Είμαι η Έλι, και αυτές είναι οι ιστορίες μου

Είμαι η Έλι, και αυτές είναι οι ιστορίες μου...

Η Έλι είναι μια μαύρη γάτα, που ζει στην κουφάλα ενός λιόδεντρου μαζί με τη γιαγιά της την Αντιγόνη. Η Έλι έχει πάρει το όνομά της από το υπεραιωνόβιο αυτό δέντρο, που βρίσκεται στους πρόποδες του Παρθενώνα. Κυκλοφορεί στα σοκάκια της πλάκας, ταΐζεται από τα ταβερνεία της περιοχής, ανεβαίνει στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης όταν δεν έχει κόσμο. Εσείς, έχετε δει τον ήλιο να ανατέλλει, από το βράχο του Παρθενώνα; Η Έλι έχει πολλές ιστορίες να σας διηγηθεί, από τη δική της ζωή αλλά και από τις εφτά ζωές πολλών άλλων μαυρόγατων.

ΕΛΕΩΝΟΡΑ – Από κάπου σε ξέρω-.

Προχωρούσα ανέμελα στα σοκάκια. Είχα σχέδια για εκείνο το απόγευμα. Πρώτα θα πέρναγα από το θερινό σινεμά να δω ξανά την οπτασία του αρσενικού γάτου και έπειτα από το Σωτήρη να μου σερβίρει το δείπνο μου. Την προηγούμενη ημέρα δεν ήταν εκεί. Όχι ότι έχω παράπονο, και οι υπόλοιποι σερβιτόροι μια χαρά με περιποιήθηκαν, αλλά μου αρέσει να αράζω με τον Σωτήρη αράζουμε συντροφιά, όσο κρατάει το τσιγάρο του. Αν και δεν αντιλαμβάνομαι την απεχθή αυτή συνήθειά του, τη δικαιολογώ μιας και μας δίνει την ευκαιρία να μένουμε για λίγο μαζί.

Κατηφορίζοντας, ο δρόμος μου διασταυρώθηκε με μιας κατάλευκης γάτας. Μόλις την είδα, σταμάτησα απευθείας κι έμεινα να την κοιτάζω. Το ίδιο όμως έκανε κι εκείνη. Με κοίταζε απορημένη με τα γαλανά σαν του αλμυρού πάγου μάτια της.

«Ποια είσαι εσύ;» τη ρώτησα και την πλησίασα διστακτικά. Η γάτα απέναντί μου ήταν μια ανάμνηση του παρελθόντος. Εκείνη έκλεισε την απόσταση ανάμεσά μας.

«Νομίζω ότι σε γνωρίζω», ομολόγησε. «Αν και μέχρι εχθές δεν είχα σχέση με αδέσποτες γάτες. Όμως εσένα έχω την ιδέα ότι σε ξέρω». Πλησίασε κι άλλο και με μύρισε. «Και η μυρωδιά σου είναι οικεία!»

Αντί να ομολογήσω ότι κι εμένα μου φαινόταν γνωστή, η απορία μου γι ' αυτό που μόλις είχε πει, όχι ότι δεν ήταν ολοφάνερο και χωρίς να το παραδεχτεί, με έσπρωξε να τη ρωτήσω για ποιο λόγο μέχρι την προηγούμενη ημέρα δεν είχε σχέση με γάτες του δρόμου.

«Μα επειδή έμενα σε σπίτι», μου απάντησε. «Πρώτη φορά βγαίνω στο δρόμο μόνη μου χωρίς ανθρώπινη συνοδεία».

«Το έσκασες;» τη ρώτησα.

«Όχι, δεν είχα λόγο. Όλη την ώρα χουζούρι, παιχνίδι και φαγητό πάντα στην ώρα του».

«Και τι συνέβη;»

«Ήρθε σκύλος στο σπίτι».

«Και σε έδιωξε;»

«Όχι ο σκύλος. Μπορώ να πω ότι το κουτάβι ήταν πολύ φιλικό».

«Τότε;»

«Έπρεπε να επιλέξουν, Γάτα ή σκύλο... και για να στέκομαι μπροστά σου καταλαβαίνεις», σχολίασε απογοητευμένη.

«Άνθρωπος που διώχνει από το σπίτι του ένα μέλος της οικογένειάς του δεν είναι άξιος εμπιστοσύνης. Αύριο μεθαύριο μπορεί να διώξει και τα παιδιά του τα ίδια».

«Και να πεις ότι ήμουν νέο μέλος. Έμενα σπίτι μαζί τους εδώ κι ενάμιση χρόνο. Με απέκοψαν από το στήθος της μάνας μου για να με πάρουν μαζί τους στο σπίτι...», μια σπίθα αστραποβόλησε στα μάτια της και ξεχνώντας τη δυστυχία της είπε «Μα φυσικά, ξέρω ποια μου θυμίζεις». Έμεινα σιωπηλή και περίμενα την επιβεβαίωση του δικού μου συμπεράσματος. «Το ένα γατάκι ήταν μαύρο με δίχρωμα μάτια. Αναρωτιέμαι τι να απέγινε, να ήταν άραγε πιο τυχερό; Να το έχουν πάρει σε ένα σπίτι και τώρα να είναι στα δροσερά;»

«Όχι, δεν το πήραν», θέλησα να της λύσω την απορία. «Το γατάκι που λες, γνώρισε την εγκατάλειψη πολύ νωρίς. Το αποτράβηξαν από το στήθος της μητέρας του και το πέταξαν στο δρόμο».

«Τρομακτικό, να επιβίωσε;»

«Φρόντισε μια αδέσποτη γάτα να επιβιώσει . Το μάζεψε κι από εκείνη τη μέρα ζουν μαζί!»

«Κι εσύ πως τα γνωρίζεις όλα αυτά;»

«Γιατί εκείνο το γατάκι είμαι εγώ, υποθέτω».

«Είσαι η αδελφή μου;» ρώτησε έκπληκτη η κόμισσα.

«Εκτός κι υπάρχει παράδοση, κάθε λευκή γάτα να γεννάει κι από ένα μαύρο γατάκι με δίχρωμα μάτια».

«Αδερφούλα μου τι δυστυχία, είμαστε και οι δύο πλέον γάτες του δρόμου».

«Ανάλογα την οπτική. Ο δρόμος είναι ελευθερία! Έχει πολλές κατευθύνσεις, ενώ ένα σπίτι έχει μόνο τοίχους» απάντησα έχοντας σπουδάσει στο πανεπιστήμιο του πεζοδρομίου.

«Δεν έχει μόνο τοίχους. Έχει και χαλιά, έχει ντουλάπια γεμάτα φαγητά. Έχει στρώματα να ξαπλώνεις. Ααααχ» αναστέναξε. «Ίσως πάλι να μην έχεις άδικο» , σχολίασε προφανώς να μη με κακοκαρδίσει, αν και δεν ακούστηκε απολύτως πεπεισμένη. Κάπου μέσα της θα ευχόταν να επιστρέψει στον παράδεισο από τον οποίο είχε διωχθεί χωρίς καν να έχει γευτεί το μήλο της γνώσης, και δεν μπορώ να την αδικήσω. Προσωπικά κι από πολλές απόψεις με θεωρώ τυχερή. Από μικρή στους δρόμους, είχα μάθει να ζω σε αυτούς, αλλά η αδερφή μου, μέχρι τότε είχε μεγαλώσει και ζήσει σε προστατευμένο περιβάλλον. Τα πάντα εδώ έξω πρέπει να την τρόμαζαν.

«Εγώ είμαι η Έλι», της συστήθηκα.

«Κι εγώ η Ελεωνόρα».

«Χάρηκα Ελεωνόρα, πεινάς;»

«Ναι, απάντησε ντροπαλά».

Εκείνη τη στιγμή αποχαιρέτησα τα σχέδια για την τρίτη προβολή της ταινίας με τον ομορφονιό.

«Εντάξει, πάμε να σε κεράσω κάτι», σχολίασα και προχώρησα με κατεύθυνση την ταβέρνα του Σωτήρη.

Συμπτώματα

Από καιρό σε καιρό πάω κι αράζω στην αυλή με την τεράστια οθόνη. Πάντα με περιμένει ένα μπολάκι με δροσερό νερό και λιχουδιές. Οι θεατές κάθονται και παρακολουθούν τα τεκταινόμενα στην οθόνη κι εγώ τους παρατηρώ. Μερικοί περνώντας από δίπλα μου, επιχειρούν να με χαϊδέψουν, αλλά δεν έχω σκοπό να αφήσω όποιον τύχει να απλώσει τα κουλά του επάνω μου. Άλλωστε σαν γάτα του δρόμου έχω μάθει να είμαι επιφυλακτική, ειδικά μετά τα όσα πέρασε η γιαγιά Αντιγόνη κάποιο καιρό νωρίτερα.

Τις προάλλες και ενώ αναρωτιόμουν τι μαγνητίζει το βλέμμα τους στις οθόνες, ένα νιαουριτό μου τράβηξε την προσοχή, κοίταξα γύρω μου να δω τον παρείσακτο που εμφανίστηκε στην αυλή, αλλά πουθενά. Σήκωσα το κεφάλι μου και τότε είδα ότι ένας όμορφος χνουδωτός γάτος εμφανίστηκε στην οθόνη. Κι αυτή τη φορά δεν ήταν σαν τον Φλόου, ο οποίος ήταν ένας μαύρος γάτος, που έχω πολλούς λόγους να υποθέτω ότι είναι συγγενής μου... Αυτή τη φορά ήταν ένας αληθινός γάτος, κι αν και εξημερωμένος ήταν αρκετά άγριος.

Ξάπλωσα κι εγώ και αφοσιώθηκα στα της οθόνης. Οι άνθρωποι πήγαιναν έρχονταν, βιαιοπραγούσαν, τρέχανε σαν τρελοί, βασανίζονταν. Τίποτα από αυτά δε με ενδιέφερε, άλλωστε ο κόσμος των ανθρώπων είναι εξαιρετικά χαοτικός για να με απασχολεί να τον καταλάβω. Όμως όταν εμφανιζόταν στην οθόνη εκείνος, η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Ο έρωτας έχει με βεβαιότητα τη μορφή του, γκριζοκόκκινος με πράσινα μάτια και φουντωτή ουρά. Πρέπει να νιαούρισα κάμποσες φορές, γιατί κάποιοι από το κοινό με κοίταξαν και γέλασαν. Αλλά ποιος νοιάζεται!

Τελειώνοντας η ταινία, κι ενώ οι άνθρωποι σηκώθηκαν από τις θέσεις τους, εγώ παρέμεινα καθηλωμένη στη θέση μου, αν και ζαλίστηκα κάπως από τα σκαμπανεβάσματα της οθόνης, αλλά επιβραβεύτηκα αφού ένα ακόμη πλάνο με τον γάτο σταρ του σινεμά, με φόντο το απέραντο γαλάζιο, εμφανίστηκε μπροστά μου, δίνοντάς μου μια ευκαιρία να του νιαουρίσω καληνύχτα, πριν σηκωθώ κι εγώ να πάω στον Σωτήρη.

Εκείνος με υποδέχτηκε με ένα χαμόγελο. Εγώ κάθισα στο πεζούλι και σκεφτόμουν τον γκριζοκόκκινο έρωτα. Αφού τελείωσε το τσιγάρο του με χάιδεψε κάτω από το λαιμό και μπήκε μέσα να μου φέρει μεζεδάκια από χοιρινό και κοτόπουλο. Έφαγα λίγο από το φαγητό μου, όμως ομολογώ ότι δεν είχα και πολύ όρεξη. Το στομάχι μου ήταν γεμάτο και αυτό από τη μορφή του.

«Δεν έφαγες πολύ σήμερα», σχολίασε.

«Που να στα λέω», νιαούρισα.

«Δεν πιστεύω να είσαι άρρωστη;»

«Άρρωστη! Αν ο έρωτας είναι αρρώστια τότε ναι, είμαι άρρωστη», παραδέχτηκα νιαουρίζοντας.

«Μήπως πρέπει να σε πάω στο γιατρό;»

«Αυτή η αρρώστια δεν παίρνει φάρμακα. Σωτήρη είμαι καρδιοπαθής».

«Μα τι σου συμβαίνει; Άλλες φορές έτρωγες και με το ζόρι νιαούριζες, απόψε συμβαίνει το αντίθετο. Μήπως πονάς πουθενά;» με ρώτησε με ανησυχία που με συγκίνησε.

«Με την αγαπητικιά σου μιλάς;» τον πείραξε η μελαχρινή που βγήκε από το μαγαζί.

«Δεν τρώει και όλο νιαουρίζει».

«Άνθρωποι, δεν σκαμπάζετε τίποτα», νιαούρισα.

«Συνήθως όταν οι γάτες δεν τρώνε δεν είναι καλά, από την άλλη οι γάτες δεν είναι λαίμαργες σαν τους σκύλους, μπορεί απλά να μην πεινάει. Όμως άσε τη γάτα τώρα και έλα μέσα γιατί σε ψάχνουν».

Ο Σωτήρης μου έριξε ένα βλέμμα όλο έγνοια πριν περάσει την πόρτα. Έμεινα για λίγο μόνη μου, έφαγα μια δυο μπουκιές και αποφάσισα να επιστρέψω στην Ελιά. Ένας καλός ύπνος ήταν ό,τι έπρεπε απόψε για εμένα. Και ήλπιζα τα όνειρά μου να γεμίσουν με την γκριζοκόκκινη μορφή με τα πράσινα μάτια και τη φουντωτή ουρά. Τι ωραία που θα ήταν να τρέχουμε στα σοκάκια της Αθήνας μαζί!   

Γάτα Ράτσας

«Γιαγιά Αντιγόνη, εξήγησέ μου σε παρακαλώ, τι σημαίνει γάτα ράτσας. Θυμάμαι να είμαι μικρό γατάκι και να ακούω ότι η μαμά μου είναι γάτα ράτσας όπως και τα αδέλφια μου, ενώ εγώ δεν ήμουν, αλλά δεν ξέρω ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε αυτές κι εμένα».

«Εσύ και οι απορίες σου Έλι μου», σχολίασε η γιαγιά αλλά με αγάπη. «Η ράτσα είναι η φυλή. Μια οικογένεια ανήκει στην ίδια φυλή».

«Κι εγώ πως γίνεται αφού ανήκω στην ίδια οικογένεια, να μην ανήκω στην ίδια φυλή μαζί τους;» ρώτησα.

«Γιατί για το ανθρώπινο είδος ή αξία ενός πράγματος αλλά κι ενός πλάσματος είναι εντελώς διαφορετική από την πραγματική αξία του».

«Δηλαδή;»

«Δηλαδή, για τους ανθρώπους μετράει περισσότερο ένα μπιχλιμπίδι που θα στολιστούν, από ένα δέντρο που θα τους χαρίσει το οξυγόνο να αναπνεύσουν, τους καρπούς του που θα τους θρεύσουν, τη σκιά του να αναπαυθούν».

Τα μάτια μου έμειναν ορθάνοιχτα από απορία. Προσωπικά λατρεύω τα δέντρα, λατρεύω να σκαρφαλώνω πάνω τους, να αράζω στα κλαδιά τους μέσα στην πυκνή φυλλωσιά τις ζεστές ημέρες που επέστρεψαν, να ακονίζω τα νύχια μου στον κορμό τους, ελπίζω να μην τα πονάω όταν το κάνω. Η γιαγιά μου με έχει καθησυχάσει πως όχι, αλλά δεν είναι δέντρο για να ξέρει με βεβαιότητα.

«Οι άνθρωποι αποφάσισαν όταν κατέβηκαν από τα δέντρα την αξία του κάθε πράγματος. Μια μονάδα μέτρησης θαρρώ είναι η λάμψη άλλη η σπανιότητα. Δέντρα υπήρχαν πολλά, παρά την αξία τους για τη ζωή, οι άνθρωποι δεν τα εκτίμούν όσο ένα διαμάντι ή ένα μαργαριτάρι. Όμως αν έρθουν δύσκολες στιγμές θα χαρίσουν τα ακριβά κοσμήματά τους για ένα κομμάτι ψωμί ή μια χούφτα αμύγδαλα ή ακόμη και για ένα μισοσάπιο μήλο. Όσο και να θέλουν να ξεχάσουν τη θνητή τους φύση, ο οργανισμός τους τη θυμίζει. Ένα στομάχι που γουργουρίζει για μέρες δεν είναι εύκολο να το αγνοείς για πάντα. Εκτός κι αν το στομάχι βέβαια δεν είναι το δικό τους».

«Ναι, αλλά τι σχέση έχουν τα διαμάντια με τις γάτες;» ρώτησα.

«Για τους ανθρώπους η μάνα σου ανήκει σε μια ράτσα αντίστοιχη με αυτή των διαμαντιών».

«Κι εγώ;»

«Λυπάμαι Έλι, εσύ κι εγώ είμαστε αδέσποτες, δεν έχουμε μεγάλη αξία για όλους εκείνους που ψάχνουν τα διαμάντια. Εμάς θα μας αγαπήσουν όσοι βλέπουνε με τα μάτια της καρδιάς. Κι εκεί έξω δεν είναι πολλοί αυτοί».

«Εμένα με αγαπάνε».

«Είσαι τυχερή Έλι».

«Κι εσένα σε αγαπάνε».

«Είμαστε τυχερές».

«Είναι περίεργοι οι άνθρωποι, γιαγιά».

«Αυτό ξαναπές το Έλι».

«Δε θέλω να επαναλαμβάνομαι αλλά είναι αλήθεια».

«Το είδος των ανθρώπων έχει κάνει πολλά εγκλήματα Έλι, και τι να περιμένεις από κάποιους που στρέφονται απέναντι στο ίδιο τους το είδος;»

«Το έχουν κάνει κι αυτό;»

«Και συνεχίζουν να το κάνουν. Για πολλούς δεν έχουν αξία οι άλλοι άνθρωποι, φταίει που είναι κάτι δισεκατομμύρια. Πιο παλιά οι μαύροι άνθρωποι από την Αφρικανική ήπειρο, λόγω του χρώματός τους είχαν καταδικαστεί να μεταφέρονται μακριά από τον τόπο τους και να γίνονται σκλάβοι, εμπορεύσιμα προϊόντα προς αγορά και πώληση. Ο αφέντης τους είχε το απόλυτο δικαίωμα επάνω τους, μέχρι και να τους σκοτώσει, το ξύλο ήταν καθημερινή υπόθεση».

«Μα αυτό είναι απίστευτο».

«Ακόμα και στις μέρες μας, που έχει καταργηθεί η δουλειά, ξέρεις πόσοι άνθρωποι απαγάγονται και μετατρέπονται σε σκλάβους, πολλών ειδών».

«Μα αυτό είναι ανήκουστο».

«Κι όμως η ιστορία των ανθρώπων έχει πολλές τέτοιες σελίδες ερεβώδεις. Όλοι αυτοί οι πόλεμοι που γίνονται ποιος νομίζεις ότι είναι ο βασικός λόγος. Πόσες περιουσίες έχουν χτιστεί πάνω στο θάνατο των ίδιων των ανθρώπων».

«Μα γιατί γιαγιά;»

«Γιατί για κάποιους ανθρώπους παραπάνω από την ανθρώπινη ζωή έχει αξία ο πλούτος, αυτό που θεωρούν οι ίδιοι πλούτο και που στην ουσία είναι μια ανοησία. Μπορούσαν να ζούσαν περισσότεροι καλά, αλλά η απληστία τους δεν τους το επιτρέπει».

«Αν για τους ανθρώπους δεν έχει αξία η ανθρώπινη ζωή πώς να έχει αξία η ζωή ενός αδέσποτου;» σχολίασα λυπημένη.

«Τις πράξεις των ανθρώπων Έλι τις πληρώνουμε όλοι πάνω στη γη. Μακάρι να υπήρχε ένα μέρος χωρίς ανθρώπους».

«Μα αγαπώ μερικούς ανθρώπους».

«Δεν είναι όλοι κακοί, αλλά κι αυτοί που είναι περισσεύουν για τους υπόλοιπους».

«Δεν τους συμπαθείς πολύ γιαγιά!»

«Συμπαθώ κάποιους» είπε και ξάπλωσε στα πόδια της, δίνοντας τέλος στη συζήτηση. Δεν μπορούσα να κατηγορήσω τη γιαγιά μου, λίγους μήνες νωρίτερα ένα βράδυ είχε περάσει άσχημα στα χέρια ενός ανθρώπου. Πως να τους εμπιστευτεί ξανά; Από εκείνο το βράδυ κι έπειτα από κάτι μισόλογα κατάλαβα τι συνέβη, είμαι κι εγώ επιφυλακτική ακόμα και με εκείνους που αγαπάω. Μπορείς να δείχνεις αμέριστη εμπιστοσύνη σε έναν άνθρωπο, ακόμα κι αν σε ταΐζει ή σε χαϊδεύει; 

Η ΚΑΚΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΕΙΓΜΑ ΑΝΟΗΣΙΑΣ (ΙΙ) – Σωτήρης 

Έχετε δει κάποιες ταινίες, που κάποιος πέφτει θύμα μιας ομάδας νταήδων ή μπορεί και ενός, ώσπου εμφανίζεται ο ήρωας της ταινίας και τους αλλάζει τα φώτα στα κλωτσομπουνίδια. Ενώ εσείς φωνάζετε «Άρπα τες mother fucker» σκορπώντας πατατάκια και ποπ κορν στον αέρα βαρώντας γροθιές στο κενό, όλο ενθουσιασμό. Κάτι παρόμοιο μου συνέβη τις προάλλες. Επέστρεφα στο σπίτι από τη δουλειά, όταν άκουσα έναν περίεργο ήχο. Θύμιζε λίγο παράπονο, λίγο κλάψιμο, λίγο αποτυχημένο εκφοβισμό. Στάθηκα να αφουγκραστώ και να καταλάβω από που έρχεται ο ήχος, όταν είδα έναν άντρα της ηλικίας μου πάνω κάτω να έχει πιάσει μια γατούλα, και δε θα περιγράψω τι τράβαγε το ζωντανό στα χέρια του.

Χωρίς να με εμποδίσουν δεύτερες σκέψεις, πήγα και ακούμπησα βαρύ το χέρι μου στον ώμο του. Εκείνος στράφηκε απότομα προς το μέρος μου και διάβασα στο βλέμμα του το ξάφνιασμα. Η γατούλα αν και ταλαιπωρημένη, βρήκε την ευκαιρία να πηδήξει από τα χέρια του και να το βάλει στα πόδια.

