκαθαρίσω ότι δεν ήμουν κι από αυτούς που τα ενοχλούσαν. Είμαστε συγκάτοικοι στον ίδιο πλανήτη, δε θεωρώ ότι στη φύση έχει ένας άνθρωπος περισσότερα δικαιώματα από μια γάτα ή ένα περιστέρι, κι ας λερώνουν τα τελευταία όπου πετούν κι όπου σταθούν. Έπιανα εγώ το χώρο μου κι αυτά τον δικό τους.
Όμως όταν εργάζεσαι σε ταβέρνα, οι μυρωδιές από τα φαγητά προσελκύουν όχι μόνο πεινασμένους τουρίστες και διαβάτες, αλλά και πλήθος αδέσποτων. Όταν περισσεύει φαγητό από το γεύμα των πελατών αντί να καταλήξει στους κάδους, ελκύοντας έντομα και τρωκτικά, καλύτερα να ταϊστεί στις γάτες. Ακόμη κι εγώ που δε θα σκύψω να τις χαϊδέψω ή να τις κανακέψω, όπως κάνει η συνάδελφός μου, που αρχίζει και τους μιλάει σαν να απευθύνεται σε μωρά, θεωρώ προτιμότερο να γεμίσω τα στομάχια αυτών των πλασμάτων με τους μεζέδες από το να πεταχτούν.
Στο μαγαζί που σερβίρω μαζεύονται λογιών πελατών καθώς και λογιών γατιών. Παρδαλές, λευκές, γκρίζες, κόκκινες, τιγρέ. Μα οι περισσότερες είναι μαύρες. Δεν ξέρω γιατί τόσος πληθυσμός μαύρων είναι άστεγες. Δεν καταλαβαίνω ως προς τι η αλλεργία στο μαύρο χρώμα. Εμένα είναι το αγαπημένο μου. Μαύρα ρούχα, μαύρα σεντόνια, γκρίζα σκούρα παπλωματοθήκη, μαύρα τετράγωνα πιάτα κ.ο.κ.. Άραγε οι μαύρες γάτες πέφτουν θύματα ρατσισμού ή θύματα προλήψεων; Ή μήπως το δεύτερο είναι απλώς συγκαλυμμένος ρατσισμός;
Ένα βράδυ λοιπόν κι ενώ στο διάλειμμά μου απολάμβανα την ανθυγιεινή και συνάμα ανακουφιστική επίδραση του καπνού, πρόσεξα δυο μάτια να είναι κολλημένα επάνω μου. Το ένα μάτι ήταν πράσινο και το άλλο μπλε, ενώ το ύφος του πλάσματος που με παρακολουθούσε ήταν πολύ σοβαρό. Έμεινα κι εγώ να κοιτάζω εκείνα τα μάτια, μιας και το υπόλοιπο πλάσμα ήταν καλά καμουφλαρισμένο στο σκοτάδι, κι αναρωτιόμουν τι ακριβώς να σκεφτόταν βλέποντας έναν κρεμανταλά να καπνίζει μόνος του στα σκοτεινά. Ούτε που με πλησίασε εκείνη την πρώτη νύχτα, κι ας τη φίλεψα τον καλύτερο μεζέ, τον οποίο φυσικά και δεν άφησε να πάει χαμένος.
Το επόμενο βράδυ είχα ρεπό. Το μεθεπόμενο όμως ήμουν παρών στο πόστο μου, χαμογελαστός και πρόθυμος να σερβίρω τους εκλεκτούς πελάτες μας. Στο διάλειμμα για τσιγαράκι εκεί και η γάτα να με κοιτάζει. Άραγε να μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις μου. Κάθε βράδυ ήταν εκεί λες και με περίμενε να κάνουμε παρέα το τσιγάρο μου, και κάθε φορά ερχόταν ελάχιστα πιο κοντά, ίσα ένα γατίσιο βήμα. Κέρδιζα την εμπιστοσύνη της άραγε ή σκόπευε να με εξημερώσει; Περάσαμε έτσι πάνω από μια εβδομάδα για να με πλησιάσει αρκετά και πάλι δε χαϊδεύτηκε επάνω μου, απλά κάθισε μπροστά στα πόδια μου. Εκείνη τη στιγμή ήξερα ότι έπρεπε να κάνω την πρώτη κίνηση και κατάλαβα ότι ήταν ένα θηλυκό γατί, και μάλιστα φαμ φατάλ. «Πόσο γυναίκα πια», της είπα και κάθισα ανακούρκουδα με το τσιγάρο περασμένο στα χείλη και χαϊδεύοντας τη γούνα της και με τα δύο χέρια, κάποιος μου είχε μαρτυρήσει ότι πολύ τους αρέσει να τις χαϊδεύουν κάτω από το λαιμό. Την επόμενη ήρθε μόνη της και τρίφτηκε στο παντελόνι μου, επισφραγίζοντας έτσι τη φιλία μας.
Όταν οι συνάδελφοι ξεκίνησαν με τον καιρό να τη φωνάζουν Η φιλενάδα του Σωτήρη, κατέληξα ότι έπρεπε να της δώσω ένα όνομα, αν και μέχρι τότε ποτέ δε με είχε απασχολήσει να δίνω ονόματα σε ζώα. Η φιλενάδα του Σωτήρη ακουγόταν παράξενο, επιπλέον αφαιρούσε κάτι από την προσωπικότητά της. Γνώριζα ότι ήταν ανόητο να πασχίζω να δώσω ένα όνομα σε μια γάτα, και μάλιστα αδέσποτη. Οι γάτες δεν ακούν και κυρίως δεν υπακούν στα ονόματά τους. Αν και κάπου είχα διαβάσει ότι τα αναγνωρίζουν και ξέρουν πότε κάποιος μιλάει γι' αυτές, να καταλαβαίνουν άραγε και τι λέμε! Κι ενώ την κοίταζα δίνοντας της ονόματα που δεν της ταίριαζαν, προσπαθώντας να καταλήξω σε κάποιο, ήρθε η στιγμή που μου είπε μόνη της το όνομά της. Εντάξει δεν μου το είπε ακριβώς, μάλλον μου το υπέδειξε. Ήταν απόγευμα που πήγαινα στη δουλειά για την απογευματινή βάρδια, όταν περνώντας μπροστά από μια ελιά, πήδηξε μέσα από μια κουφάλα η γάτα μου, τρομάζοντάς με έτσι όπως πετάχτηκε σαν σαΐτα.
Και ιδού, είχα στα πόδια μου μια Ελίτσα.
Και σαν επιβεβαίωση η γαλανοπρασινομάτα με πλησίασε, και μου νιαούρισε, ενώ χαϊδεύτηκε στα πόδια μου.

Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΑΔΕΣΠΟΤΩΝ...
...είναι γεμάτη ελευθερία, συντροφικότητα, ανεμελιά. Ποιος δε θα ήθελε να είναι ελεύθερος, αντί περιορισμένος σε τέσσερις τοίχους. Ποιος δε θα προτιμούσε τα καπρίτσια του καιρού από το να έχει δροσιά το καλοκαίρι και ζέστη το χειμώνα;
Ποιος δε θα απολάμβανε το βρώμικο νερό του δρόμου από το να πίνει φρέσκο νερό από το δικό του μπολάκι; Τους μεζέδες από τα φαγεία της περιοχής, που σε τρατάρουν τα γκαρσόνια και οι θαμώνες; Το να περπατάς ανάμεσα σε βιαστικά πόδια και να τρως από καμιά κλωτσιά, αντί χάδια, αγκαλιές και τριψίματα από χέρια που σε αγαπούν και σε φροντίζουν; Η ζωή των αδέσποτων είναι συναρπαστική, κάθε στιγμή και μια πρόκληση.
Μπορεί να συγκριθεί με ρώσικη ρουλέτα, όταν κάποιος σε καλεί χαμογελώντας. Μπορείς να τον εμπιστευτείς; Θα σε χαϊδέψει ή θα σε πνίξει; Είναι γεγονός ότι οι γάτες έχουμε ένστικτο, συνήθως αντιλαμβανόμαστε ποιος σκοπεύει να μας αρπάξει και να μας πνίξει ή να μας βασανίσει. Όμως υπάρχουν περιπτώσεις που η ανάγκη μας να αγαπηθούμε θα μας κάνει να αγνοήσουμε τον συναγερμό που μας προειδοποιεί ότι διατρέχουμε κίνδυνο. Όσο ανεξάρτητες κι αν είμαστε κι εμείς βάζουμε ψηλά την αγάπη.