«Τι συμβαίνει;» με ρώτησε. Προτίμησα να μην του απαντήσω, με τέτοιους τύπους συνήθως χάνεις τα λόγια σου. Ούτε υπήρχε λόγος να τον ρωτήσω φυσικά τι έκανε, είχα δει πολύ καλά. Παρέμεινα όμως να τον κοιτάζω στα μάτια, με το σοβαρό μου ύφος που πολλοί μου έχουν παραδεχτεί ότι τους ψαρώνω. Αυτός κατάλαβε ότι τα πράγματα για εκείνον δεν ήταν πολύ καλά και ότι ο τύπος απέναντί του δεν ξόδευε τα λόγια του σε νουθεσίες. Έτσι αποφάσισε να τινάξει το χέρι μου από τον ώμο του και να προσπαθήσει να φύγει μουρμουρίζοντας κάτι για θεοπάλαβους. Τον άφησα να φύγει, και εδώ ξεφουσκώνει ο τίτλος του ήρωα που λύνει τις ηθικές και ιδεολογικές διαφορές του με γροθιές. Αυτό όμως που δεν ήξερε ο τύπος ήταν ότι έχω πολύ καλή μνήμη και επίσης είμαι καλός στο σκίτσο. Επιστρέφοντας σπίτι λοιπόν, πήρα μολύβι και χαρτί και σκιτσάρισα το πρόσωπο του τύπου.

Αφού έφτιαξα το σκίτσο του αγγέλου του σκότους, αναρωτήθηκα τι θα έπρεπε να κάνω με αυτό. Το να το βγάλω φωτοτυπίες και να γεμίσω τις κολώνες της γειτονιάς δε μου φάνηκε και πολύ νόμιμο. Το να πάω στην αστυνομία να τον καταγγείλω, πέρα από τη μαρτυρία μου, που εύκολα θα μπορούσε να αμφισβητηθεί, δεν είχα απτές αποδείξεις. Άσε που αρκετός κόσμος δεν νοιάζεται για το συνάνθρωπό του, πόσο μάλλον για τα ζώα, και κυρίως τα αδέσποτα. Τι μου έμενε να κάνω, πέρα από το να περιμένω να ακούσω κάτι. Αλλά θα έφτανε η πληροφορία ως εμένα, και πόσα δόλια ζωντανά θα θυσιάζονταν στο βωμό της αναμονής; Ίσως αν πήγαινα στη φιλοζωική και τους ρωτούσα, ήλπιζα ότι θα είχα καλύτερη αντιμετώπιση με ανθρώπους που αγαπούν τα ζώα.

Περίμενα να φτάσει η μέρα του ρεπό μου και αφού βρήκα τη διεύθυνση της φιλοζωικής που υπήρχε κοντά στη δουλειά, δίπλωσα το σκίτσο, το έβαλα στην τσέπη και επισκέφτηκα την οργάνωση. Δεν ήμουν βέβαιος ότι ήταν η αρμόδια υπηρεσία, αλλά δεν μπορεί εκείνοι θα ήξεραν σε ποιον έπρεπε να απευθυνθούν για το ζήτημα.

Φτάνοντας στο κτήμα που φιλοξενούσε τα ζώα, άκουσα δυο εθελόντριες να συζητούν για ένα ζωάκι που είχε βρει ξαφνικά το θάνατο.

«Κάποια αρρώστια θα τα έχει προσβάλει. Είναι το δεύτερο σε είκοσι μέρες», σχολίασε η μία.

«Μα ήταν μια χαρά εχθές, παιχνιδιάρικο και χαρούμενο. Στοιχημάτιζα ότι θα ήταν το πρώτο που θα έβρισκε σπίτι. Έτσι χνουδωτό και χαριτωμένο που ήταν», παρά την απογοήτευσή της η νεαρή με πρόσεξε.

«Παρακαλώ!»

«Γεια σας», χαιρέτησα. Για λίγο έχασα το θάρρος μου με δεύτερες σκέψεις. Κι αν είχα κάνει λάθος και ο τύπος δεν βασάνιζε το γατάκι απλά το βρήκε τραυματισμένο και το φρόντιζε; Κατέληξα ότι θα έπρεπε να κρατήσω το σκίτσο για τον εαυτό μου κι απλά να τους ενημερώσω για το περιστατικό. Με αυτόν τον τρόπο δε θα ενοχοποιούσα κανέναν. Όσο με άκουγαν κουνούσαν το κεφάλι τους με σφιγμένα χείλη.

«Δυστυχώς έχουν φτάσει πολλά παρόμοια περιστατικά στα αυτιά μας. Υπάρχουν πολλοί άρρωστοι εκεί έξω και την πληρώνουν τα εύκολα θύματα. Κάποιος τάιζε γυαλί τα φτωχά αδέσποτα. Το έβαζε μέσα σε κρέας».

«Αυτό είναι αποτρόπαιο», μουρμούρισα και το μυαλό μου πήγε στην Ελίτσα. Αυτή η cat fatale μου είχε κλέψει την καρδιά.

«Φανταστείτε όμως, για να κάνουν τέτοια πράγματα σε πλάσματα που δεν τους έχουν ενοχλήσει, πώς μπορούν να φερθούν σε άνθρωπο!»

«Κάποιοι προτιμούν να φέρονται με κακία».

«Μα είναι σκέτη ανοησία», εξανέστη. «Μπορεί να μη συμπαθείς τα ζώα, μπορεί να μη συμπαθείς τους ανθρώπους. Δεν υπάρχει λόγος να ταλαιπωρείς πλάσματα που δε σε έχουν πειράξει, απλά και μόνο επειδή υπάρχουν ή επειδή μπορείς να το κάνεις. Δε χρειάζεται καν να είσαι καλός με τους άλλους, ας είσαι απλά αδιάφορος».

«Έχετε δίκιο, δεν είναι όλα για όλους. Μα τουλάχιστον προσπάθησε να μην κάνεις κακό, αν δεν μπορείς να είσαι καλός».

«Ο κύριος;» μας διέκοψε μια αντρική φωνή. Μόλις στράφηκα προς το μέρος του κεραυνοβολήθηκα από την αναγνώριση, μα το ίδιο συνέβη και σε εκείνον. Το πρόσωπο του άντρα που είχα αποτυπώσει σε ένα σκίτσο που βρισκόταν εκείνη τη στιγμή στην τσέπη μου, με κοίταζε με γουρλωμένα μάτια προσπαθώντας κάτι να ψελλίσει. Η στάση του μαρτυρούσε την ενοχή του.

«Τι κάνεις εδώ βρε κάθαρμα!» ρώτησα αφήνοντας τα κορίτσια άφωνα από την αντίδρασή μου στη θέα του τύπου.

«Εσείς τι κάνετε εδώ;» με ρώτησε προσπαθώντας να παραστήσει τον ψύχραιμο. Μάλλον σκόπευε να με βγάλει τρελό.

«Εγώ ήρθα να ενημερώσω για έναν τύπο που βασανίζει αδέσποτα».

«Δεν...»

«Ηρεμήστε παρακαλώ, τι πάθατε στα καλά καθούμενα;» με ρώτησε η μία κοπέλα.

«Αυτός ήταν ο τύπος που έπιασα προχθές το βράδυ να βασανίζει μια γάτα», είπα και έβγαλα από την τσέπη μου το διπλωμένο σκίτσο και τους το έδωσα.

«Κάνετε λάθος. Λέτε ψέματα».

«Κάνω λάθος ή λέω ψέματα;»

«Αποκλείεται!» σχολίασε η μια κοπέλα ενώ η άλλη κοίταζε τον συνάδελφό της, σαν να εκείνη τη στιγμή να έμπαιναν κάποια σκόρπια κομμάτια στη θέση τους στο παζλ της επίγνωσης.

«Τα γατάκια που πέθαναν...» μουρμούρισε, κοιτάζοντας το σκίτσο.

«Ώστε σκότωσες τα γατάκια μέσα στην ίδια τη φιλοζωική;» είπα και πήγα καταπάνω του.

«Όχι, όχι, εγώ βρήκα τη γατούλα και προσπαθούσα να τη βοηθήσω, αλλά ήρθες εσύ και... και... »

«Και είδα ακριβώς τι έκανες κάθαρμα. Δε θα μείνει έτσι αυτό, είσαι δημόσιος κίνδυνος. Θα σε καταγγείλω βρε τομάρι».

Όποια αμφιβολία κι αν είχα για το τι είχα δει το βράδυ εκείνο, σβήστηκε μόλις με πρόφτασε η κοπέλα από τη φιλοζωική. Μου αποκάλυψε ότι της είχε φανεί κάποιες φορές ύποπτη η στάση του συναδέλφου της, δεν ήταν πάντα αυτή που άρμοζε απέναντι στα απροστάτευτα ζωάκια που φιλοξενούσαν. Δεν ήταν όμως σίγουρη και δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει χωρίς κάτι απτό. Αλλά οι δυο γατούλες που βρήκαν το θάνατο ξαφνικά ενίσχυσαν τις υποψίες της ότι υπήρχε κάποιος που έκανε κακό στα ζωάκια. Είχε μεριμνήσει να πάει το σώμα από το δεύτερο γατάκι σε κτηνίατρο, ώστε να του κάνουν νεκροψία. Κι αν τυχόν έβρισκαν ότι ήταν δολοφονία τότε την είχε άσχημα ο τύπος.

«Θα πάρει αυτό που του αξίζει», της είπα πριν φύγω θυμωμένος, μα και ικανοποιημένος που δεν προτίμησα να αδιαφορήσω. Αντιθέτως βοήθησα να απομακρυνθεί ένας επικίνδυνος τύπος από τα ζώα που τον εμπιστεύονταν και που πλέον θα φοβόταν να πειράξει κάποιο αδέσποτο, αφού θα ήταν πρώτος στους υπόπτους. Ας ξεσπούσε τα νεύρα του στα λούτρινα. 

Η ΚΑΚΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΕΙΓΜΑ ΑΝΟΗΣΙΑΣ (I)

Αν θέλετε να ξέρετε, παραμένει μυστήριο για εμένα η κακία. Και κάποια πλάσματα, ανεξαρτήτως το είδος τους προτιμούν να φέρονται με κακία.

«Στάσου Έλι», θα βιαστεί να με διακόψει κάποιος «Εσύ προτιμάς την καλοσύνη;»

Όχι εντελώς, εγώ προτιμώ την αδιαφορία. Η αδιαφορία είναι η υπέρτατη αρετή, αυτό είναι το μότο μου και πολύ θα ήθελα να το διδάξω γράφοντάς το σε όλους τους τοίχους αυτής της πόλης. Ποιος ξέρει, κάποτε ίσως το γράψει κάποιος άλλους σε κάποιον τοίχο για εμένα. Ελπίζω μόνο μην ξεχάσει να γράψει από κάτω το όνομα μου, όλα κι όλα τα πνευματικά δικαιώματα αυτού του ευφυέστατου, μα κυρίως πρακτικού σλόγκαν, μου ανήκουν.

Βέβαια δεν μπορούμε να αντιδρούμε σε όλα τα θέματα με αδιαφορία. Όμως όταν κάποιος σε προκαλεί καλύτερα να τον αγνοείς. Φυσικά αν μπει στον προσωπικό σου χώρο, τότε μπορείς να του αστράψεις μια με την πατούσα σου, αφήνοντας στη μάπα του, τατουάζ τα νύχια σου. Μη νομίζετε ότι θα κάτσω να τις φάω, αν κάποιος μου επιτεθεί. Άλλο αδιαφορία κι άλλο παθητικότητα.

Γενικά η κακία σπέρνει πολλά δεινά, σκέφτομαι την ιστορία της Λάουρα και του Γεράρδου[1], πώς ξαφνικά τόσος κόσμος βρέθηκε στο στόχαστρο και κυνηγήθηκε. Σε εκείνη την περίπτωση ήταν γάτες και άνθρωποι. Νομίζω ότι η κακία έχει κάποια σχέση με την κυριαρχία. Πόσα και πόσα ζώα προσπαθώντας να επιβληθούν αρχίζουν και μάχονται. Ο αρχηγός θα πρέπει να είναι νικητής. Όμως πέρα από κάθε λογική αυτοί που αναδεικνύουν και υπερηφανεύονται για την κακία τους είναι οι άνθρωποι. Δε θα μιλήσω για τους τόνους που έχουν πληρώσει ως φόρο αίματος εδώ και αιώνες για την κυριαρχία. Όμως πέρα από την επιβολή τους στο ίδιο τους το είδος, κάποιοι τα βάζουν με τα υπόλοιπα είδη, χωρίς κάποιο ουσιαστικό κέρδος, πέρα από μια ενδόμυχη ικανοποίηση, πού ποιος ξέρει από ποια συμπλέγματα πηγάζει! Κι αφού έκανα έναν μεγάλο πρόλογο, θα σας διηγηθώ την ιστορία που με οδήγησε σε αυτά τα συμπεράσματα.

Η γιαγιά μου είναι μεγάλη γυριστρούλα της πόλης, κι ενώ εγώ γυρνάω σε μικρότερη ακτίνα γύρω από το ελαιόσπιτό μας, εκείνη κάνει μακρύτερες βόλτες. Υποθέτω ότι αυτός είναι και ο λόγος που γνωρίζει τόσες πολλές ιστορίες. Σίγουρα όμως η γιαγιά Αντιγόνη έχει πολλές εμπειρίες άλλες καλές, κι άλλες όχι τόσο. Από όταν ήμουν μικρό γατάκι, η γιαγιά πάντα με συμβούλευε να προσέχω. Υπάρχουν κάποιοι που μισούν πολύ τις γάτες.

«Τις μαύρες;» τη ρώτησα τρομαγμένη.

«Και τις μαύρες και τις παρδαλές και τις λευκές και τις γκρίζες και όλες».

Στην αρχή με ανακούφισε η σκέψη ότι δεν είμαστε μόνο εμείς ο δέκτης της αποστροφής, αλλά έπειτα είχα απορίες.

«Γιατί γιαγιά; Τι έχουμε κάνει εμείς οι γάτες ώστε να μας μισούν;»

«Τίποτα, κάποιοι απλά τρώγονται με τα ρούχα τους. Μάλλον μισούν τον εαυτό τους και όλο αυτό το μίσος πρέπει να το διοχετεύσουν κάπου αλλού. Εσύ Έλι μου να προσέχεις, αυτό θέλω».

«Εντάξει γιαγιά, θα προσέχω».

«Πρέπει να προσέχεις κι αυτά που σε ταΐζουν και τα χάδια που είναι πρόθυμοι να σου δώσουν».

«Εγώ τα πόδια φοβάμαι γιαγιά!» παραδέχτηκα.

«Τα πόδια πονάνε δε λέω, αλλά τα μπροστινά πόδια των ανθρώπων, αυτά που κρέμονται από τους ώμους τους μπορούν να κάνουν μεγαλύτερο κακό».

«Εντάξει γιαγιά, θα έχω το νου μου». Την καθησύχασα.

Και να 'μαι να κάθομαι μέσα στην Ελιά μας, και ξάφνου ένα πλάσμα να πηδάει μέσα στην κουφάλα μας, τρομάζοντάς με. Αλλά τελικά ήταν η γιαγιά μου, μόνο που ήταν πληγωμένη. Ανήσυχη σηκώθηκα και την πλησίασα.

«Γιαγιά είσαι καλά; Τι σου συνέβη;»

«Καλά είμαι», νιαουρομουρμούρισε.

Η γιαγιά Αντιγόνη άρχισε να γλύφει τις πληγές της και μαζί της άρχισα να τις γλύφω κι εγώ, θέλοντας να της απαλύνω τον φόβο και να με νιώσει πλάι της.

«Τι συνέβη;» τη ρώτησα.

«Έλι θα σου πω, αλλά άσε με λίγο να ξεκουραστώ και να ησυχάσω». Κι έτσι πήγα κι εγώ στο πλάι της και ξάπλωσα, παραμένοντας σιωπηλή, μέχρι να μας πάρει και τις δύο ο ύπνος. Ο ύπνος είναι τόσο ευεργετικός και ιαματικός.

Συνεχίζεται...


[1] Από την πρώτη ιστορία της Έλις, «Ο αιρετικός και η μάγισσα».

17. Η Αυλαία πέφτει -επίλογος-

Ο Λούτσιο έτρεχε κι έτρεχε με τα μάτια βουρκωμένα. Ήξερε ότι δεν μπορούσε να επιστρέψει στον τόπο και στους φίλους του ποτέ ξανά. Θα ήταν επικίνδυνο για εκείνον. Έτρεχε και μαζί με τα πόδια έτρεχε και το μυαλό του μην ξέροντας που και πότε θα έπρεπε να σταματήσει. Ό,τι όμορφα είχε ζήσει με τα αηδόνια, τα τζιτζίκια και τα σκιουράκια πάνω στο δέντρο έπαιζαν στις οθόνες του μυαλού του. Λίγους μήνες πριν ήταν μόνος του αλλά τώρα ανήκε σε μια κοινότητα. Ακόμα κι αν αναγκαζόταν να τρέξει μακριά τους ήξερε ότι ήταν δικός τους και εκείνοι δικοί του. Θα τους έβλεπε άραγε ποτέ ξανά; Θα ήταν ασφαλείς με τόσους γάτους τριγύρω;

Όταν ένιωσε ασφαλής σταμάτησε να τρέχει. Ο Λούτσιο δε θα έμενε ποτέ σε έναν τόπο, θα γύρναγε όλη την Ιταλία από άκρη σε άκρη. Αν άκουγε κάποιον μουσικό του δρόμου, πήγαινε και τραγουδούσε μαζί του, για λίγο, μετά έφευγε. Είχε πάψει να εμπιστεύεται τους ανθρώπους, μόνο τα πουλιά εμπιστευόταν, όμως δεν τον εμπιστεύονταν εκείνα, ούτε τα τζιτζίκια, ούτε όποιο άλλο ζωάκι μπορούσε να γίνει τροφή του. Και κάποια δεν είχαν άδικο. Αφού ο Λούτσιο χρειαζόταν τροφή, αλλά αηδόνια και τζιτζίκια δεν πείραζε. Δεν ήταν κανίβαλος. Τραγούδησε σε πολλές σκάλες, με μεγάλη επιτυχία, ακόμη και στη Σκάλα του Μιλάνο, απ' έξω. Εκεί, κάποια χρόνια αργότερα θα συναντούσε και τη Μαφάλντα. Όταν την είδε δεν έτρεξε να απομακρυνθεί. Κοιτάχτηκαν στα μάτια, εκείνη χαμογέλασε και τον χαιρέτησε διακριτικά κουνώντας το κεφάλι της, το ίδιο έκανε κι εκείνος, αλλά προτίμησε να κρατήσει αποστάσεις. Ο Λούτσιο απέκτησε φήμη αλλά επειδή δεν τον άκουσαν όλοι στην Ιταλία, βλέπετε στην εποχή του δεν κυκλοφορούσαν τα κινητά και οι κάμερες, μετατράπηκε σε θρύλος. Ένας καλλίφωνος γάτος στο φάσμα της φαντασίας.

Όσον αφορά τους υπόλοιπους ήρωες της ιστορίας μας η Μαφάλντα αν και έχασε τον πρωταγωνιστή της, ο μαύρος γάτος είχε καταφέρει με τον τρόπο του να της ανοίξει τον δρόμο και να επιστρέψει σε αυτό που αγαπούσε, στο τραγούδι και στην όπερα. Δεν τραγούδησε ξανά, σταμάτησε τα μαθήματα και επέστρεψε στο Μιλάνο. Διατηρούσε ακόμα κάποιες γνωριμίες και υπήρχαν άνθρωποι που την εκτιμούσαν. Παρουσιάζοντας την μεταφορά της «Ο παπουτσωμένος γάτος», βρήκε χορηγούς και κατάφερε να το ανεβάσει. Το ρόλο του παπουτσωμένου δεν τον πήρε κάποιος γάτος φυσικά, πόσοι καλλίφωνοι να υπάρχουν ανάμεσά μας, αλλά ένας νάνος με εξαιρετικές φωνητικές ικανότητες. Η όπερα έκανε επιτυχία και η Μαφάλντα συνέχισε να μεταφέρει έργα στην όπερα που δε θα πήγαινε ο νους σας. Και φυσικά όποιος τη ρωτούσε σε ποιον όφειλε τη μεταστροφή και την επάνοδο της στο χώρο του τραγουδιού, έστω και σε άλλο πόστο, εκείνη απαντούσε σε έναν τυχερό μαύρο γάτο που μου άλλαξε τη ζωή, μακάρι να του είχα φερθεί καλύτερα κι εγώ. Βέβαια η Μαφάλντα λανθασμένα θεωρούσε ότι ο γάτος έφυγε επειδή δεν του έδινε σημασία, βυθισμένη στα πελάγη της έμπνευσης.

Τη μέρα που το έσκασε ο Λούτσιο, το είχε καταφέρει χάρη στους ηρωικούς φίλους του. Οι γάτοι, ζαλισμένοι και αιφνιδιασμένοι από τα επιτιθέμενα αηδόνια και τζιτζίκια το έβαλαν στα πόδια. Όταν μετρήθηκαν τα αηδόνια ήταν όλα, δεν έλειπε κανένα, το ίδιο και τα τζιτζίκια, αν και αυτά ήταν κάπως καταπονημένα, αφού το καλοκαίρι έφτανε στο τέλος του. Τα σκιουράκια είχαν παραμείνει πάνω στο δέντρο παρακολουθώντας τους γάτους να το βάζουν στα πόδια , πετώντας κάπου κάπου από ενθουσιασμό κι εκείνα κάποιο κουκουνάρι, και πανηγυρίζοντας όταν οι εχθροί το έσκαγαν.

Όσο για το Φράνκο δεν κατάφερε να γίνει ποτέ capo di tutti capi, αλλά προς μεγάλη του απογοήτευση έγινε ο Ρομπέρτο στη θέση του. Μην αντέχοντας ούτε την προδοσία ούτε την εξέλιξη αυτή, έφυγε από την περιοχή και πήγε να ζήσει μακριά. Ο Τζίντζερ έκανε τα γλυκά μάτια στην πρασινομάτα ψιψίνα και κατάφερε να κάνει μαζί της πολλά λευκά γατάκια με παρδαλή ουρά.