Όταν είμαι λυπημένη, μετράω αυτούς που αγαπάω και η καρδιά μου γεμίζει αγαλλίαση. Αγαπώ τη γιαγιά μου την Αντιγόνη. Τον φίλο μου τον Λίνκολν, κι ας είναι σκύλος. Αγαπώ τη μητέρα μου τη χιονονιφάδα κι ας ξέρω ότι δε θα τη συναντήσω ξανά. Αγαπώ τα αδέλφια μου, που είχαν τόσο διαφορετική μοίρα από εμένα, κι εύχομαι να είναι καλά. Αγαπώ την αφεντικίνα του Λίνκολν, γιατί πάντα με χαϊδεύει και μου φέρνει να πιω γάλα, που τόσο μου αρέσει. Κι αγαπώ και τον νεαρό σερβιτόρο που πάντα μου δίνει τους πιο νόστιμους μεζέδες και που δεν ξέρω πώς αλλά έχει καταλάβει το όνομά μου και με φωνάζει Ελίτσα ή παιδί της Ελιάς. Σκέφτομαι να τον υιοθετήσω, αλλά θα είναι μια ελεύθερη και ανεξάρτητη υιοθεσία. Αυτός σπίτι του κι εγώ με τη γιαγιά μου την Αντιγόνη, να μαθαίνω για τα κατορθώματα και τις περιπέτειες των προγόνων μου.

ΟΜΟΡΦΟ ΧΑΟΣ
Ο μαύρος θηλυκός ιαγουάρος ξαπλωμένος πάνω σε ένα κλαδί παραφυλάει το θήραμα του. Το άλσος ήταν αρκετά πυκνό, ο ήλιος σχεδόν δεν καταφέρνει να διαπεράσει τα καταπράσινα φύλλα, που έχουν πάνω τους τη δροσιά της νύχτας. Είναι εύκολο για τον θηλυκό ιαγουάρο να παραμείνει κρυμμένος λόγω του χαμηλού φωτός. Στο άλσος βρίσκουν πολλά πλάσματα άσυλο, που για τον ιαγουάρο αποτελούν την τροφή του. Το μάτι σου μπορεί να μην το πιάνει, φαίνεται μικρόσωμος, μα είναι σβέλτος, θαρραλέος, δυνατός και έξυπνος. Χαρίσματα που είναι παραπάνω από απαραίτητα αν θέλει κάποιος να επιβιώσει και να είναι κυρίαρχος.
Η αποψίλωση των δασών από τη μία και το δέρμα τους που αποτέλεσε για δεκαετίες ακριβό αγαθό για κάποιους παλαβούς και δίχως ίχνος σεβασμού, ήθελαν να το αποκτήσουν, είχαν μετατρέψει τους ιαγουάρους σε είδος προς εξαφάνιση. Όμως εκείνοι κατάφεραν να μετατρέψουν το παιχνίδι και πλέον οι ιαγουάροι ανήκουν στα κυρίαρχα είδη. Αφού έφαγαν όλους τους ενοχλητικούς ανθρώπους, αν και κανείς δεν περίμενε ότι θα ήταν τόσοι πολλοί ώστε να έχουν φαΐ για δεκαετίες, ανθρώπους που έσπερναν τα δεινά και τη φρίκη σε ολόκληρο τον πλανήτη, επέτρεψαν στους υπόλοιπους να ζήσουν. Μία ήταν η απαίτησή τους, λογική και σύνεση, μα αποφάσισαν να προσθέσουν και τον σεβασμό, ύστερα από απαίτηση ενός γέρου ιαγουάρου. Αν δε σέβεσαι δεν υπάρχει ελπίδα για τίποτα και για κανέναν, είχε αποφανθεί το σοφό αιλουροειδές.