Τώρα αν αναρωτιέστε αν βρέθηκε άλλος καλλίφωνος γάτος ένα θα σας πω. Ο Λούτσιο όπου κι αν πήγαινε έκλεβε καρδιές. Ήταν όμορφος, γοητευτικός, έξυπνος και είχε και ένα σπάνιο αν όχι ανύπαρκτο ταλέντο για γάτα. Στο πέρασμά του σίγουρα άφησε αρκετούς απογόνους, άλλωστε είμαι κι εγώ μία από αυτούς, αν και αρκετά μακρινή, σύμφωνα με όσα μου έχει πει η γιαγιά μου τουλάχιστον. Αλλά και να είχε κάποιος απόγονος την όμορφη φωνή του θα έπρεπε να δουλέψει και να την καλλιεργήσει. Κανένα ταλέντο δεν ανθίζει από μόνο του. Αλλά ποια άλλη γάτα θα μπορούσε να έχει αηδόνια για δασκάλους;

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟΕΚΤΟ –Run Forrest cat, run!-

Ο Λούτσιο άρχισε να νιώθει αιχμάλωτος στο σπίτι της Μαφάλντα, κι αυτό δεν του άρεσε καθόλου. Ακόμη και τα προνόμια του καλού και μπόλικου φαγητού και της ραστώνης είχε πάψει να τα απολαμβάνει. Ήθελε να βγει έξω, να συναντήσει τους φίλους του, να τραγουδήσει μαζί τους σκαρφαλωμένος σε ένα κλαδί δέντρου. Ήθελε να τρέξει, και κυρίως ήθελε να προλάβει να αποχαιρετήσει τα τζιτζίκια πριν από το τελευταίο τους τερέτισμα. Αλλά όλα αυτά τα παραπάνω όσο και να της νιαούριζε δε φαινόταν να τα καταλαβαίνει η Μαφάλντα. Κάθε φορά που προσπαθούσε να της ανοίξει συζήτηση, εκείνη απλά του γέμιζε ένα μπολάκι με φαγητό και επέστρεφε στο πιάνο και στα σχέδια της. Ο Λούτσιο απηυδισμένος είχε αποφασίσει να κάνει απεργία, άλλωστε πλέον δεν τον ευχαριστούσε να τραγουδάει όταν η Μαφάλντα έπαιζε στο πιάνο, αλλά εκείνη δε φαινόταν να το έχει αντιληφθεί. Είχε ένα σωρό χαρτιά και παρτιτούρες μπροστά της και όλο κάτι σημείωνε. Είχε πάψει να πηγαίνει στο κρεβάτι να κοιμηθεί μαζί της και βολευόταν σε διάφορα έπιπλα στο καθιστικό που ήταν και ο χώρος διδασκαλίας. Να δεις που αν το έσκαγε δε θα τον έπαιρνε είδηση. Σκέφτηκε ένα βράδυ και κατέληξε ότι αν ήθελε να πάψει να είναι αιχμάλωτος, έπρεπε να το σκάσει. Το θέμα ήταν, ότι έτσι όπως ήταν αποκλεισμένος στο σπίτι της Μαφάλντα δεν είχε πάρει είδηση ότι ήταν επικηρυγμένος, κι ότι πολλοί γάτοι είχαν βγει προς αναζήτησή του.

Ο Φράνκο πηγαινοερχόταν πέρα δώθε στην αλάνα. «Δεν μπορεί να είχε ανοίξει η γη και να τον είχε καταπιεί», συλλογιζόταν. «Να δεις που κάποιος τον είχε προειδοποιήσει». Καθόταν λίγο και σηκωνόταν ξανά αμέσως μην μπορώντας να σταθεί πουθενά «Θα φαίνομαι εντελώς ανίκανος στον Μακιαβέλι, να πάρει η ευχή. Βέβαια όσο δεν τον βρίσκει κανείς, δεν φαίνεται κανείς ικανότερος».

«Να τραγουδάει άραγε αλήθεια αυτός ο μαύρος γάτος;» ρώτησε δυνατά ο Τζίντζερ μυρίζοντας ένα χαμομηλάκι. «Αχ, αν τον έβρισκα θα του ζητούσα να κάνει καντάδα σε μια λευκή ψιψίνα με καταπράσινα μάτια».

«Μπορούσες απλά να τον υποχρεώσεις», σχολίασε ο Ρομπέρτο. «Μην ξεχνάς ποιος είσαι».

«Ναι, πράγματι... αλλά είναι ζόρικος γάτος, όπως και να το δεις. Οπότε θα προτιμούσα να τον πάρω με το καλό και να μου κάνει τη χάρη».

«Πόσο χαμηλά πέφτουν ορισμένοι γάτοι για τον ποδόγυρο», σχολίασε ο Ρομπέρτο ξεφυσώντας.

«Τι να τον θέλει ο Μακιαβέλι αυτόν τον μαύρο τενόρο;» αναρωτήθηκε ο Φράνκο.

«Μάλλον θα θέλει να κάνει καντάδα», σχολίασε ο Τζίντζερ αναστενάζοντας.

«Μπορεί να θέλει να στήσει κανένα γλέντι», παρατήρησε ο Ρομπέρτο.

«Να τον θέλει για κονσέρτο;»

«Αρχηγός είναι, δε μας πέφτει λόγος τι τον θέλει», παρατήρησε ο Ρομπέρτο. «Εμείς απλά πρέπει να τον βρούμε και να του τον πάμε».

«Σηκωθείτε πάμε ξανά στον ψηλό πλάτανο».

Ο Μαέστρο από την πλευρά του ανησυχούσε κι εκείνος, καθώς και οι υπόλοιποι αηδονοδιδάσκαλοι του Λούτσιο. Από τη μία εκείνος είχε μέρες να φανεί και από την άλλη η γειτονιά είχε γεμίσει με ύποπτες γατόφατσες που κάτι αναζητούσαν. Κάτι του έλεγε ότι ο μαθητής του είτε είχε πέσει είτε θα έπεφτε θύμα απαγωγής. Από ποιον όμως, τι μπορεί να γύρευαν από έναν απλό μαύρο γάτο; Μπορεί το ταλέντο του την ίδια ώρα να είχε γίνει η κατάρα του, τραβώντας την προσοχή επάνω του; Αν ίσχυε αυτό ο μαέστρο ήταν ο μόνος υπεύθυνος, αφού εκείνος είχε επιμείνει να το καλλιεργήσει, και ο λόγος του δεν ήταν αλτρουιστικός, ήθελε να προστατέψει τα αηδόνια του γεροπλάτανου, καθώς και τα υπόλοιπα πλάσματα.

«Να 'τοι πάλι» είπε, βλέποντας γάτους να μαζεύονται και να ελέγχουν τον χώρο.

Ο Λούτσιο ήταν έτοιμος για την μεγάλη έξοδο. Είχε πάρει θέση δίπλα στην πόρτα περιμένοντας να χτυπήσει το κουδούνι, μόλις άνοιγε η πόρτα εκείνος θα έτρεχε να βγει έξω. Με την αφηρημάδα της η Μαφάλντα πολύ αμφέβαλε αν θα το αντιλαμβανόταν. Θα έβγαινε έξω και έπειτα μην τον είδατε τον Παναγή. Για μια στιγμή έμεινε διστακτικός να αναρωτιέται ποιος μπορεί να είναι ο Παναγής, αλλά στον ήχο του κουδουνιού οι αισθήσεις του επανήλθαν σε εγρήγορση και κάθε άλλη σκέψη εξαφανίστηκε, όπως θα έκανε και ο ίδιος αν κατάφερνε να ξεφύγει. Άκουσε τα βήματα της Μαφάλντα να πλησιάζουν, η πόρτα άνοιξε και ο Λούτσιο μπερδεύτηκε στα ανθρώπινα πόδια.

«Να 'τος», κελάηδησε κάποιος από το δέντρο, βλέποντας τον Λούτσιο να βγαίνει από ένα σπίτι. Η καρδιά του σκίρτησε από ανησυχία.

«Να 'τος» νιαούρισε ένας γάτος, βλέποντας τον Λούτσιο να κάνει την εμφάνισή του και τρέχοντας να πλησιάζει στον πλάτανο.

«Μην κουνηθεί κανείς», διέταξε ο Φράνκο. «Περιμένετε. Όταν έρθει η ώρα θα σας πω εγώ».

Ο Λούτσιο έφτασε κάτω από το δέντρο, η καρδιά του βροντούσε μέσα στο στήθος του χαρούμενη που θα συναντούσε ξανά τα αηδόνια και θα ήταν ελεύθερος πια.

«Φίλοι μου, νιαούρισε. Επιτέλους!»

«Λούτσιο φύγε, στην έχουνε στημένη».

«Ποιος;» ρώτησε μπερδεμένος, κοιτώντας προς το σπίτι της Μαφάλντα. Τότε πρόσεξε από διάφορες γωνιές γάτους να κάνουν την εμφάνισή τους και να τον πλησιάζουν.

«Run Forrest cat, run!» του φώναξε ένα αηδόνι σινεφίλ και ο Λούτσιο ξεκίνησε να τρέχει, ενώ αηδόνια και τζιτζίκια πέταξαν από πάνω του, συντεταγμένα προς τους άλλους γάτους και τους επιτίθονταν ραμφίζοντάς τους, δίνοντας τον χρόνο στον Λούτσιο να ξεφύγει.   

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟΠΕΜΠΤΟ –Ο παπουτσωμένος γάτος- 

Η Μαφάλντα ήταν ενθουσιασμένη με τον Λούτσιο. Οι προσευχές της είχαν εισακουστεί με τον πιο παράδοξο και ευλογημένο τρόπο. Δεκάδες δρόμοι άνοιγαν μπροστά της. Άπειρες επιλογές για το πώς θα συνέχιζε τη ζωή της. Οι πονοκέφαλοι, ο εκνευρισμός, τα νεύρα της είχαν περάσει. Το αδέσποτο που είχε πάρει υπό την προστασία της δεν ήθελε παρακάλια να τραγουδήσει. Με το που έπαιζε μια νότα στο πιάνο εκείνο τη συνόδευε με τη φωνή του. Πολλές φορές η Μαφάλντα σκεφτόταν ότι αυτό δεν ήταν δυνατόν, ότι θα ξύπναγε μέσα στη νύχτα και το όνειρο θα εξατμιζόταν σαν βραστό νερό που το καταπίνει ο απορροφητήρας. Όμως όχι, κάθε βράδυ ξάπλωνε ανάλαφρη για ύπνο, με το αδέσποτο να έρχεται να κοιμηθεί κοντά της και το πρωί ξύπναγε και το έβρισκε εκεί να κοιμάται του καλού καιρού και κάποιες φορές να ροχαλίζει ελαφρά. Οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια της είχαν εξαφανιστεί. Το πρόσωπό της είχε βρει το χρώμα του. Ήταν ξεκούραστη, καλοδιάθετη, ευγενική και υπομονετική με τους μαθητές της. Σε κάποιους μάλιστα είχε αρχίσει να διακρίνει ψήγματα ταλέντου. Στο μυαλό της είχε αρχίσει να πλάθει όνειρα και σχέδια για το μέλλον.

Από το πρωί που θα πέταγε τα σκεπάσματα μέχρι το βράδυ που θα έκλεινε τα μάτια της σιγομουρμούριζε τραγούδια. Σκεφτόταν πως μπορούσε να αξιοποιήσει το ταλέντο του μαύρου της γάτου. Σίγουρα θα μπορούσε να δώσει παραστάσεις. Θα τον λάτρευαν στις πλατείες, αλλά και στα τσίρκο. Όμως όχι, η Μαφάλντα δε θα στεκόταν αγνώμον απέναντι στο δώρο του. Ο γάτος της δεν ήταν ένα παράξενο πλάσμα άξιο να εμφανίζεται στο τσίρκο σαν νούμερο, ο γάτος της ήταν σπουδαίος ερμηνευτής, του άξιζε να φτάσει στη Σκάλα του Μιλάνου και να ανέβει όλα τα σκαλιά μέχρι την κορυφή της δόξας. Μια δόξα που εκείνη είχε χάσει. Ήξερε ότι θα έδειχναν δυσπιστία απέναντι τόσο στην ίδια όσο και στο μαυράκι της, όμως δε θα το έβαζε κάτω, θα έκανε το καλύτερο και για τους δυο τους. Θα μπορούσε να τραγουδήσει και σε όπερα ο γατούλης, αλλά ποιος θα έδινε ρόλο σε έναν γάτο και ποιον;

«Ο παπουτσωμένος γάτος!» σκέφτηκε και φώναξε με ενθουσιασμό η Μαφάλντα, κάνοντας τον Λούτσιο να ανασηκωθεί ξαφνιασμένος και να την κοιτάξει. Από τη στιγμή εκείνη και έπειτα ένας νέος δημιουργικός πυρετός κατέβαλε την πριμαντόνα το παρελθόντος, ξεκινώντας να γράφει μοντέρνα όπερα το παραμύθι του Παπουτσωμένου γάτου. Ποιος να της έλεγε ότι το μεράκι της θα μετατρεπόταν σε ταλέντο και ότι εκείνη μπορούσε να γράψει τα λόγια και τη μουσική για ολόκληρη όπερα.

Όμως πώς περνούσε ο Λούτσιο στο σπίτι του θηλυκού Μαικήνα του; Αρχικά ήταν ευχάριστα και πιο δροσερά από ότι στο δρόμο. Είχε άνετα σημεία να ξαπλώσει και μπόλικη τροφή. Ευχαριστιόταν το τραγούδι και την παρέα της πολυάσχολης πριμαντόνα, όχι όμως και τα μαθήματα των επισκεπτών της, εκτός κι αν ήταν πιάνου. Αυτό που δεν τον χαροποιούσε καθόλου ήταν οι επισκέψεις του στο γιατρό. Κάθε τρεις και λίγο μια βελόνα χωνόταν στο δέρμα του. Και τι εμβόλιο δεν είχε φροντίσει να του κάνουν! Μια μέρα άκουσε να ρωτάει τη Μαφάλντα ο γιατρός.

«Τι σκέφτηκες, θα του κάνεις τελικά στείρωση;»

«Όχι φυσικά», απάντησε τρομοκρατημένη η Μαφάλντα. Πρέπει να ήταν κάτι όχι και πολύ ευχάριστο για να πάθει τέτοια κρίση η προστάτιδά του.

«Μα Μαφάλντα, σου έχω εξηγήσει δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο η ερωτική επαφή στα ζώα όπως στους ανθρώπους».

«Καλέ μου, νομίζεις ότι με απασχολεί η ερωτική ζωή ενός γάτου...»

«Τότε;»

«Η φωνή του, ξέρεις τι παθαίνουν όσοι, τέλος πάντων καταλαβαίνεις... Η φωνή του είναι τέλεια όπως είναι, δεν υπάρχει κανένας λόγος να το ρισκάρω, κι ας κάνει όσα μπάσταρδα γατάκια θέλει. Ένα να πάρει το ταλέντο του θα είμαι ευτυχής».

«Πραγματικά, τώρα κι αν δε σε καταλαβαίνω».

«Δεν πειράζει, θα έρθει η ώρα που θα με θυμηθείς», απάντησε και αφού έβαλε τον Λούτσιο στο καλάθι του, έφυγε για να επιστρέψει στο σπίτι.

Ωραία και άνετη η ζωή στο σπίτι της Μαφάλντα, αλλά ήταν στιγμές που εκείνος κοίταζε το ψηλό δέντρο, με τα αηδόνια, τα τζιτζίκια και τα σκιουράκια και ένιωθε μόνος του. Ήθελε πολύ να επισκεφτεί τους φίλους του, αλλά η Μαφάλντα είχε κλειστές όλες τις πόρτες και τα παράθυρα. Κι όταν γρατσούνιζε την πόρτα μπας και της δώσει να καταλάβει ότι ήθελε να βγει έξω, εκείνη πήγαινε και τον έπαιρνε στην αγκαλιά της.

Να τον σκέφτονταν άραγε οι φίλοι του ή να τον είχαν ξεχάσει; Να αναρωτιόταν γιατί είχε εγκαταλείψει τα μαθήματά του; Έπρεπε να βρει τρόπο να βγει έξω. Μπορεί να ήταν άνετη αλλά δεν του ταίριαζε η ζωή κλεισμένη σε ένα σπίτι. Ήθελε να είναι και μέσα και έξω, ανάλογα με τα γούστα του.     

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟΤΕΤΑΡΤΟ –Φήμες-

Ο Ρομπέρτο με τον Τζίντζερ κοιτάχτηκαν απορημένοι.

«Τίποτα».

«Τίποτα», επανέλαβε και ο Τζίντζερ.

«Κι εσύ Φράνκο;» τον ρώτησε ο Μακιαβέλι, παρατηρώντας ότι είχε παραμείνει σιωπηλός. Τα γρανάζια του μυαλού του κινούνταν και ο Μακιαβέλι είχε μάτια να τα δει και αυτί για να τα ακούσει.

«Έχω ακούσει φήμες!» απάντησε τελικά. Ο Μακιαβέλι συνέχισε να τον κοιτάζει περιμένοντας να συνεχίσει. «Πήγα στο μέρος που σύχναζε, και που κατά τα κουτσομπολιά έκανε τις πρόβες του. Δεν βρήκα κανέναν γάτο να τραγουδάει».

«Αλλά;»

«Δε βρήκα τίποτα άξιο λόγου και ενδιαφέροντος ώστε να ενοχλήσω άσκοπα τον αρχηγό μας, που έχει τόσες υποθέσεις να διευθετήσει».

«Συνάντησες κάποιον γάτο εκεί που πήγες;»

«Όχι, το μέρος ήταν έρημο».

«Οπότε απλά μπορεί να απουσίαζε».

«Παρέμεινα αρκετές ώρες».

«Γιατί πήγες μόνος σου;»

«Οι γάτοι μου είχαν δουλειές. Όπως και να έχει σκεφτόμουν να πάω ξανά, αλλά με πρόλαβε η πρόσκλησή σας».

«Σύμφωνοι, καλό θα ήταν την επόμενη φορά να μην πας μόνος σου, τρία ζευγάρια μάτια είναι καλύτερα από ένα».

«Μάλιστα αρχηγέ!»

«Θα σας δώσω την περιγραφή να ξέρετε τι ψάχνετε. Πρόκειται για έναν μαύρο γάτο, με το ένα μάτι μπλε και το άλλο πράσινο».

«Αυτό τον ξέρω», πετάχτηκε όλο ενθουσιασμό ο Τζίντζερ, τραβώντας την προσοχή επάνω του. Μόλις τον κοίταξε ο Μακιαβέλι εκείνος έσφιξε τα χείλη του, όταν του έκανε νόημα να μιλήσει, ο Τζίντζερ κόμπιασε. Όλα τα μάτια ήταν στραμμένα επάνω του, ακόμη και τα υπέροχα πράσινα μάτια της λευκής παρέας του αρχηγού.

«Αν πρόκειται για τον ίδιο φυσικά, και όχι για κάποιον που απλά του έμοιαζε».

«Πού τον συνάντησες;»

«Δεν ήμουν μόνος μου, ήμασταν όλο το τιμ. Είχαμε πάει στην ψαραγορά, ο γάτος που λέτε ... ή ο σωσίας του, ήταν εκεί και παραφυλούσε, όταν βούτηξε σε ένα μηχανάκι και άρπαξε ένα ψάρι, τσιπούρα, και το έβαλε στα πόδια».

«Κι εσείς τον αφήσατε έτσι απλά να κάνει ό,τι θέλει στην επικράτεια μου;»

«Όχι βέβαια, τον ακολουθήσαμε...»

«Ο γάτος στον οποίο αναφέρεται ο Τζίντζερ», τον διέκοψε ο Φράνκο προκειμένου να αποφύγει το Γατερλό, «είχε αρκετά προτερήματα που θα τον έκαναν έναν εξαιρετικό στρατιώτη, ήταν έξυπνος, τολμηρός, σβέλτος. Τον πλησιάσαμε να τον στρατολογήσουμε».

«Και;» ρώτησε ανυπόμονα ο Μακιαβέλι

«Δε δέχτηκε» απάντησε απογοητευμένα ο Τζίντζερ. Ο Φράνκο σκέφτηκε να του ρίξει μια κλωτσιά, αλλά δεν επιτρεπόταν να το κάνει μπροστά στον αρχηγό, μετά θα τον έριχναν στα μαύρα σκυλιά.

«Έτσι απλά δε δέχτηκε!» ρώτησε εκνευρισμένος ο Μακιαβέλι.

«Ξέρετε πως είναι», πρόλαβε ο Φράνκο τον Τζίντζερ. «Δεν είναι εύκολο από τη μια στιγμή στην άλλη να γίνεσαι μέλος της μεγάλης, λαμπρής οικογένειάς μας, αρκετοί φοβούνται. Ανησυχούν μην τα κάνουν θάλασσα και βρεθούν τσιμεντωμένοι στο βυθό της Μεσογείου. Οπότε αποφάσισα να του δώσω τον χρόνο να το σκεφτεί».

«Και το σκέφτηκε;»

«Δεν τον συναντήσαμε ακόμα. Ακούγοντας για τον μαύρο γάτο με τα διαφορετικού χρώματος μάτια που τραγουδάει πήγα να τον συναντήσω και να δω αν πρόκειται για το ίδιο μουσούδι».

«Αλλά δεν τον συνάντησες», πρόσθεσε ο Μακιαβέλι. «Έμαθα ότι εσύ τον αναζήτησες τον μαύρο γάτο, Φράνκο, κι έτσι οι αδέσποτοι έπεσαν πάνω στον τραγουδιστή. Υποθέτω ότι τον αναζήτησες για να τον συνετίσεις και να τον βάλεις στην ομάδα σου, όχι ως διασκεδαστή, αλλά ως στρατιώτη. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγω. Ξέρω ότι μου είσαι πιστός και ό,τι κάνεις το καλύτερο που μπορείς, αλλά δε μου αρέσει να μου κρύβουν πληροφορίες. Γνωρίζω επίσης ότι είσαι γάτος των αποτελεσμάτων και όχι της κουβέντας, γι' αυτό και αυτή τη φορά στη χαρίζω. Κάνε τις κινήσεις σου, ξετρύπωσε τον τραγουδιστή και φερ' τον μου, θα δω τα ταλέντα του και θα αποφασίσω για το ρόλο του στη μεγάλη μας οικογένεια».

Και έπειτα με ένα κούνημα του ποδιού, τους έδειξε τον δρόμο. Η συνάντηση είχε λάβει τέλος, για την ώρα τουλάχιστον.       