Πολλοί από το είδος του είχαν βολευτεί στα αρχοντικά των ανθρώπων και περίμεναν να τους σερβιριστούν τα πάντα, όμως ο θηλυκός ιαγουάρος δεν ήθελε να γίνει μαλθακός, δεν του άρεσαν οι ευκολίες, δεν ήταν αυτό που τον πρόσταζε η φύση του. Έτσι κάθε μέρα έβγαινε για κυνήγι και προπόνηση. Τα μάτια του, το ένα βαθύ πράσινο, σαν τα φύλλα των δέντρων και το άλλο μπλε, σαν τα κύματα της θάλασσας, κλείδωσαν πάνω στο θήραμά του, οι μύες του κινήθηκαν κάτω από το δέρμα του. Ο θηλυκός όμορφος ιαγουάρος έδωσε σάλτο και βρέθηκε πάνω στον ποντικό.
Μια στιγμή... Ποντικό; Τρώνε ποντικό οι Ιαγουάροι; Για να χορτάσει ένα ζώο του μεγέθους του χρειάζεται σούβλα με ποντικούς. Ας πάμε πίσω λίγο το πλάνο. Μάλιστα, έτσι εξηγείται. Δεν είναι Ιαγουάρος, δηλαδή είναι κατά κάποιο τρόπο, γιατί το όνομα αυτής της μαύρης γάτας, είναι Ιαγουάρος. Ε ναι, σε αυτή την περίπτωση κάτι θα της κάνει ένας ποντικός.
Αφού τελείωσε με το γεύμα της αποφάσισε να βγει από το αλσύλλιο. Θα έκανε μια βόλτα στην παλιά πόλη, όσο οι άνθρωποι άρχισαν να απουσιάζουν και να λιγοστεύουν, τα τσιμέντα άρχισαν να φθείρονται και η φύση να παίρνει και πάλι το πάνω χέρι. Πλέον δεν υπήρχε κάποιος να την περιορίσει, αλλά ακόμη και οι επιζήσαντες, αποφάσισαν να ζήσουν σύμφωνα με τη φύση και να αφήσουν στην άκρη την απληστία. Δεκαετίες έπειτα είχαν προσαρμοστεί απόλυτα, γιατί όποιος δεν προσαρμόζεται, ξέρεται πολύ καλά τι του συμβαίνει. Μην τα ξαναλέμε τώρα.
Όπως η Ιαγουάρος και άλλες γάτες είχαν βγει τη βόλτα τους. Κάποιες έπαιζαν στις παιδικές χαρές, προσπαθώντας να ανέβουν ανάποδα, τρέχοντας στις τσουλήθρες και έπειτα αφήνονταν να γλιστρήσουν πάλι για να προσπαθήσουν δυο λεπτά αργότερα να κάνουν το ίδιο. Άλλες σκαρφάλωναν δέντρα, άλλες άραζαν πάνω σε κούνιες, παγκάκια, αλλά κι απλά στο χορτάρι. Μια παρέα πάνω σε ένα πεζούλι έπαιζε με βοτσαλάκια, σπρώχνοντάς τα να πέσουν από κάτω. Οι γάτες και η μανία τους με τη βαρύτητα, σκέφτηκε η Ιαγουάρος, καθώς τις προσπερνούσε. Από ένα στενό βγήκε ένα γάτος που ήταν λες και τον είχε δαγκώσει βρικόλακας. Ολόκληρο κομμάτι κρέας του έλειπε από τον λαιμό. Ακόμη και οι γάτες είναι πολεμοχαρείς. Δεν λείπουν οι γατοκαυγάδες. Όμως και πάλι, δεν προκαλούμε τα δεινά που έχει προκαλέσει η ανθρωπότητα. Δεν είμαστε όλο ράβε ξήλωνε. Από τη μία τέχνη από την άλλη πόλεμοι.
Κουρασμένη από τον περίπατο και τις σκέψεις της πήγε στο κοινόβιο που ζούσε. Παντού γάτες, άλλες έπαιζαν, άλλες άραζαν, άλλες απλά κοιμόνταν. Βρήκε μια ελεύθερη γωνιά και κάθισε. Τώρα οι γάτες και τα αιλουροειδή είναι κυρίαρχα, παλιά αρκούσε η αγάπη ενός ανθρώπου για να είσαι παντοκράτορας στο μικρό σου βασίλειο. Βέβαια δεν είχαν όλες οι γάτες την τύχη να βρουν έναν άνθρωπο, και επιπλέον όσες είχαν βρει τον άνθρωπό τους, εκείνος ήταν που τους όριζε τη ζωή. Τη διατροφή, το μέρος που θα μείνουν, τη στείρωση, τα εμβόλια και τις επισκέψεις στο γιατρό. Είχε βελτιώσει τη ζωή τους, αλλά όχι τη δική του. Τους είχε προσφέρει αγάπη και φροντίδα. Αλλά και πάλι όχι όλοι. Δεν ήταν όλοι οι άνθρωποι άξιοι για κυρίαρχοι. Και οι γάτες ήξεραν ποιοι ήταν αξιόλογοι και ποιοι όχι, μπορούσαν να καταλάβουν την καλοσύνη ακόμη κι αν κάποιος δεν ήταν γατόφιλος, όπως επίσης μπορούσαν να καταλάβουν μια πονηρή ύπαρξη ακόμη κι αν αγαπούσε τις γάτες.
Η Ιαγουάρος πρόσεξε μια λευκή ψιψίνα να δίνει σάλτο να ανέβει σε ένα παταράκι, στερεωμένο στον τοίχο, όμως αυτό είχε αρχίσει να ξεχαρβαλώνεται και έτσι έφυγε από τη θέση του. Με την επίδοξη ψιψίνα να κάνει σερφινγκ στον αέρα πριν σκάσει κάτω με παταγώδη θόρυβο, αλλού αυτή αλλού το ξύλο.
«Υπέροχα, αρχίσαμε!» μουρμούρισε η Ιαγουάρος, ενώ γύρω της οι υπόλοιπες γάτες άρχισαν να τρέχουν σαν τρελές, προς κάθε κατεύθυνση. Δυο συγκρούστηκαν πάνω στον πανικό μεταξύ τους και άρχισαν να μαλώνουν. Η Ιαγουάρος σηκώθηκε κουρασμένη και προσεχτικά πήρε τον δρόμο να βγει από το δωμάτιο. Ίσως να μην ήταν κακή ιδέα να βρει έναν δικό της άνθρωπο. Όπως και να είχαν τα πράγματα πάλι η ίδια θα ήταν η κυρίαρχος! Που είπαμε ότι τους είχαν εξορίσει να ζήσουν με ειρήνη και σοφία;

Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Μου αρέσει όταν βρισκόμαστε με τη γιαγιά στην κουφάλα. Τώρα που έχει κρύο, καθόμαστε πλάι πλάι και ζεσταίνουμε η μία την άλλη. Κάποιες φορές μένουμε στο άνοιγμα και χαζεύουμε ό,τι γίνεται έξω από τη φωλιά μας. Άλλες φορές η γιαγιά μου λέει τις όμορφες ιστορίες για τους προγόνους μου κι άλλες τη ρωτάω πράγματα που είδα ή άκουσα και μου έκαναν εντύπωση!
«Γιαγιά», της νιαούρισα. «Πιστεύεις ότι υπάρχει πιθανότητα να γίνουμε οι γάτες το κυρίαρχο είδος του πλανήτη;»
«Πού το άκουσες αυτό πάλι;»
«Το έλεγαν κάτι τύποι στην ταβέρνα»
«Και τι έλεγαν δηλαδή;»
«Ο ένας με κοίταζε την ώρα που πλενόμουν και σχολίαζε ότι τον ανατριχιάζουν οι γάτες».
«Επειδή είμαστε καθαρές;» ρώτησε η γιαγιά μου.
«Όχι, υπάρχει μια θεωρία ότι θέλουμε να κυριαρχήσουμε τον κόσμο. Μα γιαγιά, δεν είμαστε ήδη κυρίαρχοι του κόσμου;» την ρώτησα με ειλικρινή απορία.
«Όχι με τον τρόπο που το θεωρούν οι άνθρωποι».
Περίμενα να μου μιλήσει, κι επειδή δε μου αρέσει να μην ξέρω τι σκέφτεται την ξαναρώτησα. «Λοιπόν;»
«Έλι μου, όσο χαριτωμένοι κι αν είναι κάποιοι από αυτούς, οι άνθρωποι είναι κυρίαρχοι στην ανοησία. Τα πάντα τα θεωρούν απειλή, τις γάτες, τα ρομπότ, την τεχνητή νοημοσύνη. Όλα έρχονται, στο μυαλό τους, να τους εκθρονίσουν και να τους αντικαταστήσουν».