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟΤΡΙΤΟ –Capo di tutti capi[1]-

Η ομάδα του Φράνκο κλήθηκε να επισκεφτεί τον αρχηγό στο σπίτι του. Ένα χρυσό κλουβί που πρόσφερε όλες τις ανέσεις, δεν έπαυε να παραμένει κλουβί. Βέβαια από τέσσερις τοίχους με ένα σιδερένιο κρεβάτι και ένα στρώμα που βουλιάζει κι έχει όλο λακκούβες, σαν επαρχιακός δρόμος, ποιος δε θα προτιμούσε μια χρυσή έπαυλη! Ο Φράνκο γνώριζε ότι πολλές γάτες θα θυσίαζαν την ελευθερία τους και τις βόλτες τους στους δρόμους για τέτοια πολυτέλεια. Μήπως και στον ίδιο δε θα άρεσε να είναι ξαπλωμένος τεμπέλικα στα άνετα έπιπλα και να του σερβίρουν ό,τι τραβούσε η όρεξή του, να σκάβουν για εκείνον την άμμο του και να του σκουπίζουν τον πισινό με μετάξια! Όμως περισσότερο από αυτό θα του άρεσε να είναι αρχηγός. Το ενδεχόμενο του τίτλου τον ενθουσίαζε. Ακόμη κι αν παραμένουν κλεισμένοι σπίτια τους, προστατευμένοι από αντίθετες φατρίες, μα και δικούς τους που εποφθαλμιούν τη θέση τους, δεν παύουν να είναι αρχηγοί με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Πόσες και πόσες φορές ο Φράνκο δεν ονειρεύτηκε να είναι ο αρχηγός των αρχηγών κι όχι απλά ένας τοπικός αξιωματούχος! Πάλευε συνέχεια να δείξει την αξία του και θεωρούσε ότι έχαιρε της εκτίμησης του Μακιαβέλι, άλλωστε ήταν μακρινοί συγγενείς.

Κάθε φορά που πήγαιναν να επισκεφτούν τον αρχηγό τους με το τόσο ηγεμονικό όνομα, έπρεπε να περάσουν μια σειρά άθλων, πριν καταφέρουν να βρεθούν στην αίθουσα του θρόνου, όπου ο Μακιαβέλι, ο χοντρός λευκός γάτος, ήταν ξαπλωμένος σαν την Κλεοπάτρα, πότε σε ανάκλιντρο και πότε σε ένα μαξιλάρι γεμάτο φτερά χήνας. Αρχικά έπρεπε να πηδήξουν τη μάντρα όπου είχε αποκόψει τον έξω κόσμο από τη σπιταρόνα, έπειτα να στριμωχτούν να περάσουν τα στενά κάγκελα, αν και αυτό δεν ήταν πρόβλημα για το ευλύγιστο σώμα ενός γυμνασμένου αιλουροειδούς. -Στην περίπτωση βέβαια του αρχηγού ούτε το πόδι του δε θα μπορούσε να περάσει ανάμεσα από τα κάγκελα, αλλά αυτό ήταν δικό του πρόβλημα. Αν ο Φράνκο έφτανε ποτέ στη θέση του αρχηγού των αρχηγών θα φρόντιζε να κρατιέται σε φόρμα, είχε υποσχεθεί στον εαυτό του. Δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει υπέρβαρος, να γλιτώσει από τους εχθρούς του και να πάει από καρδιά-. Το τρίτο σημείο που σοβάρευε πολύ στο να καταφέρουν να φτάσουν στον Μακιαβέλι ήταν οι σκύλοι φύλακες που πρόσεχαν την περιουσία του και που δε γνώριζαν ότι προστάτευαν έναν γάτο, οι ανόητοι! Και επειδή οι σκύλοι είναι ο αιώνιος αντίπαλος των γατιών έπεφτε τρελό κυνηγητό και αλίμονο αν κάποιος υπαρχηγός έπεφτε στα δόντια κάποιου από αυτούς. Αφού κατάφερναν να περάσουν και το εμπόδιο των κατοικίδιων, έμεναν οι υπηρέτες, που θεωρούσαν τους υπαρχηγούς ως ένα τσούρμο αδέσποτων γεμάτων παράσιτα που έρχονταν να μολύνουν το σπίτι. Εκεί να δεις κυνηγητό και σε αντίθεση με τους σκύλους, επέμεναν περισσότερο και ψάχνανε τους γάτους σε κάθε γωνιά μέσα στο σπίτι. Ύστερα θα χρειάζονταν τρία γεύματα να συνέλθουν. Που φυσικά και δε θα τους προσέφερε ο μονοφαγάς Μακιαβέλι.

Και μετά από όλα όσα σας διηγήθηκα, ο Φράνκο, με τον Ρομπέρτο και τον Τζίντζερ στάθηκαν έξω από την κλειστή πόρτα του δωματίου που οδηγούσε στο γάτο όλων των γάτων, να ανακτήσουν την αναπνοή τους. Όσο γυμνασμένος και να είσαι, πάντοτε αποτελεί μια πρόκληση να καταφέρεις να φτάσεις στον Μακιαβέλι. Και φυσικά δεν ήθελε να τους δει κουρασμένους και καταπονημένους, τι γνώμη θα σχημάτιζε για τον υπαρχηγό του και την ομάδα του, άσχετο αν ο ίδιος είχε ξεχάσει πως περπατάνε έτσι που τον κουβαλούσαν σαν κατοικίδιο όλη την ώρα στα χέρια οι συγκάτοικοί του στο σπίτι, που ο Μακιαβέλι συνήθιζε να αποκαλεί φιλοξενούμενους.

Από τις λίγες πληροφορίες που είχε ο Φράνκο για τους φιλοξενούμενους του Μακιαβέλι ήταν ότι κι εκείνοι ασχολούνταν αντίστοιχα με δουλειές σαν και του αρχηγού τους, αλλά σε ανθρώπινα ζητήματα. Ο Φράνκο αν και δεν το εξέφρασε ποτέ δυνατά, είχε αμφιβολίες αν όντως ήταν φιλοξενούμενοι του αρχηγού τους οι άνθρωποι. Στο μυαλό του δύο ήταν τα πιθανά σενάρια. Ή ήταν συνεργάτες και είχαν μοιράσει την περιοχή ανάλογα με τις γατίσιες και τις ανθρώπινες υποθέσεις ή οι άνθρωποι ήταν η βιτρίνα του Μακιαβέλι. Αν ίσχυε το δεύτερο ενδεχόμενο τότε ο Μακιαβέλι ήταν πράγματι πολύ ισχυρός και μπορεί σωματικά να μην τα κατάφερνε, έτσι όπως είχε μετατραπεί σε βαρελάκι πολύ καλά, αλλά τι να το κάνεις το γυμνασμένο σώμα αν έχεις μυαλό γεμάτο γυμνασμένους μυς που δε σταματάει στιγμή να εργάζεται.

Αφού κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και κούνησαν καταφατικά το κεφάλι τους, ο Φράνκο χτύπησε την πόρτα. Ένα αδύναμο νιάου, τους υποδέχτηκε και εκείνοι μπήκαν. Μια νεαρή λευκή γάτα, με πράσινα μάτια τους θωρούσε. Ο Ρομπέρτο σκούντησε τον Τζίντζερ που κόντευαν να του τρέξουν τα σάλια βλέποντας μπροστά του τέτοιο θηλυκό. Προφανώς ήταν η νέα συντροφιά του αρχηγού και δεν επιτρέπεται να κοιτάμε σαν ξελιγωμένοι γάτοι ό,τι ανήκει σε εκείνον. Ο Μακιαβέλι γύρισε και τους κοίταξε, εκείνη την ώρα έτρωγε το πατέ του από συκώτι χήνας. Προφανώς ήταν ιδιαιτέρως οικονόμος, κι ας είχε έναν σκασμό καλούδια. Τίποτα δεν άφηνε να πάει χαμένο. Από τη μία έτρωγε το κρέας και τα εντόσθια μιας χήνας και από την άλλη έκανε τα φτερά της μαξιλάρι.

Αφού ο Μακιαβέλι τελείωσε το γεύμα του και γλείφτηκε, επέστρεψε στη θέση του στο μαξιλάρι και τους κοίταξε.

«Νιαου!»

«Νιαου!»

«Νιαου!» τον χαιρέτησαν και οι τρεις τους κι εκείνος κούνησε το κεφάλι του.

«Ζήτησες να μας δεις!» ξεκίνησε ο Φράνκο, αφού πρόσεξε ότι ο Μακιαβέλι δεν έλεγε να ξεκινήσει. Ίσως είχε βαρύνει από το φαγητό και να ήθελε να κοιμηθεί, αλλά δεν μπορούσαν να περιμένουν δώδεκα ή δεκαπέντε ώρες τον αρχηγό τους να αναπαυθεί. Το να μείνουν τόσες ώρες στο σπιτικό του... αν τους έπαιρναν είδηση θα είχαν πρόβλημα.

«Πράγματι», απάντησε ο αρχηγός.

«Εδώ είμαστε λοιπόν».

«Τι γνωρίζετε για έναν γάτο που τραγουδάει;» 

Κεφάλαιο Δώδεκα – Ένα ταλέντο ανακαλύπτεται-

Η Μαφάλντα εκείνο το πρωί είχε ξυπνήσει με πονοκέφαλο. Ο καφές και τα παυσίπονα που είχε πάρει δεν την είχαν βοηθήσει, ενώ τα φάλτσα των μαθητών της είχαν μετατρέψει τον πονοκέφαλο σε έντονη ημικρανία. Ήταν στιγμές που σκεφτόταν να πάρει το σκουπόξυλο και να διώξει κάθε έναν από αυτούς από το σπιτάκι της, αλλά πάλι τους χρειαζόταν. Ταλαντούχοι ή ατάλαντοι ήταν αυτοί που της πρόσφεραν τον επιούσιο. Αναγκαζόταν λοιπόν να μορφάζει με τα χείλη σφιγμένα προσποιούμενη ότι χαμογελάει και να μισοκλείνει τα μάτια.

Γιατί είχε φανεί τόσο ανόητη, αναρωτιόταν την ώρα των μαθημάτων. Γιατί είχε ακούσει τότε την περηφάνια της και δεν είχε παραμείνει στην όπερα, κι ας έπαιζε δεύτερους ρόλους. Προτιμότερο θα ήταν. Πιο καλός και σίγουρος μισθός, ενώ θα ήταν και η ίδια δραστήρια, αντί να κάθεται να ακούει άλλους να τσιρίζουν ενθουσιασμένοι, πιστεύοντας ότι τραγουδούν και ότι σύντομα θα κατακτήσουν το μουσικό στερέωμα της ποπ ή της ροκ. Γιατί δεν είχε προσπαθήσει να ανακτήσει το ταλέντο της στο πιάνο, στοχεύοντας σε μια καριέρα πιανίστριας! Ή τέλος πάντων γιατί δεν είχε προσπαθήσει να κάνει καριέρα ποπ τραγουδίστριας. Η φωνή της ήταν και με το παραπάνω καλή για πιο απλά τραγουδάκια χωρίς πολλές απαιτήσεις. Μια χαρά θα τα είχε καταφέρει και θα έρρεε και το χρήμα άφθονο.

Να που καταλήγεις αν δεν έχεις μυαλό και παίρνεις αποφάσεις χωρίς να το σκεφτείς, μουρμούρισε.

«Είπατε κάτι senora Μαφαλντα;» τη ρώτησε η νεαρή μαθήτρια της.

«Όχι, συνέχισε!» για όσο αντέχω ακόμα.

«Σας άρεσε όπως το είπα; Το τραγουδάω νύχτα μέρα, στο σπίτι, στο δρόμο, στο μπάνιο, στο σχολείο ακόμη και στον ύπνο μου».

«Φαντάσου!» μουρμούρισε η Μαφάλντα.

«Ορίστε;»

«Μπορείς και καλύτερα Αντόνια», είπε και κάθισε στο πιάνο. «Κάτσε να δοκιμάσουμε λίγο με τη συνοδεία του πιάνου. Ίσως σε βοηθήσει να πατήσεις καλύτερα στις νότες», σχολίασε ευγενικά.

Όμως τα πράγματα αντί να καλυτερέψουν χειροτέρευαν, η φωνή της Αντόνια δεν είχε κανέναν μέτρο, ενώ ανά διαστήματα ακουγόταν σαν κάποιος να πάταγε την ουρά μιας γάτας.

Αν συνεχίσω για πολύ με την Αντόνια για μαθήτρια θα πεθάνω. Καλύτερη νηστική παρά αυτό το μαρτύριο.

«Σταμάτα!» την πρόσταξε επιτακτικά, τρομάζοντας το κορίτσι. «Συγγνώμη Αντόνια, έχω λίγο πονοκέφαλο σήμερα και μου προκαλεί εκνευρισμό», σε συνδυασμό με τη φωνή σου. «Θέλω να καθίσεις στον καναπέ και να ακούσεις που θα παίζω τις νότες, χωρίς να τραγουδάς.

«Μάλιστα κυρία Μαφάλντα», απάντησε η έφηβη και κάθισε.

«Ωραία», είπε και ξεκίνησε να παίζει τις νότες.

Σύντομα μια μελωδική φωνή άρχισε να τη συνοδεύει.

«Μπράβο Αντόνια, θέλεις δουλίτσα, αλλά αρχίζεις να καλυτερεύεις», σχολίασε ανακουφισμένη η Μαφάλντα.

«Μα δεν τραγουδάω».

«Όχι;» είπε και τότε πρόσεξε ότι αυτό που ακουγόταν δεν ήταν ακριβώς μουρμουρητό από πίσω της, αλλά ένας λίγο πιο απόμακρος ήχος που όμως ερχόταν σε απόλυτη αρμονία με τις νότες στο πιάνο. Η Μαφάλντα σταμάτησε και η φωνή σιώπησε κι αυτή. Η Μαφάλντα ξεκίνησε και η φωνή τη συνόδευσε. Χωρίς να σταματήσει να παίζει στο πιάνο, ζήτησε από τη μαθήτρια της να ανοίξει την εξώπορτα.

«Πήγαινε σιγά, δε θέλουμε να τρομάξουμε το παιδί που στέκεται στην πόρτα, μη σε καταλάβει, μέχρι να δούμε ποιος είναι». Η Αντόνια απορημένη σηκώθηκε. Τι είχε αυτός που τραγουδούσε έξω από το σπίτι της δασκάλας της που δεν το είχε η ίδια; Μάλλον ήταν η άγνωστη ταυτότητα του τραγουδιστή που γοήτευε την κ. Μαφάλντα.

Όμως όταν άνοιξε την πόρτα βρέθηκε μπροστά σε έναν μαύρο γάτο που τραγουδούσε.

«Δεν μπορεί», είπε έκπληκτη η Αντόνια, η Μαφάλντα σηκώθηκε και έτρεξε στην πόρτα, κοιτάχτηκε με τον Λούτσιο, που αφού της νιαούρισε αποφάσισε ότι ήταν καλή ώρα να πάρει ένα μπανάκι, κι άρχισε να γλείφεται. 

Κεφάλαιο έντεκα Ιταλία- Το μούτρο-

Ο Λούτσιο μετά από ένα ακόμη μάθημα με τα αηδόνια, που το παρακολούθησαν από τα τζιτζίκια ως και τα σκιουράκια που φώλιαζαν στο δέντρο, αποφάσισε να παρατείνει τη διαμονή του σε αυτό. Αν και ήταν ένα ζώο του εδάφους, καμία σχέση με τα πουλιά και τα ζωύφια, εκτιμούσε τόσο τη δροσιά που υπήρχε ανάμεσα στα καταπράσινα φύλλα όσο και την παρέα. Πλέον ένιωθε μέλος της συντροφιάς. Εκεί πάνω η ζωή ήταν στολισμένη με χρώματα, ενώ από κάτω μόνο ζέστη και σκόνη υπήρχε.

Αραγμένος με μισόκλειστα μάτια χουζούρευε, αναρωτώμενος αν τελικά τα ζωάκια εκτιμούσαν τις φωνητικές του ικανότητες ή παρακολουθούσαν τα μαθήματα από περιέργεια. Δεν είναι και λίγο να βλέπεις έναν γάτο να τραγουδάει, και μάλιστα να έχει για δασκάλους φωνητικής την τροφή του. Αν τραγουδούσα ελεεινά όσο και να ήθελαν να με κολακέψουν δε θα έμεναν όλη την ώρα του μαθήματος, συμπέρανε, αυτά δεν ξέρουν να υποκρίνονται άλλωστε. Μάλιστα του είχε φανεί ότι ένα σκιουράκι, στο τέλος χτύπησε τα μπροστινά του ποδαράκια με επιδοκιμασία, όπως κάνουν οι άνθρωποι.

Μάλλον θα ακούγομαι! Τα μυαλά τουΛούτσιο δεν είχαν πάρει αέρα, από τις σπάνιες για γάτα φωνητικές του ικανότητες, αντιθέτως καταλάβαινε πόσο αντίθετο ήταν στη φύση του αυτό του το ταλέντο. Ανησυχούσε μάλιστα ότι οι άλλες γάτες θα τον έπαιρναν με τις πέτρες αν μάθαιναν ότι προσπαθούσε να τραγουδήσει. Όμως πότε είχε νοιαστεί εκείνος για τις άλλες γάτες και τη γνώμη τους! Μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα δεν είχε περιφρονήσει τους πιο κακόφημους γάτους της περιοχής, μην επιτρέποντάς τους να φάνε από το ψάρι του και μη θέλοντας να μπει στη συμμορία τους;

Είχαν περάσει μέρες και μέρες που περίμενε αντίποινα, αλλά τελικά δε συνέβη τίποτα. Θα είχαν θεωρήσει ότι δεν άξιζε τον κόπο. Εκτός κι αν τον είχαν φοβηθεί. Έτσι όπως είχε σταθεί θαρραλέα απέναντί τους, ποιος ξέρει με ποιον είχαν πιστέψει ότι έχουν να κάνουν. Ίσως είχε κερδίσει την εκτίμησή τους, αλλά πάλι οι νταήδες δε συνηθίζουν να εκτιμούν κάποιον, αντιθέτως αν κάποιος υψώσει το ανάστημά του, φροντίζουν να του δώσουν ένα μάθημα, προς παραδειγματισμό των άλλων. Δεν ήξερε τι είχε συμβεί, αλλά αφού είχε γλιτώσει δεν τον ενδιέφερε. Έπρεπε να αποφασίσει τι θα κάνει με το ταλέντο που είχε. Θα μπορούσε άραγε να βιοποριστεί με κάποιον τρόπο, τραγουδώντας στους δρόμους και πείθοντας τους ανθρώπους να του ρίξουν κάποιον μεζέ; Όμως εκείνος τραγουδούσε για δική του ευχαρίστηση και των φίλων του, δεν του φαινόταν σωστό να ζητιανέψει την ανθρώπινη προσοχή, είναι τόσο αλλοπρόσαλλα αυτά τα δίποδα πλάσματα. Δεν έχουν καμία σχέση με τη δική μας απλότητα. Δες τα τζιτζίκια, με τόσο περιορισμένο χρόνο και πως διασκεδάζουν την κάθε τους μέρα. Έχουν αφήσει στην άκρη τις στενοχώριες, δεν έχουν αφήσει χρόνο για αυτές, μόνο για τραγούδι, φλερτ και χαρά. Τα αηδόνια που χαιρετούν με το τραγούδι τους την κάθε ημέρα, και πετάνε για να φροντίσουν τα μικρά τους στις φωλιές και βρίσκουν χρόνο και για εμένα. Τα σκιουράκια που κάνουν και αυτά τα δικά τους, κι ας μην τα καταλαβαίνω. Οι άνθρωποι είναι πολύπλοκοι και συχνά γίνονται κακοί χωρίς λόγο.

Από αυτή την άποψη έχουμε κοινά, σκέφτηκε ανοίγοντας το μάτι του. Τότε πρόσεξε ότι κάτω από το δέντρο βρισκόταν ένα λευκός γάτος, που το μούτρο του κάτι του θύμιζε. Όταν είδε ένα κόκκινο μπάλωμα στη μια πλευρά του και από την άλλη ένα σκούρο, θυμήθηκε ακριβώς ποιος ήταν.

Τι γύρευε αυτός εκεί; Καλά το είχε φανταστεί ότι δε θα τον άφηναν ήσυχο. Γι' αυτό τις περασμένες μέρες είχε παρελάσει κάθε ύποπτη γατόφατσα κάτω από το δέντρο, τους είχε αμολήσει να τον βρουν. Τι έπρεπε να κάνει; Να παραμείνει καμουφλαρισμένος μέσα στην καταπράσινη φυλλωσιά ή να κάνει την εμφάνισή του, αντιμετωπίζοντάς τον;

Περίεργο, σκέφτηκε ο Φράνκο, δε φαίνεται πουθενά ο φίλος μας, αν και το δέντρο έχει έντονα τη μυρωδιά του.

«Που είσαι Γατομεσσία;» Νιαούρισε λίγο πιο δυνατά.

«Γατομεσσία! Άλλον ψάχνει;» αναρωτήθηκε ο Λούτσιο.

«Όλο βλακείες, τάχα είναι πάνω στο δέντρο αιωρείται και τραγουδάει ύμνους, όπως το Niaou Maria!»

«Υπάρχει κι άλλος τραγουδιστής; Μα σε πόσους κάνουν πια μάθημα τα αηδόνια; Είναι πονηρά τελικά και δεν τους φαίνεται, μας κάνουν μάθημα για να μην τα φάμε. Εντάξει λοιπόν αηδονάκια, κερδίσατε, δεν πάει στη γατοευαίσθητη καρδούλα μου να σας κάνει μεζέ για το στομάχι της».

Ένα κουκουνάρι έπεσε απευθείας στο κεφάλι του Φράνκο,

«Ωχ», νιαούρισε και γύρισε και κοίταξε προς τα πάνω. Ίσα που πρόλαβε να κρυφτεί ο Λούτσιο για να μην τον δει. Όμως ο Φράνκο είδε την κίνηση και κατάλαβε ότι μάλλον υπήρχε ένα ίχνος αλήθειας σε αυτά που του είχαν πει οι υπόλοιποι γάτοι. Δεν το σκέφτηκε στιγμή, είχε έρθει η ώρα να λύσει το μεταξύ τους θέμα. Ξεκίνησε να ανεβαίνει τον κορμό, όμως τότε μια πραγματική βροχή κουκουναριών έσκασε στο κεφάλι του και τον ανάγκασε να κάνει όπισθεν και να μην επιχειρήσει να ανέβει το δέντρο.

«Ώστε έτσι το θες; Καλά λοιπόν, θα επιστρέψω και τότε δε θα έχεις πουθενά να κρυφτείς!» νιαούρισε αγριεμένος στο δέντρο, αλλά του ήρθαν κατακέφαλα πέντε έξι επιπλέον κουκουνάρια. Μόλις απομακρύνθηκε μια οικογένεια σκίουρων κατέβηκε να μαζέψει την τροφή της που την είχε μετατρέψει σε πολεμοφόδιο.

«Τι κοιτάς;» ρώτησε ο τζίτζικας τον Λούτσιο. «Πήγαινε να τους βοηθήσεις να τα μαζέψουν, για να προστατέψουν εσένα πέταξαν την τροφή τους».

Ο Λούτσιο κούνησε αμήχανα το κεφάλι του και κατέβηκε να μαζέψει μαζί με τα σκιουράκια τα κουκουνάρια.

«Δε βλάπτει λίγη απόσταση», σχολίασε η μαμά σκιουρίνα. «Το ότι σε βοηθήσαμε δε σημαίνει ότι δε σε φοβόμαστε».

«Μάλιστα», υπάκουσε ο Λούτσιο και συνέχισε να τους βοηθάει να μαζέψουν την τροφή τους. 

Κεφάλαιο Δέκατο – Αναφορά-

Περίεργες πληροφορίες άρχισαν να καταφτάνουν στον Φράνκο για τον μαύρο γάτο. Πολλοί τον είχαν παρουσιάσει σαν ένα μυστήριο πλάσμα, ενώ κάποιοι είχαν φτάσει σε εξωπραγματικές περιγραφές, Κάποιος τόλμησε να σχολιάσει ότι δεν πρόκειται για γάτο με σάρκα και οστά, αλλά για αερικό. Τα πόδια του δεν πάταγαν στο χώμα, αλλά αιωρούνταν στον αέρα. Κάποιος άλλος είπε ότι τον είδε να συζητάει με αηδόνια και τζιτζίκια. Ποιος γάτος με αξιοπρέπεια δε θα βούταγε να τα πιάσει να τα κάνει μια μπουκιά. Όλα αυτά είναι βλακείες, σκεφτόταν ο Φράνκο. Ήταν ένα τσούρμο άχρηστοι αλητόγατοι. Είχε ζητήσει να του φέρουν το τομάρι του να το κάνει χαλί στην αλάνα του, αλλά κανείς δεν είχε τολμήσει.

Ακούς εκεί, μιλάει ειρηνικά με αηδόνια και τζιτζίκια! Αυτό του είχε θυμίσει κάτι που 'λεγαν οι ιερείς. Ότι στον Παράδεισο τα λιοντάρια θα ζουν ειρηνικά με τα πρόβατα. Όμως ο Φράνκο γνώριζε καλά, και μάλιστα ως πιστός γάτος, ότι δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα του Παράδεισου, αντίθετα ζούσαν σε μια επίγεια κόλαση που ο πιο δυνατός, ο πιο ισχυρός, ο χειρότερος έκανε κουμάντο στον κόσμο αυτόν. Ήλπιζε κάποια μέρα να τον συγχωρήσει ο ουράνιος Πανάγατος, αλλά για την ώρα δεν είχε επιλογή.

Τι του έμενε λοιπόν να κάνει; Μπορεί να μην είχε καταφέρει να τον βγάλουν οι άλλοι από τη μέση, όμως τώρα υπήρχε επιτακτική ανάγκη να τον βγάλει ο ίδιος. Όλοι αυτοί οι ξεμωραμένοι στο τέλος θα τον θεωρούσαν Γατομεσσία και θα ξεκινούσε καμία γατοάιρεση. Δεν ήθελε να αναγκαστεί να τον γατοσταυρώσει. Τουλάχιστον του είχαν δώσει πληροφορία για το πού βρισκόταν και σε ποιο δέντρο σκαρφάλωνε να κάνει τις κουβέντες του με τα πουλάκια και τα τζιτζίκια.

Ο γάτος θα νιαούριζε, τα αηδόνια θα τιτίβιζαν, τα τζιτζίκια θα τερέτιζαν και το κοκοράκι κικιρικικί θα σε ξυπνάει κάθε πρωί. Δεν ήξερε πώς μπλέχτηκε ο κόκορας στη συνάρτηση, προφανώς όπως είχαν μπλεχτεί τα αηδόνια και τα τζιτζίκια. Δεν είχαν μεγαλύτερη σχέση εκείνα με τον κόκορα, παρά μόνο ως τροφή.

Αμ το άλλο, κάποιος τόλμησε να του πει ότι όχι απλά στεκόταν σε ένα κλαδί, αλλά κελαηδούσε μαζί με τα αηδόνια. Κάτι πρέπει να είχε το νερό που έπιναν αυτά τα γατιά. Εκτός κι αν το είχαν ρίξει στο αλκοόλ και στα ναρκωτικά. Η αλήθεια είναι ότι αυτοί οι φτωχοδιάβολοι δεν έπιναν και το καθαρότερο νερό, ποιος ξέρει τι το είχε μολύνει!

Έπρεπε να πάει να διασταυρώσει τα λεγόμενά τους, στην πραγματικότητα να επιβεβαιώσει ότι ήταν ένα σωρό ασυναρτησίες των χαμένων γατιών. Να κάνει μια διερευνητική επίσκεψη. Προτιμότερο να μην έλεγε τίποτα στο Ρομπέρτο ή τον Τζίντζερ. Δεν ήξερε τι θα συναντούσε, όχι ότι πίστευε σε όλες αυτές τις ανοησίες, ότι κελαηδούσε ύμνους ο μαύρος γάτος, αλλά υποψιαζόταν ότι μπορεί να ήταν αρχηγός αντίπαλης φατρίας και είχε εξαγοράσει τους γάτους που είχε στείλει βάζοντας τους να σπείρουν φήμες. Ίσως έπρεπε να κάνει μια κουβεντούλα μαζί του και να έβαζε όρια σε ποιες περιοχές μπορούσε να πάει για κυνήγι. Ίσως άξιζε σεβασμό, αλλά ούτε ο Ρομπέρτο ούτε ο Τζίντζερ θα το εκτιμούσαν αυτό. Μια πρώτη επίσκεψη θα τον βοηθούσε να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα και να δει ποια θα ήταν η επόμενη κίνησή του.

Αφού κατέληξε σε αυτή την λύση, αποφάσισε ότι το πολυμήχανο μυαλό του, χρειαζόταν ξεκούραση, έπρεπε να του προσφέρει ένα δωδεκάωρο υπνάκο, σκέφτηκε και χασμουρήθηκε.

Ο Τζίντζερ πέρασε από μπροστά του και τον κοίταξε με θαυμασμό, για να κοιμάται τόσο πρέπει να είναι πολύ έξυπνος, σκέφτηκε για μια ακόμη φορά. Και μιας και ήθελε να μοιάσει στον αρχηγό του, πήγε στην πλευρά του και κουλουριάστηκε για να πάρει και αυτός τον υπνάκο του. Ο Ρομπέρτο έμεινε να τους κοιτάζει!

Κεφάλαιο Ένατο – Γιορτή ζωής -

Ο Λούτσιο ήταν αραγμένος πάνω σε ένα χοντρό κλαδί, με τα πόδια του να αιωρούνται στο κενό. Είχε αντιληφθεί ότι μέσα στην πυκνή φυλλωσιά του δέντρου είχε δροσιά που στο έδαφος δεν την έβρισκε. Όμως ο κύριος λόγος που είχε βρεθεί εκεί, ήταν το καμουφλάζ. Τον τελευταίο καιρό έβλεπε κάποιες παράξενες φάτσες με μουστάκια που τον περιεργάζονταν. Η περιοχή του είχε γεμίσει με γάτες που δεν είχε δει ξανά στη γειτονιά και του είχαν φανεί πολύ ύποπτες. Δεν μπορούσε να φανταστεί τι μπορεί να αναζητούσαν εκεί και γιατί υπήρχε τόσο πυκνή γατοπαρέλαση. Είχε περάσει από το μυαλό του μπας και είχε μαθευτεί ότι ένας γάτος μπορούσε να πει τρεις νότες και παραπάνω στη σειρά σωστά, αλλά δεν του είχαν φανεί ιδιαίτερα φιλόμουσοι. Μάλλον ως αιμοβόρες γατόφατσες θα τους χαρακτήριζε. Έτσι αν έπαιρνε κάποιον μυρωδιά, ανέβαινε στο δέντρο. Είχε καταλήξει ότι τον τελευταίο καιρό έμενε περισσότερο καιρό πάνω στα κλαδιά σαν τα αηδόνια παρά κάτω. Είχε αρχίσει να αποκτάει τις συνήθειες των δασκάλων του, δε θα του έκανε εντύπωση αν κάποια στιγμή κατάφερνε να πετάξει κιόλας. Σαν τα ζευγάρια που μετά από χρόνια κοινής ζωής αποκτούν κοινές συνήθειες και ελαττώματα.

Θα του άρεσε άραγε να πετάει; Αναρωτήθηκε.

Ένα τζιτζίκι αραγμένο στον κορμό του δέντρο τερέτιζε. Ήταν τόσο συχνές οι επισκέψεις του Λούτσιο πάνω στο δέντρο που πλέον ο πληθυσμός του θεωρούσε τον μαύρο γάτο δικό τους και βλέποντας πόσο φιλήσυχος ήταν δεν τον αντιλαμβάνονταν σαν κίνδυνο. Μόνο κάποια αηδόνια, πιστά στο ρητό ο φόβος φυλάει τα έρμα, κρατούσαν αποστάσεις ασφαλείας από τον Λούτσιο, αλλά και πάλι είχαν αρχίσει να τον θεωρούν μέρος του δεντρικού οικοσυστήματός τους.

«Απολαμβάνω τα τραγούδια σας», σχολίασε ο Λούτσιο στο τζιτζίκι «ειλικρινά. Αλλά μου κάνει εντύπωση πώς είστε τόσο ακούραστα. Ακόμη και τα αηδόνια το βράδυ σταματάνε το τιτίβισμά τους. Εσείς τα τζιτζίκια μέρα νύχτα συνεχίζεται τη συναυλία σας».

«Πόσα χρόνια ζωής έχει μια γάτα;» τον ρώτησε ο τζίτζικας.

«Δώδεκα με δεκαπέντε χρόνια, αν και αυτές που μένουν στα σπίτια είναι πιο τυχερές», απάντησε ο Λούτσιο.

«Ξέρεις πόσο ζούνε τα τζιτζίκια;»

Ο Λούτσιο κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.

«Μόλις ένα καλοκαίρι!»

«Τι;» έφριξε εκείνος και ανασηκώθηκε με αποτέλεσμα να βρεθεί από την κάτω πλευρά του κλαδιού κι αν δεν προλάβαινε να γαντζώσει τα νύχια του στο δέντρο, θα είχε βρεθεί στο έδαφος. Αφού πιάστηκε, κατάφερε να ανέβει ξανά από την πάνω πλευρά και να μη γίνει θύμα της βαρύτητας, «ουφ παραλίγο», μουρμούρισε.

«Μάλιστα, μόλις ένα καλοκαίρι ζούμε. Δε μετράω τη ζωή μας μέσα στα αυγά, που αφήνει μια μητέρα που δε θα προλάβουμε να γνωρίσουμε σε τρύπες που κάνει στους μαλακούς βλαστούς, ούτε όταν βρέφη – προνύμφες, βγαίνουμε από τα αυγά μας και κρυβόμαστε μέσα στη γη για τέσσερα χρόνια, κάποιες φορές και παραπάνω. Το χώμα μας θρέφει και χρόνια μετά βγαίνουμε τζίτζικες πλέον, γνωρίζοντας ότι θα ζήσουμε για ένα μόνο καλοκαίρι. Τι σου μένει λοιπόν αν έχεις μόνο λίγους μήνες ζωής παρά να τραγουδήσεις και να γλεντήσεις. Δε μένει χρόνος ούτε για χουζούρι ούτε για τίποτε άλλο. Μόνο τραγούδι και χαρά, μη νομίζεις όμως ότι το τραγούδι μας δεν κρύβει και πόνο! Τα μάτια μας γεμίζουν με τις ομορφιές της φύσης. Υπάρχει και λίγο παράπονο για τη σύντομη ζωή μας, αλλά ποιος έχει το δικαίωμα να κρίνει τη σοφία της φύσης, εκείνη γνωρίζει καλύτερα και αποφασίζει. Άλλωστε τα λουλούδια, ζούνε λιγότερο από εμάς. Οπότε είμαστε ευγνώμονες και της το εκφράζουμε με τη μουσική μας που χαρίζουμε απλόχερα».

«Δηλαδή στο τέλος του καλοκαιριού…» αλλά δεν τόλμησε να συνεχίσει τη φράση του ο Λούτσιο, νιώθοντας έναν κόμπο να του κλείνει τον λαιμό.

«Ή στις αρχές του φθινοπώρου, αν δεν πέσω θύμα κάποιου νηστικού ζωυφίου, το μόνο που θα μείνει από εμένα θα είναι τα κουφάρι μου πάνω στο δέντρο, μέχρι να έρθουν οι πρώτες βροχές να το ξεπλύνουν».

Η έκφραση του Λούτσιου ήταν παράξενα θλιμμένη.

«Όμως αρκετά με τις κουβέντες, τώρα ήρθε η ώρα για τραγούδι», είπε ο τζίτζικας και ξεκίνησε, με τον Λούτσιο να του κάνει δεύτερη φωνή.   

Κεφάλαιο Όγδοο – Μαφάλντα-

Η Μαφάλντα κάθισε στο πιάνο της και ρεμβάζοντας αφηρημένη έπαιξε λίγες νότες. Θυμήθηκε τα νιάτα της στο Μιλάνο, όταν θεωρούταν μια πολλά υποσχόμενη πριμαντόνα. Η φωνή της μπορούσε να ραγίσει το γυαλί στις πολύ ψηλές νότες, αλλά έπειτα όλα πήγαν στραβά. Ένα κρύωμα και η νεανική της επιπολαιότητα κατέστρεψαν το μέλλον της. Ποτέ δεν κατάφερε να αναρρώσει πλήρως η φωνή της. Παρέμενε αρκετά καλή στο τραγούδι, αλλά πλέον οι πρώτοι ρόλοι δεν της ανήκαν. Στην αρχή έκανε κουράγιο, συμβιβάστηκε με δεύτερους ρόλους πάνω στη σκηνή, άλλωστε τι θα ήταν ένας πρωταγωνιστής αν δεν πλαισιωνόταν από τους υπόλοιπους χαρακτήρες, όμως πάντα ήλπιζε ότι θα ανακτούσε το χαμένο μεγαλείο της και θα επέστρεφε. Έπειτα από δυο χρόνια που δεν κατάφερε να ανακτήσει τη θέση της παραιτήθηκε και εξαφανίστηκε από το Μιλάνο μέσα στη νύχτα. Κανείς δεν έμαθε τι απέγινε η λαμπερή, αλλά άτυχη σταρ της όπερας.

Για κάποιο καιρό ο κίτρινος τύπος ασχολήθηκε με το δράμα της, πάντα τραβάει την προσοχή μια τέως πρωταγωνίστρια, ειδικά όταν έχει ξεπέσει. Μια θεότητα που έπεσε από το θρόνο της προσφέρει μια χαιρέκακη συγκίνηση στο κοινό. Κάποιος συνάδελφός της ανέφερε ότι την είχε ακούσει να λέει, ότι οι δεύτεροι ρόλοι είναι για τους αποτυχημένους. Κάποιος άλλος είχε φανταστεί ότι την είχε δει να πίνει χάπια, ενώ πολλοί εξέφρασα την ανησυχία τους μήπως κατέληγε να κάνει κακό στον εαυτό της.

Η Μαφάλντα σίγουρα ήταν απογοητευμένη, και βαθιά μέσα της γνώριζε ότι οι μεγάλες της προσδοκίες ήταν αυτές που της είχαν προκαλέσει την αίσθηση της αποτυχίας. Θέλοντας να ξεφύγει από ένα ανεκπλήρωτο παρελθόν, κατέφυγε σε μια επαρχία νότια της χώρας, εκεί θα ήταν δυσκολότερα να αναγνωριστεί. Δεν ήθελε δημοσιογράφους στα πόδια της. Για να βιοποριστεί ανέλαβε να παραδίδει μαθήματα πιάνου και φωνητικής. Ποιος ήξερε, ίσως ανακάλυπτε ένα ταλέντο και να επέστρεφε στο Μιλάνο ως ατζέντης, και να ζούσε μέσω του λαμπρού ταλέντου του μαθητή της, τη δόξα που η ίδια είχε χάσει. Βέβαια γνώριζε ότι η θέση ενός ατζέντη είναι πολύ επισφαλής, οι καλλιτέχνες είναι επιπόλαια πλάσματα, εύκολα παρασύρονται από κόλακες και αρχίζουν να κάνουν του κεφαλιού τους. Και ίσως αφού τους έφτανε στο ψηλότερο σκαλί να έδειχναν αγνωμοσύνη και να την πέταγαν σαν στυμμένη λεμονόκουπα, αναλαμβάνοντας άλλος τα χρέη του ατζέντη τους. Έπρεπε να είναι πολύ προσεκτική για το ποιον θα αναλάμβανε να βοηθήσει να ακολουθήσει το όνειρο μιας καριέρας στην όπερα, που τόσες απαιτήσεις είχε ως είδος. Δε θα έπρεπε να είχε έπαρση, αλλά ούτε και να είναι πολύ ντροπαλός, αυτοί γίνονται οι χειρότεροι, λίγο να ανοίξουν τα φτερά τους, καταλήγουν να τα λιώνουν από τον ήλιο και να πέφτουν σαν τον Ίκαρο.

Όμως για την ώρα κανένα εξαιρετικό ταλέντο δεν είχε περάσει το κατώφλι του σπιτιού της. Μόνο μέτριες φωνές που επιθυμούσαν να γίνουν τραγουδιστές της ποπ. Δημοφιλείς και με φράγκα. Δεν αντιλαμβάνονταν την ανώτερη τέχνη της όπερας. Αλλά και να την αντιλαμβάνονταν, δεν είχαν τα φόντα να τα καταφέρουν σε ένα είδος με άπειρες απαιτήσεις. Κάπως καλύτερα τα πήγαιναν οι μαθητές της στο πιάνο. Οι περισσότεροι είχαν τη σεμνότητα που απαιτεί το μεγαλείο ενός γνήσιου καλλιτέχνη. Ήταν αλήθεια ότι την ευχαριστούσε ιδιαιτέρως να αγγίζει τα πλήκτρα και εκείνα να της απαντούν με νότες που γίνονταν μελωδίες. Αφού είχαν περάσει κάποια χρόνια στα νότια, είχε αναρωτηθεί αρκετές φορές γιατί εγκαταλείποντας το τραγούδι δεν επιχείρησε να κάνει καριέρα πιανίστα και μάλιστα σολίστ. Τα κατάφερνε εξίσου καλά στο πιάνο με το τραγούδι και ο δάσκαλοί της στο ωδείο είχαν προσπαθήσει να την πείσουν να μην αφοσιωθεί μόνο στη μια καριέρα, αλλά τόσο το πιάνο όσο και το τραγούδι ήθελαν απόλυτη αφοσίωση, δεν χωράνε δυο καρπούζια κάτω από μία μασχάλη. Βάζοντας τέρμα στην καριέρα της στο τραγούδι ίσως έπρεπε να επιχειρήσει μια καριέρα στο πιάνο. Γνώριζε όμως ότι δε θα άντεχε μια δεύτερη απογοήτευση, τη νύχτα που παρατούσε το Μιλάνο.

Έπαιξε λίγες νότες όταν άκουσε κάποιον απ' έξω να τραγουδάει. Δεν ήταν η φωνή κανενός από τους μαθητές της, κι ενώ της ακουγόταν παράξενη, την ίδια ώρα είχε μια ευχάριστη ιδιαιτερότητα. Σηκώθηκε από το σκαμπό του πιάνου και προχώρησε προς τη εξώπορτα, την άνοιξε και κοίταξε τα σκαλάκια που οδηγούσαν στον σκονισμένο χωματόδρομο. Όμως δεν ήταν κανένας έξω, εκτός από έναν μαύρο γάτο που την κοίταζε στα μάτια. Κοίταξε δεξιά αριστερά και έπειτα το γάτο, ανασήκωσε τους ώμους της και εκείνος έκανε αυτό που θα περίμενε ο οποιοσδήποτε να κάνει ένας γάτος, της νιαούρισε.

«Πεινάς καημένε μου;» τον ρώτησε και μπήκε μέσα επιστρέφοντας με ένα μπολ με γάλα και λίγα σποράκια.

«Ευχαριστώ! Απ' όταν έπαψα να τρώω αηδόνια και τζιτζίκια, έχουν μειωθεί οι διατροφικές επιλογές μου», νιαούρισε ο μαύρος γάτος, κι εκείνη χαϊδεύοντάς τον χαμογέλασε.

«Πρέπει να πεινάς πολύ για να με ευχαριστείς τόσην ώρα».

«Si, whatever», νιαούρισε και έπεσε με τα μούτρα στο φαΐ.     

Κεφάλαιο έβδομο – Μετζανότε-

Ένα βράδυ, λίγο πριν τα μεσάνυχτα που ο Φράνκο πήγε προς νερού του, ο Τζίντζερ με τον Ρομπέρτο άρχισαν να συζητάνε για ποιο λόγο ο αρχηγός τους είχε αφήσει τον μαύρο γάτο να τη σκαπουλάρει. Ήταν ή δεν ήταν αρχηγοί της περιοχής, αν μάθαιναν οι άλλοι γάτοι ότι τους αψήφησε ένας μαυρόγατος και από πάνω έμεινε ατιμώρητος ήταν να τους κλαίνε οι ρέγκες, να τους γελάνε τα λυθρίνια.

«Θα πάψουν να μας υπακούνε, θα επικρατήσει η αναρχία». Είναι γεγονός ότι όσοι εξουσιάζουν τους άλλους προς όφελος τους, όταν χάνουν τα προνόμια που έχουν αποκτήσει με την επιβολή τους, αντιλαμβάνονται αυτή την αντίδραση ως χάος. Δεν είναι λίγες οι φορές που ένας πολιτικάντης, με τη στήριξη των ντελάληδων των μέσων επιμένουν ότι υπάρχουν δύο μόνο δρόμοι ή αυτός που διατηρεί την τάξη (των συμφερόντων τους και μόνο) ή ο δρόμος που θα φέρει το χάος.

Ο Φράνκο άκουσε τη συζήτηση από τη στιγμή που ο Τζίντζερ αναρωτιόταν μήπως ο αρχηγός τους, ήταν προληπτικός και φοβόταν ότι θα του φέρει γρουσουζιά αν τα βάλει με έναν μαύρο ψιψίνι.

«Δε νομίζω ότι είναι αυτό», σχολίασε ο Ρομπέρτο, αλλά και εκείνου του έκανε εντύπωση η αδιαφορία του Φράνκο να επιβάλει την υπακοή.