Έμεινε να κοιτάζει έξω τη βροχή, που είχε αρχίσει να αιωρείται σαν ασημένια κλωστή κρεμασμένη από τον ουρανό.
«Οι άνθρωποι φοβούνται και τη σκιά τους, και δεν καταλαβαίνουν ότι το μόνο που βάζει σε κίνδυνο την ανθρωπότητα και τον πλανήτη ολόκληρο είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι, με την αλαζονεία και την απληστία τους».
Δεν είχα κάτι να απαντήσω σε αυτό που είχε πει η γιαγια μου. Η αλήθεια είναι ότι έχω γνωρίσει αρκετούς από το ανθρώπινο είδος. Άλλοι φαίνονται πολύ συμπαθητικοί, αλλά κάποιοι άλλοι όχι.
«Όμως γιαγια, αν κυριαρχούσαμε εμείς οι γάτες, πώς θα ήταν ο κόσμος;»
«Το πρόβλημα Έλι μου ξεκινάειαπό την κυριαρχεία. Αν κάποιος θέλει να κυριαρχήσει, θέλει να το κάνει εις βάρος άλλων. Οπότε τα πράγματα ποτέ δεν πάνε καλά όταν αρχίζουν τέτοιου είδους παιχνίδια».
«Γιαγια είσαι πολύ σοφή, γι' αυτό είσαι και γιαγιά».
«Δεν είμαι τόσο μεγάλη όσο με θεωρείς Έλι. Σε πληροφορώ ότι η μπογιά μου περνάει ακόμη». Δεν έδωσα σημασία στο άσχετο σχόλιο της γιαγιάς Αντιγόνη, δεν τα καταλαβαίνω εγώ αυτά τα πράγματα, και συνέχισα με αυτό που με απασχολούσε.
«Ναι, αλλά γιαγιά, πώς θα ήταν ο κόσμος αν...»
Η γιαγιά γατομειδίασε κι αποφάσισε να μου κάνει το χατήρι.
«Εσύ να μου πεις Έλι, πώς θα ήταν ο πλανήτης αν κυριαρχούσαμε οι γάτες».
«Δεν ξέρω!» απάντησα δειλά. «Αρχικά θα ήταν υπέροχο να έχει ησυχία. Να μην υπάρχουν μηχανήματα που σκορπάνε το θόρυβο τους και δεν αφήνουν μια γάτα να ησυχάσει, να κοιμηθεί, να κάτσει αραχτή και να ρεμβάσει».
«Ναι, κι εμένα μου ακούγεται πολύ ωραίο αυτό».
«Μετά θα μπορούσαν να μαζεύουν λίγο τα πόδια τους οι ρέμπελοι. Δε μου αρέσει ούτε να με κλωτσάνε, ούτε να με πατάνε και φυσικά ούτε να παίζω κυνηγητό με τους ανθρώπους. Ποτέ δεν ξέρεις πού θα καταλήξει αν ξεκινήσει αυτό το παιχνίδι».
«Και σε αυτό θα συμφωνήσω».
«Θα ήθελα να είναι καθαρά, να μην υπάρχουν σκουπίδια έξω από το σπίτι μου και γενικά στα μέρη που συχνάζω».
«Και πώς θα περνούσε το χρόνο του το κυρίαρχο γατίσιο είδος;»
«Τρία πράγματα είναι το απόσταγμα της ευτυχίας: Ύπνος, παιχνίδι, ρεμβασμός».
«Κρίμα να μην είμαστε το κυρίαρχο είδος», παραδέχτηκε και η γιαγιά και μείναμε να ρεμβάζουμε κοιτάζοντας άπειρες ασημί κλωστές να αιωρούνται από τον ουρανό και χορεύοντας να ακουμπάνε στην άσφαλτο και να την ξεπλένουν.
«Ο κόσμος θα ήταν ένα όμορφος χάος», μουρμούρισα καθώς με έπαιρνε το γλυκοΰπνι.