«Τα όνειρά μου έχουν γεμίσει εφιάλτες Ρομπέρτο», του εκμυστηρεύτηκε ο Τζίντζερ. «Το μεσημέρι έβλεπα ότι πήγα να φάω μια σαρδέλα, κι ενώ το ψάρι ήταν ψόφιο, σπαρταρούσε και απομακρυνόταν συνέχεια από εμένα. Κι ενώ εγώ το ακολουθούσα και το παρακαλούσα να σταθεί να το φάω, εκείνο άνοιξε τα μάτια του και είπε ότι άξιος να το φάει είναι μόνο ο μαύρος γάτος. Εμένα δε με καταδεχόταν. Θυμωμένος πήδηξα να το πιάσω και εκείνο έδωσε ένα σάλτο και μπήκε στο ανοιχτό στόμα του μαύρου γάτου. Εκείνος τότε γλείφτηκε και χωρίς να μου δώσει σημασία μου γύρισε την πλάτη κι έφυγε. Δεν αντέχω άλλο τους εφιάλτες Ρομπέρτο».

«Μην ανησυχείς, για να καθυστερεί ο Φράνκο, κάτι μεγάλο έχει στο μυαλό του», αποπειράθηκε να καθησυχάσει τον Τζίντζερ, αλλά ο Φράνκο διέκρινε στη φωνή του την αμφιβολία.

«Το ελπίζω», είπε ο Τζίντζερ και σιώπησαν. Λίγο αργότερα εμφανίστηκε ο Φράνκο, παριστάνοντας ότι δεν τους είχε ακούσει. Δεν είχε όρεξη ούτε για καυγάδες, μα κυρίως δεν ήθελε να του ζητήσουν τον λόγο και να τον αμφισβητήσουν ανοιχτά. Και όταν προς τα ξημερώματα ξάπλωσε αναρωτήθηκε και ο ίδιος γιατί είχε αφήσει ατιμώρητο τον μαύρο γάτο.

Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήξερε σε ποια περιοχή ακριβώς γυρνούσε, δε θα ήταν δύσκολο να ξαμολήσει τα τσιράκια του να τον βρουν, όμως ήταν κάτι άλλο. Ο μαύρος γάτος του ενέπνευσε σεβασμό. Μόνος του, χωρίς καμία βοήθεια όρμησε και πήρε το ψάρι.

«Σεβασμό ή φόβο;» ρώτησε τον εαυτό του.

«Φόβο γιατί;» ξαναρώτησε έκπληκτος από την παραδοχή.

«Μην αποδειχτεί εκείνος ανώτερος από εσένα και γίνει αρχηγός». Καλύτερα να έμενε μακριά, να ζήσει σε ειρήνη. Αν δεν υπήρχαν αυτοί οι δύο ηλίθιοι που ντε και καλά ήθελαν να τον εκδικηθούν, ο Φράνκο θα άφηνε την ιστορία να ξεχαστεί, όμως δε φαινόταν ότι θα του το επέτρεπαν.

«Τι στην ευχή αρχηγός είσαι Φράνκο! Οι αρχηγοί δε μάχονται, βάζουν τους άλλους να πολεμήσουν γι' αυτούς. Ας ξαμολήσεις τους υποτακτικούς σου να ζητήσεις το κεφάλι του. Και κάποιος θα καταφέρει να στο φέρει χωρίς να λερώσεις τις πατούσες σου. Κι εσύ θα είσαι ήρεμος και αυτοί θα ικανοποιηθούν».

Το πρωί θα έκανε αυτό που έπρεπε, θα έβγαζε το διάγγελμα και θα επικήρυττε το κεφάλι του μαύρου γάτου με το ένα μπλε και το άλλο πράσινο μάτι.     

Κεφάλαιο έκτο –Μαθήματα ορθοφωνίας-

Όπως καταλαβαίνετε δεν ήταν εύκολη υπόθεση τα μαθήματα ορθοφωνίας. Οι αηδονοδιδάσκαλοι από τη μία φοβόταν τον Λούτσιο, πώς μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη σε έναν γάτο ότι δε θα πεταχτεί να σε αρπάξει και να σε κάνει μια μπουκιά κι από την άλλη τον περιφρονούσαν για τις φωνητικές του ανικανότητες. Όσο κι αν επέμενε ο μαέστρο Usingolo, οι υπόλοιποι είχαν αντίθετη γνώμη.

«Δεν πατάει σε καμιά νότα, είναι σαν να του πατάς την ουρά κάθε φορά που προσπαθεί να κελαηδήσει».

«Δεν είναι πουλί να κελαηδήσει, πρέπει να μάθει να τραγουδάει βάσει των δικών του δυνατοτήτων», προσπάθησε να τον υπερασπιστεί.

«Οι γάτες δεν έχουν δυνατότητες στο τραγούδι. Καλύτερα τραγουδάει ένας λύκος στην πανσέληνο».

«Πρέπει να τηρήσουμε την υπόσχεσή μας».

«Εσύ του έδωσες την υπόσχεση», τον κατηγόρησε ο καλλίφωνος.

«Του γέμισες τα μυαλά με αέρα», πρόσθεσε ένας άλλος.

«Θα ήμασταν κάμποσοι λιγότεροι αν δεν είχα πάρει το ρίσκο να παρέμβω», υπερασπίστηκε τον εαυτό του ο μαέστρο Usingolo.

«Ας του έταζες κάτι άλλο».

«Τι, να πετάει;»

«Πιο εύκολο είναι να πετάξει παρά να τραγουδήσει. Δεν έχει ταλέντο», σιγοντάρισε η Ντούλθε.

«Άσε που κάθε φορά που του κάνω μάθημα φοβάμαι μην πεταχτεί και με φάει. Ξέρεις πώς χτυπάει το φυλλοκάρδι μου κάθε φορά, πόσες μέρες ζωής έχω χάσει;» γκρίνιαξε η Tremito.

«Αντιλαμβάνομαι τις ανησυχίες σας, αλλά θεωρώ ότι είσαστε άδικοι με τον Λούτσιο και προκατειλημμένοι, κι ένα πράγμα δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι ένας δάσκαλος, προκατειλημμένος με τον μαθητή του. Πώς θα διδάξεις κάποιον όταν το θεωρείς σπατάλη χρόνου, κι ότι εκείνος δεν πρόκειται να μάθει; Κανείς δεν περιμένει ο Λούτσιο να κελαηδάει σαν αηδόνι, δεν έχει λόγο να το κάνει, δεν είναι αυτό που του υπαγορεύει η φύση του. Όμως δεν μπορείτε να τον κατηγορείτε ότι δε σας σέβεται και ότι σας αντιλαμβάνεται σαν μεζεδάκια ή ότι δεν προσπαθεί. Μπορεί να μην τα καταφέρνει τόσο καλά, αλλά αν δεν τον αντιμετωπίζατε με δυσπιστία, θα είχατε αντιληφθεί πόσο έχει βελτιωθεί. Αν δε θέλετε να συνεχίσετε με την εκπαίδευσή του θα το κάνω μόνος μου. Ούτε τον μαθητή μου σκοπεύω να εγκαταλείψω ούτε την υπόσχεσή μου να μη τηρήσω».

«Κάνε ό,τι καταλαβαίνεις!», είπε και πέταξε στο παραπάνω κλαδί ο Καλλίφωνος. Ήταν έτοιμοι να πετάξουν και οι υπόλοιποι αηδονοδιδάσκαλοι όταν ακούστηκε ένας σκοπός που ευχαρίστησε την ευαίσθητη ακοή τους.

«Τι θεσπέσια μελωδία είναι αυτή;»

«Λίγο κατώτερη από αηδονιού, μα ευχάριστη».

«Και τι σωστά ερμηνευμένες οι νότες!» σχολίασε η Tremito. Όλοι γύρισαν και κοίταξαν να δουν σε ποιον ανήκε η αιθέρια αυτή φωνή.

«Απίστευτο!» είπαν ο ένας μετά τον άλλον εκτός από τον μαέστρο Usingolo.

«Ο μαθητής μας!»

Ο μαέστρο Usingolo πέταξε και στάθηκε στο κεφάλι του Λούτσιο, όταν εκείνος τράβηξε μια κορώνα, χωρίς να του κοπεί η ανάσα.

«Εύγε Λούτσιο», τον συνεχάρη και εκείνος νιαούρισε σεμνά. «Είμαι περήφανος για εσένα».

«Όλοι είμαστε», συμφώνησε η Ντούλθε από το πιο χαμηλό κλαδί του δέντρου. Όσο περήφανοι και να ήταν, καλύτερα να κρατούσαν αποστάσεις ασφαλείας.

Και μη νομίζετε ότι ο Λούτσιο κατάλαβε τη συζήτηση των αηδονιών και θέλησε να τους διαψεύσει. Απλά ακούγοντάς τους να κελαηδούν και αγνοώντας ότι το θέμα τους ήταν ο ίδιος, επιθύμησε να συμμετέχει με τη δική του γατίσια φωνή στο κονσέρτο τους.     

Κεφάλαιο Πέμπτο –Η συμμορία-

Οι τρεις γάτοι που λίγες ημέρες νωρίτερα είχαν προσπαθήσει να κάνουν μέλος της συμμορίας τους τον Λούτσιο τεμπέλιαζαν σε μια αλάνα. Ο λευκός με το μαύρο μπάλωμα στη μια πλευρά και το κόκκινο στην άλλη, ονομαζόταν Φράνκο. Ο γκρι τιγρέ ήταν ο Ρομπέτρο και ο κόκκινος ο Τζίντζερ. Μόλις είχαν τελειώσει το γεύμα τους, από τις προσφορές που τους είχαν φέρει άλλοι αδέσποτοι γάτοι της περιοχής. Η συμμορία τους έπαιρνε ποσοστά από τους άλλους, αλλά μη φανταστείτε ότι κάποιος από τους τρεις ήταν ο κορυφαίος της πυραμίδας, αυτόν θα τον επισκεφτούμε αργότερα στο χρυσό κλουβί του. Όμως έχει σημασία να ακούσουμε την κουβέντα τους.

«Δεν καταλαβαίνω!» γκρίνιαξε ο Τζίντζερ.

«Τι θες κοκκινομούρη;»

«Έχουν περάσει τόσες μέρες, γιατί δεν έχουμε πάει να του σπάσουμε τα μούτρα;»

«Υπομονή!» απάντησε σιβυλλικά ο Φράνκο.

«Μα καθόμαστε και τρώμε αυτές τις αηδίες, αντί να τον αναγκάσουμε να μας φέρει κι εμάς από ένα ψάρι».

«Όταν έτρωγες δε σε είδα να γκρινιάζεις;» απάντησε ο Φράνκο.

«Τότε απλά πείναγα, τώρα όμως έχω δυσπεψία από τα σκουπίδια που μας έφεραν να φάμε αυτοί οι ανόητοι υποτακτικοί μας».

«Αλήθεια Φράνκο, και εγώ αναρωτιέμαι γιατί δεν δώσαμε ένα μάθημα σε εκείνον τον απαίσιο μαύρο γάτο».

«Σαν τι;»

«Να τον κάναμε μαύρο στο ξύλο, ας πούμε».

«Δε θα είχε νόημα αυτό, ήταν ήδη μαύρος, δε θα φαινόταν η διαφορά», απάντησε ο κάπως ελαφρόμυαλος Τζίντζερ. Εδώ θέλω να ανοίξω μια παρένθεση, ότι ακολουθεί η φήμη τους κόκκινους γάτους ότι είναι ανόητοι, είναι ένα στερεότυπο που δεν ισχύει, όπως κι αυτό που ακολουθεί εμάς τις μαύρες ότι είμαστε δήθεν γρουσούζες. Απλά στη συγκεκριμένη ιστορία ο Τζίτζερ δεν έπιανε και πουλιά στον αέρα, αλλά αυτό δεν αντιπροσωπεύει όλον τον πληθυσμό των κόκκινων γατιών. «Θα ήταν προτιμότερο να του είχαμε φάει απλά το ψάρι, για να μάθει ποιος είναι το αφεντικό».

«Δεν είσαι το αφεντικό Τζίντζερ, είσαι απλώς στρατιώτης. Εγώ ως τοπικός αρχηγός είμαι εξουσιοδοτημένος από τον Μακιαβέλι να παίρνω τις αποφάσεις. Ο μαύρος γάτος είναι έξυπνος, σβέλτος, τολμηρός. Μπορεί να μας φανεί χρήσιμος».

«Σκέφτεσαι να τον στρατολογήσεις;» τον ρώτησε ο Γκρι τιγρέ.

«Θα ήταν μια καλή μεταγραφή για την ομάδα μας».

«Δεν τον συμπαθώ», αποφάνθηκε ο Τζίντζερ.

«Δεν παίζει κανένα ρόλο η συμπάθεια», σχολίασε ο Φράνκο. «Φτάνει να μπορεί να ανταπεξέλθει στις ανάγκες της οργάνωσης».

«Μα Φράνκο, του έκανες την πρόταση μας και αρνήθηκε. Πώς πιστεύεις ότι θα αλλάξει γνώμη, ειδικά από τη στιγμή που ούτε καν τον έχουμε εκφοβίσει;»

«Μμμ, ναι», είπε νυσταλέα ο Φράνκο. «Αν σταματήσετε να γκρινιάζετε και με αφήσετε να κοιμηθώ θα τη βρω τη λύση», είπε και βολεύτηκε καλύτερα για τη μεσημεριανή του σιέστα.

«Πρέπει να είναι ιδιοφυία», νιαούρισε σιγά ο Τζίντζερ. «Βρίσκει τις λύσεις στον ύπνο του. Εγώ όταν κοιμάμαι ονειρεύομαι πιτσούνια στη σούβλα, τσιπούρες στα κάρβουνα. Ακρίδες σουβλάκι».

«Γι' αυτό είσαι χοντρομπαλάς».

«Όπως είχε πει και ο Χαβιέ[1], όμορφος γάτος ο στρουμπουλός γάτος».

[1] Ήρωας από τη 2η ιστορία της Έλις, «Ένας γάτος βετζετέριαν».

Κεφάλαιο Τέταρτο

 –Αηδόνια και Τζιτζίκια-

Ο Λούτσιο έδωσε ένα σάλτο και βρέθηκε σκαρφαλωμένος στο πρώτο κλαδί. Με το γατήσιο βήμα του, που μόνο ο Θεός θα μπορούσε να το αφουγκραστεί ισορρόπησε σαν ακροβάτης και άρχισε να ανεβαίνει. Η πυκνή φυλλωσιά τον έκρυβε από τα αδιάκριτά βλέμματα, ώσπου μπροστά του είδε δυο μικρά μάτια να τον θωρούνε.

«Τι γυρεύει ένας γάτος πάνω σε ένα δέντρο;» ρώτησε το αηδόνι.

«Φαγητό», απάντησε με ειλικρίνεια, αλλά κάτι τον εμπόδισε να χιμήξει στο πουλί.

«Δεν είναι εστιατόριο το δέντρο».

«Ούτε εγώ πελάτης, κυνηγός είμαι», αποκρίθηκε.

«Τι σε εμποδίζει να κάνεις την κίνησή σου;»

«Το θάρρος σου να σταθείς απέναντί μου».

«Ή η αποκοτιά μου», σχολίασε το αηδόνι. «Είμαι εδώ ως διαπραγματευτής».

«Διαπραγματευτής; Θα μου δώσεις να φάω τα άρρωστα πουλάκια για να γλιτώσουν τα γερά;» ρώτησε ο Λούτσιο.

«Όχι, δε θα φροντίσω να καλύψω τη φυσική σου πείνα, αλλά την πνευματική».

«Δεν καταλαβαίνω».

«Αρκετό καιρό συμβιώνουμε, εμείς κρυμμένα μέσα στην πυκνή φυλλωσιά του δέντρου κι εσύ στη σκιά του, έχουμε προσέξει πως απολαμβάνεις το κελάηδισμα μας...»

«Αν φαγωθούν δυο τρία πουλάκια δε θα πάψουν τα υπόλοιπα να κελαηδούν», σχολίασε κυνικά ο Λούτσιο, κι έκανε ένα βήμα προς τον διαπραγματευτή.

«Επιπλέον έχουμε παρατηρήσει κι ένα εξαιρετικό ταλέντο σε εσένα που δεν το έχουμε δει ποτέ ξανά σε άλλο γάτο».

«Σαν τι;» ρώτησε απορημένος ο Λούτσιο και σταμάτησε.

«Ότι είσαι εκπληκτικά καλλίφωνος σε σχέση με τις άλλες γάτες!»

«Αλήθεια!» αναρωτήθηκε κολακευμένος ο Λούτσιο.

«Το νιαουριτό σου έχει μέταλλο, ακόμη και στους γατοκαυγάδες δεν ενοχλεί τα ευαίσθητα αηδονίσια αυτιά μας».

«Δε μου τα λες αυτά για να μη σας φάω».

«Στα λέω και γι' αυτό, όπως είπα νωρίτερα ήρθα εδώ ως διαπραγματευτής. Η φωνή σου έχει μέταλλο και δυνατότητες, αλλά πρέπει να τις καλλιεργήσεις».

«Πώς;»

«Θα σε διδάξουμε εμείς;»

«Να κελαηδάω;» ρώτησε δύσπιστα ο Λούτσιο.

«Όχι φυσικά! Αυτό είναι αδύνατο και δε θα είχε και νόημα. Υπάρχουν τόσα πολλά αηδόνια άλλωστε, δε χρειάζεται άλλο ένα με τη μορφή γάτου», είπε και πετώντας κάθισε στο κεφάλι του. «Μα φαντάσου τι μπορείς να κάνεις με μια ωραία γατίσια φωνή» του είπε ψιθυρίζοντας στο αυτί.

«Και πώς θα μάθω;» ρώτησε ξανά, «εσείς είστε αηδόνια, θα χρειαστώ έναν γάτο καθηγητή ορθοφωνίας».

«Είμαστε αηδόνια και γι' αυτό είμαστε οι καλύτεροι δάσκαλοι ορθοφωνίας».

Το έντονο γουργουρητό από το στομάχι του Λούτσιο τους διέκοψε.

«Πρώτα όμως από την πνευματική σου τροφή, πρέπει να φροντίσουμε για τη φυσική. Εκεί κάτω είναι ένα ποντίκι, πήδηξε πριν σου φύγει, εκτός κι αν προτιμάς εκείνο να σε διδάξει να τσιρίζεις!» σχολίασε το αηδόνι, πριν πετάξει σε ένα κλαρί πιο πάνω, σίγουρο για τη συμφωνία που έκανε με τον Λούτσιο. Ο γάτος θα φρόντιζε για την προστασία της κοινότητας.    

Κεφάλαιο Τρίτο –Η συμμορία των αδέσποτων γατιών-

«Ένας μαύρος, γρουσούζης γάτος», τον περιγέλασε ο γκρι ριγέ.

«Απολαμβάνεις το ψάρι σου;» τον ρώτησε ο λευκός γάτος που ο Λούτσιο πρόσεξε ένα μαύρο μπάλωμα στα αριστερά πλευρά.

«Είναι δικό μου το ψάρι», γρύλισε απειλητικά ο Λούτσιο, δεν είχε σκοπό να μοιραστεί το αποτέλεσμα του κόπου του με μια συμμορία γατιών. Στάθηκε μπροστά από το ψάρι, προσεκτικά. Αν και γνώριζε ότι δε θα κατάφερνε να τα βάλει με τρεις γάτους του δρόμου και να βγει αλώβητος από τη μάχη, ήταν θέμα αξιοπρέπειας, ανώτερο κι από επιβίωσης.

«Ούτε λίγο;» ρώτησε ο κοκκινοτρίχης.

«Μα μας παρεξήγησες», σχολίασε δήθεν έκπληκτος ο λευκός με το μαύρο μπάλωμα. «Εμείς δεν ήρθαμε να διεκδικήσουμε το ψάρι σου. Αναγνωρίζουμε τόσο τον κόπο όσο και το θάρρος σου. Το να βουτήξεις μέσα σε μια σακούλα και να το αρπάξεις, εκπληκτικό».

«Αν δεν ήρθατε γι' αυτό, αφήστε με ήσυχο να απολαύσω το γεύμα μου και πηγαίνετε στην ευχή της μαύρης γάτας».

«Το ότι δεν ήρθαμε να φάμε το γεύμα σου, δε σημαίνει ότι δε θα το φάμε».

«Πάψε Τζίντζερ», τον διέκοψε ο λευκός με το μαύρο μπάλωμα, που φαινόταν να είναι είτε ο αρχηγός είτε ο πιο φλύαρος. «Δε θέλουμε να τρομάξουμε τον φίλο μας, άλλωστε ήρθαμε να υποβάλλουμε τα σέβη μας».

«Γιατί;» ρώτησε δύσπιστα ο Λούτσιο, ρίχνοντας πλάγιες ματιές στο μισοφαγωμένο ψάρι.

«Μα για το θάρρος σου», είπε ο λευκός

«Την τόλμη σου», είπε ο Γκρι ριγέ

«Την ταχύτητά σου», πρόσθεσε ο Τζίντζερ

«Την προνοητικότητά σου» πρόσθεσε ο Λευκός.

«Την ευστροφία σου», είπε ακόμα ο Τζίντζερ.

«Για την τύχη σου», σχολίασε ο γκρι ριγέ. «Έχεις μεγάλη τύχη για μαύρος γάτος σε αυτή την πόλη».

«Αυτό είναι αλήθεια», συμφώνησε ο Λευκός.

«Υπέροχα, μου υποβάλατε τα σέβη σας, τώρα παρακαλώ να με αφήσετε στην ησυχία μου».

«Όχι ακόμα, μη βιάζεσαι! Εκτός από την εκτίμησή μας, θα θέλαμε να σου κάνουμε και μια πρόταση».

Ο Λούτσιο στένεψε τα γατίσια μάτια του και περίμενε.

«Φαίνεται ότι είσαι ένας μοναχικός γάτος», συνέχισε ο Λευκός, «δε θα ήθελες να ανήκεις σε μια οικογένεια».

«Προτιμώ τη solo καριέρα!»

«Γιατί δε γνώρισες τη χαρά της ομάδας».

«Δε μου αρέσουν οι συνεργασίες».

«Μη μας προσβάλεις», απάντησε αγριεμένος ο γκρι ριγέ.

«Μη βιάζεσαι να απορρίψεις τα οφέλη της μεγάλης οικογένειας της πόλης μας», τον συμβούλεψε πιο πράα ο λευκός, αλλά στο ηχόχρωμα της φωνής του διαφαινόταν η απειλή.