ΣΤΟΛΙΣΜΕΝΗ ΑΘΗΝΑ
Όλος αυτός ο στολισμός της πόλης, με τα λαμπάκια να αναβοσβήνουν μέρα νύχτα, μου φέρνουν αναμνήσεις από τις πρώτες ημέρες της ζωής μου. Όταν ένα μοναδικό μαύρο γατάκι, ανάμεσα σε πέντε λευκά που βρίσκονταν μέσα σε μια βαμβακερή αγκαλιά, σαν μυγούλα μέσα στο αφράτο χιόνι, ρουφούσα γάλα και ζωή από το στήθος της μητέρας μου. Κι εκείνη ταλαιπωρημένη, αλλά τρυφερή άπλωνε τα πόδια της για να μας κρατήσει στην αγκαλιά της και να μας προστατέψει και τα έξι.
Τα αδέλφια μου κι εγώ γεννηθήκαμε το τελευταίο Σάββατο του Νοεμβρίου, θωρώ ότι σας το έχω αναφέρει ξανά. Το σπίτι που γεννηθήκαμε ήταν ζεστό και φιλόξενο, αν και για εμένα δε θα κράταγε αυτή η φιλοξενία για μεγάλο διάστημα. Σε μια άκρη του καθιστικού αναβόσβηναν φωτάκια, κι ένα ψηλό πράσινο δέντρο γεμάτο στολίδια διακοσμούσε τον χώρο. Με την όρασή μου θολή ακόμη προσπαθούσα να εστιάσω στα λευκά φωτάκια που αναβόσβηναν. Ενώ ένα ένα τα αδέλφια μου αποχωρίζονταν τη μητρική αγκαλιά, βρίσκοντας σπίτια να τα υιοθετήσουν, ενώ εγώ παρέμενα στη ζεστασιά της μητρικής γούνας. Εκείνη με τάιζε, με χάιδευε, με έγλειφε, με έπλενε, μου μάθαινε να στέκομαι στα πόδια μου.
Όταν κάποια στιγμή κι εντελώς απροειδοποίητα βρέθηκα στο δρόμο, αναζητώντας την και νιαουρίζοντας όλο παράπονο. Τελικά αντί για τη μαμά μου, ήρθε η γιαγιά Αντιγόνη, με υιοθέτησε και με μεγάλωσε. Τα φωτάκια και ο στολισμός ξυπνάνε μέσα μου ανάμεικτα συναισθήματα. Από τη μία η εγκατάλειψη από την άλλη η αγάπη, η θαλπωρή και μια γούνινη, γατίσια αγκαλιά. Από τη μία η ζέστη και η ασφάλεια και από την άλλη το κρύο και ένα αίσθημα που είσαι πολύ μικρός για να του δώσεις όνομα.
Για να καταφέρω να διώξω τις αναμνήσεις, τις γεμάτες αισθηματικό φορτίο αποφάσισα να επισκεφτώ τον Λίνκολν, είχα αρκετό καιρό να τον συναντήσω. Ως συνήθως τον βρήκα στη θέση του πίσω από τον φράχτη να γαυγίζει. Κούνησα το κεφάλι μου και πήγα στην βεράντα, με την ελπίδα να με δει η αφεντικίνα του. Είναι πολύ φιλόξενη, και να τη που βγαίνει από τη τζαμένια πόρτα του μπαλκονιού και μου φέρνει μια πιατέλα με γάλα, ελπίζω να το έχει ζεστάνει λίγο.
«Τι κάνεις μαυρούλα;» με ρωτάει.
«Έλι», τη διορθώνω νιαουρίζοντας, αν και αμφιβάλλω ότι με κατάλαβε. Τελικά το χλιαρό γάλα τράβηξε το ενδιαφέρον μου.
«Καιρό έχω να σε δω. Λίνκολν, για δες ποιος ήρθε να μας επισκεφτεί», φώναξε. Ο Λίνκολν στράφηκε και μας κοίταξε, αλλά πριν έρθει σε εμάς, μας γύρισε πάλι τη θέα του ποπού του και γαύγισε δυο τρεις φορές, πριν πλησιάσει . Η αφεντικίνα του, αφού μας χάιδεψε λίγο, επέστρεψε στο εσωτερικό του σπιτιού.