«Τα γνωρίζω και προτιμώ να μείνω έξω από αυτή», απάντησε ο Λούτσιο κι ετοιμαζόταν για τον καυγά, αποχαιρετώντας το γεύμα του νοερά. Μάλλον όσο είχε προλάβει θα ήταν και το τελευταίο του.

«Αυτή είναι η τελευταία σου κουβέντα;»

«Ναι», νιαούρισε αποφασιστικά ο Λούτσιο.

«Σεβαστή, πάμε άντρες», είπε στους άλλους γάτους και γύρισε, επιτρέποντας στον Λούτσιο να δει κι ένα κοκκινωπό μπάλωμα στα δεξιά πλευρά του.

«Θα τα ξαναπούμε», του είπε ο Τζίντζερ και ακούστηκε σαν απειλή.

«Ελπίζω πως όχι», γρύλισε ο Λούτσιο.

«Απόλαυσε το γεύμα σου», τον προέτρεψε ο ριγέ γκρίζος.

Μόλις έμεινε μόνος, ο Λούτσιο πήρε το ψάρι στο στόμα του κι έφυγε. Δεν ήταν πλέον ασφαλές το σημείο για να απολαύσει το γεύμα του. Γνώριζε πολύ καλά ότι ουδετερότητα στην πόλη τους δεν υπάρχει ή θα είσαι μαζί μας ή εναντίον μας, αυτό ήταν το ρητό της φαμίλιας. Ακόμη κι αν δεν το είχαν πει καθαρά, ο Λούτσιο ήξερε ότι είχε πει σε μπελάδες.    

Κεφάλαιο Δεύτερο – Οργανωμένο έγκλημα

Θα ήταν τουλάχιστον ανοησία από μέρους μας, να ισχυριστούμε ότι οργανωμένο έγκλημα υπάρχει μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές. Έγκλημα υπάρχει παντού στον κόσμο, ακόμα και στις πιο ανεπτυγμένες και ευκατάστατες πόλεις. Απλά, όπου η φτώχια και η ανέχεια είναι ευδιάκριτες, το οργανωμένο έγκλημα δε χρειάζεται ούτε να κρυφτεί, ούτε να καλυφτεί. Κι αυτός είναι ο λόγος, που στις φτωχές περιοχές παίρνει τον ρόλο του ευεργέτη, αφού προσφέρει δουλειά και βάζει το φαγητό στο καθημερινό τραπέζι των οικογενειών.

Συχνά σε αυτές τις περιοχές όλοι σχεδόν έχουν κάποια σχέση με το έγκλημα, ακόμα κι αν απλά εργάζονται στα κτήματα ενός πάτερ φαμίλια.

Ο Λούτσιο είχε τα μάτια του ανοικτά, παρακολουθώντας το απέναντι ψαράδικο. Νοικοκυρές έμπαιναν και έβγαιναν από εκεί κουβαλώντας τσάντες. Είχε μεγάλη όρεξη για πελαγίσιο ψάρι, αρμυρισμένο από το θαλασσινό νερό. Στη σκέψη και μόνο ενός τόσο εξαίσιου και σπάνιου γεύματος, το στόμα του γέμιζε σάλια και το στομάχι του γουργούριζε. Ένας άντρας βγήκε από το ψαράδικο, το ένστικτο του Λούτσιο του τον υπέδειξε ως εύκολο στόχο, κι αν ένας γάτος δεν δείξει εμπιστοσύνη στο ένστικτό του τότε ποιος θα δείξει; Οι νοικοκυρές είναι πολύ προσεκτικές με τα ψώνια τους, όχι απλά δε θα τις έπειθε να του δώσουν ένα ψαράκι, με το που θα τις πλησίαζε θα τον στόλιζαν με βρισιές, ίσως κάποιες να επιχειρούσαν να τον κλωτσήσουν. Δεν είναι να τα βάζεις με τις γυναίκες σε αυτόν τον τόπο, ούτε καν να τις πλησιάζεις. Όμως κάποιοι άντρες είναι εντελώς διαφορετική περίπτωση. Ο νεαρός, απροσδιορίστου ηλικίας για τον Λούτσιο, προχώρησε και κρέμασε τη νάιλον τσάντα με τα ψάρια στη βέσπα του, μόνο που ο γνωστός που του μίλησε του απέσπασε την προσοχή και ο άντρας δεν πρόσεξε ότι το ένα χερούλι δεν είχε κρεμαστεί, αφήνοντας τα ψάρια σε κοινή θέα. Ο Λούτσιο που τόση ώρα είχε από κοντά τον άντρα, πλησίασε περισσότερο, όταν τον είδε αφοσιωμένο στη συζήτηση με τον φίλο του.

Από την τσάντα, για τα ρουθούνια του Λούτσιο μοσχομύριζε η ευωδιά του ψαριού. Το χωνί που είχε κάνει την εφημερίδα ο ψαροπώλης για να τα βάλει, δεν είχε φροντίσει να το κλείσει καλά. Το ότι ο νεαρός είχε περάσει μόνο το ένα χερούλι της τσάντας από το τιμόνι τη μηχανής, άφηνε στην ουσία τα ψάρια ακάλυπτα και έβαζε σε σκέψεις τον αδέσποτο, πεινασμένο γάτο. Κι έτσι όπως φαινόταν απορροφημένος από τη συζήτηση ήταν πρόκληση για τον Λούτσιο να επιχειρήσει να πηδήξει και να αρπάξει το ψάρι, που με τα κόκκινα, νεκρά μάτια του φαινόταν να τον προκαλεί.

Ο Λούτσιο είχε πλησιάσει αρκετά, ήταν μεγάλο ρίσκο να βουτήξει μέσα στη τσάντα. Η νάιλον σακούλα μπορεί να γινόταν ο λόγος να χάσει τη ζωή του, αν ο νεαρός αποφάσιζε να τον κλείσει εκεί μέσα για τιμωρία, θα πέθαινε από ασφυξία, ούτε ευχάριστος ούτε αξιοπρεπής θάνατος. Όταν ο νεαρός έδωσε το χέρι του στο φίλο του, δείγμα αποχαιρετισμού, ο Λούτσιο σκέφτηκε ή τώρα ή ποτέ, και δίνοντας ένα σάλτο, βρέθηκε στον αέρα, άρπαξε το ψάρι, ενώ η βέσπα από την αιφνιδιαστική επίθεση κουνήθηκε, αλλά ευτυχώς δεν έπεσε πριν ο Λούτσιο διαφύγει με το ψάρι στο στόμα, ενώ ο νεαρός πίσω του φώναζε βρισιές και κατάρες στον κλέφτη. Φτάνοντας σε ένα σοκάκι άφησε κάτω το ψάρι και χωρίς να περιμένει να πάρει μια ανάσα, έπεσε με τα μούτρα στο φαΐ.

«Φρέσκο;» άκουσε μια φωνή πίσω του να τον ρωτάει. Ο Λούτσιο γύρισε απότομα και βρέθηκε απέναντι σε τρεις γάτους. Έναν λευκό, έναν ριγέ γκρι κι έναν πορτοκαλί.    

Κεφάλαιο Πρώτο – Λουτσιάνο-

Ένιωθε ότι είχε πεθάνει. Ο Λούτσιο ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα με τα πόδια του σε ετοιμότητα να βαρέσουν μπουνοκλωτσιά όποιον τολμούσε να τον πλησιάσει. Έτσι συμβαίνει με τους αλητόγατους του δρόμου, κοιμούνται πάντα με το ένα μάτι ανοιχτό, ειδικά σε σοκάκια της πόλης που το έγκλημα έχει το πάνω χέρι. Το δέντρο κάτω από το οποίο είχε αναζητήσει τη σκιά και τη δροσιά, εκείνο το καλοκαιριάτικο μεσημέρι του καύσωνα, ήταν γεμάτο πουλιά. Το κελάηδισμα τους ανακούφιζε λίγο το θολωμένο του μυαλό από την υπερβολική ζέστη. Αν και ομολογούσε ότι δεν καταλάβαινε για ποιο λόγο τα μικρά πουλάκια ήταν τόσο ενθουσιασμένα με τη ζέστη και τραγουδούσαν όλο χαρά. Τα πουλιά και τα τζιτζίκια. Μόνο αυτά χαίρονταν όταν οποιαδήποτε άλλο πλάσμα υπέφερε και παραμιλούσε από την καυτή ανάσα του ήλιου. Όπως και να είχε, ήταν ευχάριστη αίσθηση για τα αυτιά του να τα ακούει. Και ακόμα πιο ευχάριστη για τον ουρανίσκο του όταν τα γευόταν. Σκέφτηκε και γλείφτηκε από λαχτάρα, μέσα στο όνειρό του.

Το βράδυ, μόλις θα έπεφτε η δροσιά, ίσως να ανέβαινε στο δέντρο να πιάσει ένα δυο από αυτά για βραδινό, ίσως και τρία. Πάντα υπάρχουν τόσα πολλά από δαύτα, που κάποιο θα μείνει πίσω για να κελαηδεί και να χαρίσει στην ψυχή του την τέρψη! Με αυτές τις σκέψεις, τα όνειρά του γέμισαν με αηδονάκια γιαχνί και τζιτζίκια τηγανιτά, και το στόμα του με σάλιο.

Ο Λούτσιο, έδωσε δυο τρία άπερcat στον αέρα, με τα μπροστινά του πόδια πριν ξυπνήσει απότομα, αναζητώντας τον εχθρό του. «Μπα, όνειρο ήταν» σκέφτηκε καθώς χασμουριόταν και τέντωσε τα πόδια του, γυρίζοντάς για να σταθεί όρθιος. Ο ήλιος είχε πέσει, αλλά δε θα έλεγε ότι είχε δροσίσει κιόλας. Το στομάχι του γουργούρισε. Ώρα για φαγητό, αποφάνθηκε. Έριξε μια ματιά στο δέντρο. Άξιζε να σκαρφαλώσει για ένα μεζέ ή θα του έβγαζαν τα μάτια τα πουλάκια με τα ράμφη τους; Αν και τέτοια ώρα, με βεβαιότητα εκείνα θα ετοιμάζονταν να κοιμηθούν. Βασάνισε λίγο το μυαλό του. Τα πουλάκια στο δέντρο ήταν πολλά , δε θα έλειπαν αν δύο ή τρία μετατρέπονταν σε αηδονομπουκιές. Όμως, αν το δέντρο έπαυε να θεωρείται ασφαλές για κατοικία, δε θα είχε πλέον τα μεσημέρια να τον νανουρίζουν τα κελαηδίσματα τους. Καλύτερα να αναζητούσε αλλού την τροφή του. Πήγε και κάθισε στα σκαλιά, έξω από την πόρτα της καλής κυρίας που συχνά έδινε τροφή στις γάτες. Αν ήταν τυχερός όλο και κάποια ψαροκροκέτα θα τον τράταρε. Χασμουρήθηκε και τεντώθηκε, όμως η γυναίκα αργούσε να κάνει την εμφάνισή της και ο Λούτσιο πεινούσε. Νιαούρισε μια δυο, μπας και δεν τον είχε πάρει είδηση, αλλά μάταια, η γυναίκα παρέμενε πεισματικά κλεισμένη στο σπίτι της. Καλύτερα να φρόντιζε μόνος του για το φαγητό του. Επέστρεψε κάτω από το δέντρο και κοίταξε ψηλά, ανάμεσα στα κλαδιά, όμως τις φωλιές τις έκρυβαν τα πράσινα, πυκνά φύλλα.

Δεν του έμενε άλλη λύση, αν δεν ήθελε να περάσει τη βραδιά του νηστικός, έπρεπε να ανέβει στο δέντρο και να ξετρυπώσει τα πουλάκια, βάζοντάς τα στη χούφτα της πατούσας του. Δυο τρία πουλάκια, τι να σου κάνει το ωραίο τραγούδι, αν το στομάχι είναι άδειο. Και να θες να το ακούσεις, θα σε εμποδίζει ο ήχος από το γουργουρητό σου. Πρέπει πρώτα να καλύπτεις τις βασικές σου ανάγκες και έπειτα έρχεται η καλοπέραση και οι τέχνες που ευφραίνουν την ψυχή. Με αυτή τη σκέψη, έδωσε ένα σάλτο και βρέθηκε στο πρώτο κλαδί.        

Πρελούδιο Γ' Μέρους 

Και να που η Ελιά παίρνει ύψος και αλλάζει. Γίνεται για άλλη μια φορά ένας ψηλός πύργος.

Έξω υπάρχουν τάφροι, κροκόδειλοι καιροφυλαχτούν για κάποιον μεζέ που θα πεταχτεί σ' αυτούς για κέρασμα. Μπορούν να τον φάνε ελεύθερα.

Οι ανεπιθύμητοι καταλήγουν πάντα εκεί, τρομαγμένη τροφή των θηρίων.

Όμως εγώ είμαι η πυργοδέσποινα. Εδώ είναι το βασίλειό μου. Εδώ μέσα έχω κρυμμένους τους θησαυρούς μου, που τους μοιράζομαι μαζί σας. Εδώ είναι το βασίλειο των ιστοριών. Ποιος μεγαλύτερος θησαυρός από τις ιστορίες! Έχουν τόσες μαγικές δυνάμεις, κι όμως δεν μπορούν όλοι να τις δουν. Έχουν θολώσει από την πεζότητα.

Έχω ήδη αφήσει πίσω τις πόρτες του Γεράρδου και του Χαβιέ. Γνωρίζω όμως ότι οποιαδήποτε στιγμή μπορώ να ανοίξω τις πόρτες και να τους συναντήσω ξανά.

Οι ιστορίες είναι εκεί, δε φεύγουν, δε χάνονται. Κι αν εξατμιστούν γίνονται όνειρο, σύννεφο και ταξιδεύουν στον πελώριο ουρανό.

Γεια σας φίλοι μου, σας ευχαριστώ για τη συντροφιά που μου κρατήσατε. Θα έχω τις ιστορίες σας φυλαχτό στην καρδιά μου και όσα μου μάθατε. Προχωράω λίγο παρακάτω, η πατούσα μου τρέμει από τον νέο θησαυρό που θα θαμπώσει τα μάτια μου. Από το ταξίδι σε μια άλλη πατρίδα. Ανοίγω μια πόρτα στην τύχη, στη μέση του δωματίου υπάρχει ένα ψηλό δέντρο με χοντρό κορμό. Δε βλέπω όμως καμία γάτα εκεί τριγύρω. Όμως ακούγονται παντού κελαηδίσματα από πουλιά. Μελωδίες από πιάνο. Τζιτζίκια τερετίζουν. Το καλοκαίρι πλησιάζει. Ένα μαύρο σχήμα κινείται ανάμεσα στα κλαδιά. Μήπως είναι αυτός που αναζητώ;

Σε παρακαλώ, μη φας τα πουλάκια, το τραγούδι τους είναι τόσο όμορφο, κάνω μια παράκληση. Άραγε ο νέος μου φίλος μπορεί να με ακούσει;     

Της Ελιάς η Κόρη 

(Σωτήρης)

Ποτέ δεν έδινα ιδιαίτερη σημασία στα ζώα. Δεν ήμουν από αυτούς που τα κανακεύουν, αλλά εδώ να ξεκαθαρίσω ότι δεν ήμουν κι από αυτούς που τα ενοχλούσαν. Είμαστε συγκάτοικοι στον ίδιο πλανήτη, δε θεωρώ ότι στη φύση έχει ένας άνθρωπος περισσότερα δικαιώματα από μια γάτα ή ένα περιστέρι, κι ας λερώνουν τα τελευταία όπου πετούν κι όπου σταθούν. Έπιανα εγώ το χώρο μου κι αυτά τον δικό τους.

Όμως όταν εργάζεσαι σε ταβέρνα, οι μυρωδιές από τα φαγητά προσελκύουν όχι μόνο πεινασμένους τουρίστες και διαβάτες, αλλά και πλήθος αδέσποτων. Όταν περισσεύει φαγητό από το γεύμα των πελατών αντί να καταλήξει στους κάδους, ελκύοντας έντομα και τρωκτικά, καλύτερα να ταϊστεί στις γάτες. Ακόμη κι εγώ που δε θα σκύψω να τις χαϊδέψω ή να τις κανακέψω, όπως κάνει η συνάδελφός μου, που αρχίζει και τους μιλάει σαν να απευθύνεται σε μωρά, θεωρώ προτιμότερο να γεμίσω τα στομάχια αυτών των πλασμάτων με τους μεζέδες από το να πεταχτούν.

Στο μαγαζί που σερβίρω μαζεύονται λογιών πελατών καθώς και λογιών γατιών. Παρδαλές, λευκές, γκρίζες, κόκκινες, τιγρέ. Μα οι περισσότερες είναι μαύρες. Δεν ξέρω γιατί τόσος πληθυσμός μαύρων είναι άστεγες. Δεν καταλαβαίνω ως προς τι η αλλεργία στο μαύρο χρώμα. Εμένα είναι το αγαπημένο μου. Μαύρα ρούχα, μαύρα σεντόνια, γκρίζα σκούρα παπλωματοθήκη, μαύρα τετράγωνα πιάτα κ.ο.κ.. Άραγε οι μαύρες γάτες πέφτουν θύματα ρατσισμού ή θύματα προλήψεων; Ή μήπως το δεύτερο είναι απλώς συγκαλυμμένος ρατσισμός;

Ένα βράδυ λοιπόν κι ενώ στο διάλειμμά μου απολάμβανα την ανθυγιεινή και συνάμα ανακουφιστική επίδραση του καπνού, πρόσεξα δυο μάτια να είναι κολλημένα επάνω μου. Το ένα μάτι ήταν πράσινο και το άλλο μπλε, ενώ το ύφος του πλάσματος που με παρακολουθούσε ήταν πολύ σοβαρό. Έμεινα κι εγώ να κοιτάζω εκείνα τα μάτια, μιας και το υπόλοιπο πλάσμα ήταν καλά καμουφλαρισμένο στο σκοτάδι, κι αναρωτιόμουν τι ακριβώς να σκεφτόταν βλέποντας έναν κρεμανταλά να καπνίζει μόνος του στα σκοτεινά. Ούτε που με πλησίασε εκείνη την πρώτη νύχτα, κι ας τη φίλεψα τον καλύτερο μεζέ, τον οποίο φυσικά και δεν άφησε να πάει χαμένος.

Το επόμενο βράδυ είχα ρεπό. Το μεθεπόμενο όμως ήμουν παρών στο πόστο μου, χαμογελαστός και πρόθυμος να σερβίρω τους εκλεκτούς πελάτες μας. Στο διάλειμμα για τσιγαράκι εκεί και η γάτα να με κοιτάζει. Άραγε να μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις μου. Κάθε βράδυ ήταν εκεί λες και με περίμενε να κάνουμε παρέα το τσιγάρο μου, και κάθε φορά ερχόταν ελάχιστα πιο κοντά, ίσα ένα γατίσιο βήμα. Κέρδιζα την εμπιστοσύνη της άραγε ή σκόπευε να με εξημερώσει; Περάσαμε έτσι πάνω από μια εβδομάδα για να με πλησιάσει αρκετά και πάλι δε χαϊδεύτηκε επάνω μου, απλά κάθισε μπροστά στα πόδια μου. Εκείνη τη στιγμή ήξερα ότι έπρεπε να κάνω την πρώτη κίνηση και κατάλαβα ότι ήταν ένα θηλυκό γατί, και μάλιστα φαμ φατάλ. «Πόσο γυναίκα πια», της είπα και κάθισα ανακούρκουδα με το τσιγάρο περασμένο στα χείλη και χαϊδεύοντας τη γούνα της και με τα δύο χέρια, κάποιος μου είχε μαρτυρήσει ότι πολύ τους αρέσει να τις χαϊδεύουν κάτω από το λαιμό. Την επόμενη ήρθε μόνη της και τρίφτηκε στο παντελόνι μου, επισφραγίζοντας έτσι τη φιλία μας.

Όταν οι συνάδελφοι ξεκίνησαν με τον καιρό να τη φωνάζουν Η φιλενάδα του Σωτήρη, κατέληξα ότι έπρεπε να της δώσω ένα όνομα, αν και μέχρι τότε ποτέ δε με είχε απασχολήσει να δίνω ονόματα σε ζώα. Η φιλενάδα του Σωτήρη ακουγόταν παράξενο, επιπλέον αφαιρούσε κάτι από την προσωπικότητά της. Γνώριζα ότι ήταν ανόητο να πασχίζω να δώσω ένα όνομα σε μια γάτα, και μάλιστα αδέσποτη. Οι γάτες δεν ακούν και κυρίως δεν υπακούν στα ονόματά τους. Αν και κάπου είχα διαβάσει ότι τα αναγνωρίζουν και ξέρουν πότε κάποιος μιλάει γι' αυτές, να καταλαβαίνουν άραγε και τι λέμε! Κι ενώ την κοίταζα δίνοντας της ονόματα που δεν της ταίριαζαν, προσπαθώντας να καταλήξω σε κάποιο, ήρθε η στιγμή που μου είπε μόνη της το όνομά της. Εντάξει δεν μου το είπε ακριβώς, μάλλον μου το υπέδειξε. Ήταν απόγευμα που πήγαινα στη δουλειά για την απογευματινή βάρδια, όταν περνώντας μπροστά από μια ελιά, πήδηξε μέσα από μια κουφάλα η γάτα μου, τρομάζοντάς με έτσι όπως πετάχτηκε σαν σαΐτα.

Και ιδού, είχα στα πόδια μου μια Ελίτσα.

Και σαν επιβεβαίωση η γαλανοπρασινομάτα με πλησίασε, και μου νιαούρισε, ενώ χαϊδεύτηκε στα πόδια μου. 

Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΑΔΕΣΠΟΤΩΝ...  

...είναι γεμάτη ελευθερία, συντροφικότητα, ανεμελιά. Ποιος δε θα ήθελε να είναι ελεύθερος, αντί περιορισμένος σε τέσσερις τοίχους. Ποιος δε θα προτιμούσε τα καπρίτσια του καιρού από το να έχει δροσιά το καλοκαίρι και ζέστη το χειμώνα;

Ποιος δε θα απολάμβανε το βρώμικο νερό του δρόμου από το να πίνει φρέσκο νερό από το δικό του μπολάκι; Τους μεζέδες από τα φαγεία της περιοχής, που σε τρατάρουν τα γκαρσόνια και οι θαμώνες; Το να περπατάς ανάμεσα σε βιαστικά πόδια και να τρως από καμιά κλωτσιά, αντί χάδια, αγκαλιές και τριψίματα από χέρια που σε αγαπούν και σε φροντίζουν; Η ζωή των αδέσποτων είναι συναρπαστική, κάθε στιγμή και μια πρόκληση.