«Τι λες να παίξουμε;» με ρώτησε κι έτρεξε πίσω στο θάμνο, κουβαλώντας ένα χριστουγεννιάτικο στρογγυλό στολίδι.
«Τα παιχνίδια είναι για τα παιδιά».
«Κάνεις μεγάλο λάθος, τα παιχνίδια είναι για όλους», αδιαφορώντας ξάπλωσα και τον κοίταξα.
«Πφφ», απάντησε και παρατώντας το στολίδι ήρθε και κάθισε στο πλάι μου. «Τι θες να κάνουμε;» με ρώτησε.
«Ας κάτσουμε απλά να χαζέψουμε τους διαβάτες, φορτωμένους με τα ψώνια τους», απάντησα.
«Χωρίς να τους γαυγίζουμε;» με ρώτησε απογοητευμένος.
«Χρόνια πολλά Λίνκολν», του ευχήθηκα και με ένα σάλτο βρέθηκα στην πλάτη του και βολεύτηκα μέσα στη χρυσαφένια γούνα του, ζυμώνοντάς την.
«Χρόνια πολλά Έλι!»
«Χρόνια πολλά διαβάτες!» είπα και έκλεισα τα μάτια μου να απολαύσω τη στιγμή, μακάρια.
'Ένας vegeterian γάτος
Ο Χαβιέ ζει ειρηνικά σε μια φάρμα της Ισπανίας. Είναι ένας γάτος που λόγω της σχέσης του με τα υπόλοιπα ζώα του κτήματος αποφεύγει να τρώει κρέας, αν και σε κάποια είδη κάνει εξαιρέσεις. Όταν ο ταύρος φίλος του ο Λουί, πουληθεί για να συμμετάσχει στις ταυρομαχίες ο Χαβιέ δε θα μείνει με σταυρωμένα τα μπροστινά του πόδια. Θα αφήσει την ασφάλεια και την καλή ζωή του κτήματος και θα ριψοκινδυνέψει για να βοηθήσει τον φίλο του.
Πατήστε την εικόνα ή τον τίτλο του άρθρου για να διαβάσετε τις περιπέτειες του Χαβιέ στην Ισπανία.
Η Έλι & Η Αθήνα
Η Έλι είναι μια μαύρη γάτα, που ζει στην κουφάλα ενός λιόδεντρου μαζί με τη γιαγιά της την Αντιγόνη. Η Έλι έχει πάρει το όνομά της από το υπεραιωνόβιο αυτό δέντρο, που βρίσκεται στους πρόποδες του Παρθενώνα. Κυκλοφορεί στα σοκάκια της πλάκας, ταΐζεται από τα ταβερνεία της περιοχής, ανεβαίνει στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης όταν δεν έχει κόσμο. Εσείς, έχετε δει τον ήλιο να ανατέλλει, από το βράχο του Παρθενώνα; Η Έλι έχει πολλές ιστορίες να σας διηγηθεί, από τη δική της ζωή αλλά και από τις εφτά ζωές πολλών άλλων μαυρόγατων.
Πατήστε την εικόνα ή τον τίτλο του άρθρου για να διαβάσετε τις περιπέτειες της Έλις Στην Αθήνα!
Ο Αιρετικός & Η Μάγισσα
-Διαβάστε ολοκληρωμένη την πρώτη ιστορία της Έλις-
Στο Μεσαίωνα ένας ευγενής θα δώσει άσυλο στις μαύρες γάτες, που κατηγορούνται για μαγεία. Πριν αποκαλυφθεί κινδυνεύοντας τόσο ο ίδιος όσο και οι φιλοξενούμενές του, θα ζητήσει τη βοήθεια από πέντε γυναίκες που έχοντας κατηγορηθεί για μάγισσες, ζούνε ελεύθερες οργώνοντας τα παγωμένα νερά των θαλασσών της Σκωτίας.
Πατήστε πάνω στον τίτλο της ιστορίας ή στην εικόνα και μεταβείτε στη σελίδα : "Ο Αιρετικός και η Μάγισσα", για να διαβάσετε ολοκληρωμένη την πρώτη ιστορία.