Μπορεί να συγκριθεί με ρώσικη ρουλέτα, όταν κάποιος σε καλεί χαμογελώντας. Μπορείς να τον εμπιστευτείς; Θα σε χαϊδέψει ή θα σε πνίξει; Είναι γεγονός ότι οι γάτες έχουμε ένστικτο, συνήθως αντιλαμβανόμαστε ποιος σκοπεύει να μας αρπάξει και να μας πνίξει ή να μας βασανίσει. Όμως υπάρχουν περιπτώσεις που η ανάγκη μας να αγαπηθούμε θα μας κάνει να αγνοήσουμε τον συναγερμό που μας προειδοποιεί ότι διατρέχουμε κίνδυνο. Όσο ανεξάρτητες κι αν είμαστε κι εμείς βάζουμε ψηλά την αγάπη.

Όταν είμαι λυπημένη, μετράω αυτούς που αγαπάω και η καρδιά μου γεμίζει αγαλλίαση. Αγαπώ τη γιαγιά μου την Αντιγόνη. Τον φίλο μου τον Λίνκολν, κι ας είναι σκύλος. Αγαπώ τη μητέρα μου τη χιονονιφάδα κι ας ξέρω ότι δε θα τη συναντήσω ξανά. Αγαπώ τα αδέλφια μου, που είχαν τόσο διαφορετική μοίρα από εμένα, κι εύχομαι να είναι καλά. Αγαπώ την αφεντικίνα του Λίνκολν, γιατί πάντα με χαϊδεύει και μου φέρνει να πιω γάλα, που τόσο μου αρέσει. Κι αγαπώ και τον νεαρό σερβιτόρο που πάντα μου δίνει τους πιο νόστιμους μεζέδες και που δεν ξέρω πώς αλλά έχει καταλάβει το όνομά μου και με φωνάζει Ελίτσα ή παιδί της Ελιάς. Σκέφτομαι να τον υιοθετήσω, αλλά θα είναι μια ελεύθερη και ανεξάρτητη υιοθεσία. Αυτός σπίτι του κι εγώ με τη γιαγιά μου την Αντιγόνη, να μαθαίνω για τα κατορθώματα και τις περιπέτειες των προγόνων μου.     

ΟΜΟΡΦΟ ΧΑΟΣ

Ο μαύρος θηλυκός ιαγουάρος ξαπλωμένος πάνω σε ένα κλαδί παραφυλάει το θήραμα του. Το άλσος ήταν αρκετά πυκνό, ο ήλιος σχεδόν δεν καταφέρνει να διαπεράσει τα καταπράσινα φύλλα, που έχουν πάνω τους τη δροσιά της νύχτας. Είναι εύκολο για τον θηλυκό ιαγουάρο να παραμείνει κρυμμένος λόγω του χαμηλού φωτός. Στο άλσος βρίσκουν πολλά πλάσματα άσυλο, που για τον ιαγουάρο αποτελούν την τροφή του. Το μάτι σου μπορεί να μην το πιάνει, φαίνεται μικρόσωμος, μα είναι σβέλτος, θαρραλέος, δυνατός και έξυπνος. Χαρίσματα που είναι παραπάνω από απαραίτητα αν θέλει κάποιος να επιβιώσει και να είναι κυρίαρχος.

Η αποψίλωση των δασών από τη μία και το δέρμα τους που αποτέλεσε για δεκαετίες ακριβό αγαθό για κάποιους παλαβούς και δίχως ίχνος σεβασμού, ήθελαν να το αποκτήσουν, είχαν μετατρέψει τους ιαγουάρους σε είδος προς εξαφάνιση. Όμως εκείνοι κατάφεραν να μετατρέψουν το παιχνίδι και πλέον οι ιαγουάροι ανήκουν στα κυρίαρχα είδη. Αφού έφαγαν όλους τους ενοχλητικούς ανθρώπους, αν και κανείς δεν περίμενε ότι θα ήταν τόσοι πολλοί ώστε να έχουν φαΐ για δεκαετίες, ανθρώπους που έσπερναν τα δεινά και τη φρίκη σε ολόκληρο τον πλανήτη, επέτρεψαν στους υπόλοιπους να ζήσουν. Μία ήταν η απαίτησή τους, λογική και σύνεση, μα αποφάσισαν να προσθέσουν και τον σεβασμό, ύστερα από απαίτηση ενός γέρου ιαγουάρου. Αν δε σέβεσαι δεν υπάρχει ελπίδα για τίποτα και για κανέναν, είχε αποφανθεί το σοφό αιλουροειδές.

Πολλοί από το είδος του είχαν βολευτεί στα αρχοντικά των ανθρώπων και περίμεναν να τους σερβιριστούν τα πάντα, όμως ο θηλυκός ιαγουάρος δεν ήθελε να γίνει μαλθακός, δεν του άρεσαν οι ευκολίες, δεν ήταν αυτό που τον πρόσταζε η φύση του. Έτσι κάθε μέρα έβγαινε για κυνήγι και προπόνηση. Τα μάτια του, το ένα βαθύ πράσινο, σαν τα φύλλα των δέντρων και το άλλο μπλε, σαν τα κύματα της θάλασσας, κλείδωσαν πάνω στο θήραμά του, οι μύες του κινήθηκαν κάτω από το δέρμα του. Ο θηλυκός όμορφος ιαγουάρος έδωσε σάλτο και βρέθηκε πάνω στον ποντικό.

Μια στιγμή... Ποντικό; Τρώνε ποντικό οι Ιαγουάροι; Για να χορτάσει ένα ζώο του μεγέθους του χρειάζεται σούβλα με ποντικούς. Ας πάμε πίσω λίγο το πλάνο. Μάλιστα, έτσι εξηγείται. Δεν είναι Ιαγουάρος, δηλαδή είναι κατά κάποιο τρόπο, γιατί το όνομα αυτής της μαύρης γάτας, είναι Ιαγουάρος. Ε ναι, σε αυτή την περίπτωση κάτι θα της κάνει ένας ποντικός.

Αφού τελείωσε με το γεύμα της αποφάσισε να βγει από το αλσύλλιο. Θα έκανε μια βόλτα στην παλιά πόλη, όσο οι άνθρωποι άρχισαν να απουσιάζουν και να λιγοστεύουν, τα τσιμέντα άρχισαν να φθείρονται και η φύση να παίρνει και πάλι το πάνω χέρι. Πλέον δεν υπήρχε κάποιος να την περιορίσει, αλλά ακόμη και οι επιζήσαντες, αποφάσισαν να ζήσουν σύμφωνα με τη φύση και να αφήσουν στην άκρη την απληστία. Δεκαετίες έπειτα είχαν προσαρμοστεί απόλυτα, γιατί όποιος δεν προσαρμόζεται, ξέρεται πολύ καλά τι του συμβαίνει. Μην τα ξαναλέμε τώρα.

Όπως η Ιαγουάρος και άλλες γάτες είχαν βγει τη βόλτα τους. Κάποιες έπαιζαν στις παιδικές χαρές, προσπαθώντας να ανέβουν ανάποδα, τρέχοντας στις τσουλήθρες και έπειτα αφήνονταν να γλιστρήσουν πάλι για να προσπαθήσουν δυο λεπτά αργότερα να κάνουν το ίδιο. Άλλες σκαρφάλωναν δέντρα, άλλες άραζαν πάνω σε κούνιες, παγκάκια, αλλά κι απλά στο χορτάρι. Μια παρέα πάνω σε ένα πεζούλι έπαιζε με βοτσαλάκια, σπρώχνοντάς τα να πέσουν από κάτω. Οι γάτες και η μανία τους με τη βαρύτητα, σκέφτηκε η Ιαγουάρος, καθώς τις προσπερνούσε. Από ένα στενό βγήκε ένα γάτος που ήταν λες και τον είχε δαγκώσει βρικόλακας. Ολόκληρο κομμάτι κρέας του έλειπε από τον λαιμό. Ακόμη και οι γάτες είναι πολεμοχαρείς. Δεν λείπουν οι γατοκαυγάδες. Όμως και πάλι, δεν προκαλούμε τα δεινά που έχει προκαλέσει η ανθρωπότητα. Δεν είμαστε όλο ράβε ξήλωνε. Από τη μία τέχνη από την άλλη πόλεμοι.

Κουρασμένη από τον περίπατο και τις σκέψεις της πήγε στο κοινόβιο που ζούσε. Παντού γάτες, άλλες έπαιζαν, άλλες άραζαν, άλλες απλά κοιμόνταν. Βρήκε μια ελεύθερη γωνιά και κάθισε. Τώρα οι γάτες και τα αιλουροειδή είναι κυρίαρχα, παλιά αρκούσε η αγάπη ενός ανθρώπου για να είσαι παντοκράτορας στο μικρό σου βασίλειο. Βέβαια δεν είχαν όλες οι γάτες την τύχη να βρουν έναν άνθρωπο, και επιπλέον όσες είχαν βρει τον άνθρωπό τους, εκείνος ήταν που τους όριζε τη ζωή. Τη διατροφή, το μέρος που θα μείνουν, τη στείρωση, τα εμβόλια και τις επισκέψεις στο γιατρό. Είχε βελτιώσει τη ζωή τους, αλλά όχι τη δική του. Τους είχε προσφέρει αγάπη και φροντίδα. Αλλά και πάλι όχι όλοι. Δεν ήταν όλοι οι άνθρωποι άξιοι για κυρίαρχοι. Και οι γάτες ήξεραν ποιοι ήταν αξιόλογοι και ποιοι όχι, μπορούσαν να καταλάβουν την καλοσύνη ακόμη κι αν κάποιος δεν ήταν γατόφιλος, όπως επίσης μπορούσαν να καταλάβουν μια πονηρή ύπαρξη ακόμη κι αν αγαπούσε τις γάτες.

Η Ιαγουάρος πρόσεξε μια λευκή ψιψίνα να δίνει σάλτο να ανέβει σε ένα παταράκι, στερεωμένο στον τοίχο, όμως αυτό είχε αρχίσει να ξεχαρβαλώνεται και έτσι έφυγε από τη θέση του. Με την επίδοξη ψιψίνα να κάνει σερφινγκ στον αέρα πριν σκάσει κάτω με παταγώδη θόρυβο, αλλού αυτή αλλού το ξύλο.

«Υπέροχα, αρχίσαμε!» μουρμούρισε η Ιαγουάρος, ενώ γύρω της οι υπόλοιπες γάτες άρχισαν να τρέχουν σαν τρελές, προς κάθε κατεύθυνση. Δυο συγκρούστηκαν πάνω στον πανικό μεταξύ τους και άρχισαν να μαλώνουν. Η Ιαγουάρος σηκώθηκε κουρασμένη και προσεχτικά πήρε τον δρόμο να βγει από το δωμάτιο. Ίσως να μην ήταν κακή ιδέα να βρει έναν δικό της άνθρωπο. Όπως και να είχαν τα πράγματα πάλι η ίδια θα ήταν η κυρίαρχος! Που είπαμε ότι τους είχαν εξορίσει να ζήσουν με ειρήνη και σοφία;

 Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Μου αρέσει όταν βρισκόμαστε με τη γιαγιά στην κουφάλα. Τώρα που έχει κρύο, καθόμαστε πλάι πλάι και ζεσταίνουμε η μία την άλλη. Κάποιες φορές μένουμε στο άνοιγμα και χαζεύουμε ό,τι γίνεται έξω από τη φωλιά μας. Άλλες φορές η γιαγιά μου λέει τις όμορφες ιστορίες για τους προγόνους μου κι άλλες τη ρωτάω πράγματα που είδα ή άκουσα και μου έκαναν εντύπωση!

«Γιαγιά», της νιαούρισα. «Πιστεύεις ότι υπάρχει πιθανότητα να γίνουμε οι γάτες το κυρίαρχο είδος του πλανήτη;»

«Πού το άκουσες αυτό πάλι;»

«Το έλεγαν κάτι τύποι στην ταβέρνα»

«Και τι έλεγαν δηλαδή;»

«Ο ένας με κοίταζε την ώρα που πλενόμουν και σχολίαζε ότι τον ανατριχιάζουν οι γάτες».

«Επειδή είμαστε καθαρές;» ρώτησε η γιαγιά μου.

«Όχι, υπάρχει μια θεωρία ότι θέλουμε να κυριαρχήσουμε τον κόσμο. Μα γιαγιά, δεν είμαστε ήδη κυρίαρχοι του κόσμου;» την ρώτησα με ειλικρινή απορία.

«Όχι με τον τρόπο που το θεωρούν οι άνθρωποι».

Περίμενα να μου μιλήσει, κι επειδή δε μου αρέσει να μην ξέρω τι σκέφτεται την ξαναρώτησα. «Λοιπόν;»

«Έλι μου, όσο χαριτωμένοι κι αν είναι κάποιοι από αυτούς, οι άνθρωποι είναι κυρίαρχοι στην ανοησία. Τα πάντα τα θεωρούν απειλή, τις γάτες, τα ρομπότ, την τεχνητή νοημοσύνη. Όλα έρχονται, στο μυαλό τους, να τους εκθρονίσουν και να τους αντικαταστήσουν».

Έμεινε να κοιτάζει έξω τη βροχή, που είχε αρχίσει να αιωρείται σαν ασημένια κλωστή κρεμασμένη από τον ουρανό.

«Οι άνθρωποι φοβούνται και τη σκιά τους, και δεν καταλαβαίνουν ότι το μόνο που βάζει σε κίνδυνο την ανθρωπότητα και τον πλανήτη ολόκληρο είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι, με την αλαζονεία και την απληστία τους».

Δεν είχα κάτι να απαντήσω σε αυτό που είχε πει η γιαγια μου. Η αλήθεια είναι ότι έχω γνωρίσει αρκετούς από το ανθρώπινο είδος. Άλλοι φαίνονται πολύ συμπαθητικοί, αλλά κάποιοι άλλοι όχι.

«Όμως γιαγια, αν κυριαρχούσαμε εμείς οι γάτες, πώς θα ήταν ο κόσμος;»

«Το πρόβλημα Έλι μου ξεκινάειαπό την κυριαρχεία. Αν κάποιος θέλει να κυριαρχήσει, θέλει να το κάνει εις βάρος άλλων. Οπότε τα πράγματα ποτέ δεν πάνε καλά όταν αρχίζουν τέτοιου είδους παιχνίδια».

«Γιαγια είσαι πολύ σοφή, γι' αυτό είσαι και γιαγιά».

«Δεν είμαι τόσο μεγάλη όσο με θεωρείς Έλι. Σε πληροφορώ ότι η μπογιά μου περνάει ακόμη». Δεν έδωσα σημασία στο άσχετο σχόλιο της γιαγιάς Αντιγόνη, δεν τα καταλαβαίνω εγώ αυτά τα πράγματα, και συνέχισα με αυτό που με απασχολούσε.

«Ναι, αλλά γιαγιά, πώς θα ήταν ο κόσμος αν...»

Η γιαγιά γατομειδίασε κι αποφάσισε να μου κάνει το χατήρι.

«Εσύ να μου πεις Έλι, πώς θα ήταν ο πλανήτης αν κυριαρχούσαμε οι γάτες».

«Δεν ξέρω!» απάντησα δειλά. «Αρχικά θα ήταν υπέροχο να έχει ησυχία. Να μην υπάρχουν μηχανήματα που σκορπάνε το θόρυβο τους και δεν αφήνουν μια γάτα να ησυχάσει, να κοιμηθεί, να κάτσει αραχτή και να ρεμβάσει».

«Ναι, κι εμένα μου ακούγεται πολύ ωραίο αυτό».

«Μετά θα μπορούσαν να μαζεύουν λίγο τα πόδια τους οι ρέμπελοι. Δε μου αρέσει ούτε να με κλωτσάνε, ούτε να με πατάνε και φυσικά ούτε να παίζω κυνηγητό με τους ανθρώπους. Ποτέ δεν ξέρεις πού θα καταλήξει αν ξεκινήσει αυτό το παιχνίδι».

«Και σε αυτό θα συμφωνήσω».

«Θα ήθελα να είναι καθαρά, να μην υπάρχουν σκουπίδια έξω από το σπίτι μου και γενικά στα μέρη που συχνάζω».

«Και πώς θα περνούσε το χρόνο του το κυρίαρχο γατίσιο είδος;»

«Τρία πράγματα είναι το απόσταγμα της ευτυχίας: Ύπνος, παιχνίδι, ρεμβασμός».

«Κρίμα να μην είμαστε το κυρίαρχο είδος», παραδέχτηκε και η γιαγιά και μείναμε να ρεμβάζουμε κοιτάζοντας άπειρες ασημί κλωστές να αιωρούνται από τον ουρανό και χορεύοντας να ακουμπάνε στην άσφαλτο και να την ξεπλένουν.

«Ο κόσμος θα ήταν ένα όμορφος χάος», μουρμούρισα καθώς με έπαιρνε το γλυκοΰπνι. 


ΣΤΟΛΙΣΜΕΝΗ ΑΘΗΝΑ

Όλος αυτός ο στολισμός της πόλης, με τα λαμπάκια να αναβοσβήνουν μέρα νύχτα, μου φέρνουν αναμνήσεις από τις πρώτες ημέρες της ζωής μου. Όταν ένα μοναδικό μαύρο γατάκι, ανάμεσα σε πέντε λευκά που βρίσκονταν μέσα σε μια βαμβακερή αγκαλιά, σαν μυγούλα μέσα στο αφράτο χιόνι, ρουφούσα γάλα και ζωή από το στήθος της μητέρας μου. Κι εκείνη ταλαιπωρημένη, αλλά τρυφερή άπλωνε τα πόδια της για να μας κρατήσει στην αγκαλιά της και να μας προστατέψει και τα έξι.

Τα αδέλφια μου κι εγώ γεννηθήκαμε το τελευταίο Σάββατο του Νοεμβρίου, θωρώ ότι σας το έχω αναφέρει ξανά. Το σπίτι που γεννηθήκαμε ήταν ζεστό και φιλόξενο, αν και για εμένα δε θα κράταγε αυτή η φιλοξενία για μεγάλο διάστημα. Σε μια άκρη του καθιστικού αναβόσβηναν φωτάκια, κι ένα ψηλό πράσινο δέντρο γεμάτο στολίδια διακοσμούσε τον χώρο. Με την όρασή μου θολή ακόμη προσπαθούσα να εστιάσω στα λευκά φωτάκια που αναβόσβηναν. Ενώ ένα ένα τα αδέλφια μου αποχωρίζονταν τη μητρική αγκαλιά, βρίσκοντας σπίτια να τα υιοθετήσουν, ενώ εγώ παρέμενα στη ζεστασιά της μητρικής γούνας. Εκείνη με τάιζε, με χάιδευε, με έγλειφε, με έπλενε, μου μάθαινε να στέκομαι στα πόδια μου.

Όταν κάποια στιγμή κι εντελώς απροειδοποίητα βρέθηκα στο δρόμο, αναζητώντας την και νιαουρίζοντας όλο παράπονο. Τελικά αντί για τη μαμά μου, ήρθε η γιαγιά Αντιγόνη, με υιοθέτησε και με μεγάλωσε. Τα φωτάκια και ο στολισμός ξυπνάνε μέσα μου ανάμεικτα συναισθήματα. Από τη μία η εγκατάλειψη από την άλλη η αγάπη, η θαλπωρή και μια γούνινη, γατίσια αγκαλιά. Από τη μία η ζέστη και η ασφάλεια και από την άλλη το κρύο και ένα αίσθημα που είσαι πολύ μικρός για να του δώσεις όνομα.

Για να καταφέρω να διώξω τις αναμνήσεις, τις γεμάτες αισθηματικό φορτίο αποφάσισα να επισκεφτώ τον Λίνκολν, είχα αρκετό καιρό να τον συναντήσω. Ως συνήθως τον βρήκα στη θέση του πίσω από τον φράχτη να γαυγίζει. Κούνησα το κεφάλι μου και πήγα στην βεράντα, με την ελπίδα να με δει η αφεντικίνα του. Είναι πολύ φιλόξενη, και να τη που βγαίνει από τη τζαμένια πόρτα του μπαλκονιού και μου φέρνει μια πιατέλα με γάλα, ελπίζω να το έχει ζεστάνει λίγο.

«Τι κάνεις μαυρούλα;» με ρωτάει.

«Έλι», τη διορθώνω νιαουρίζοντας, αν και αμφιβάλλω ότι με κατάλαβε. Τελικά το χλιαρό γάλα τράβηξε το ενδιαφέρον μου.

«Καιρό έχω να σε δω. Λίνκολν, για δες ποιος ήρθε να μας επισκεφτεί», φώναξε. Ο Λίνκολν στράφηκε και μας κοίταξε, αλλά πριν έρθει σε εμάς, μας γύρισε πάλι τη θέα του ποπού του και γαύγισε δυο τρεις φορές, πριν πλησιάσει . Η αφεντικίνα του, αφού μας χάιδεψε λίγο, επέστρεψε στο εσωτερικό του σπιτιού.

«Τι λες να παίξουμε;» με ρώτησε κι έτρεξε πίσω στο θάμνο, κουβαλώντας ένα χριστουγεννιάτικο στρογγυλό στολίδι.

«Τα παιχνίδια είναι για τα παιδιά».

«Κάνεις μεγάλο λάθος, τα παιχνίδια είναι για όλους», αδιαφορώντας ξάπλωσα και τον κοίταξα.

«Πφφ», απάντησε και παρατώντας το στολίδι ήρθε και κάθισε στο πλάι μου. «Τι θες να κάνουμε;» με ρώτησε.

«Ας κάτσουμε απλά να χαζέψουμε τους διαβάτες, φορτωμένους με τα ψώνια τους», απάντησα.

«Χωρίς να τους γαυγίζουμε;» με ρώτησε απογοητευμένος.

«Χρόνια πολλά Λίνκολν», του ευχήθηκα και με ένα σάλτο βρέθηκα στην πλάτη του και βολεύτηκα μέσα στη χρυσαφένια γούνα του, ζυμώνοντάς την.

«Χρόνια πολλά Έλι!»

«Χρόνια πολλά διαβάτες!» είπα και έκλεισα τα μάτια μου να απολαύσω τη στιγμή, μακάρια. 

'Ένας vegeterian γάτος

Ο Χαβιέ ζει ειρηνικά σε μια φάρμα της Ισπανίας. Είναι ένας γάτος που λόγω της σχέσης του με τα υπόλοιπα ζώα του κτήματος αποφεύγει να τρώει κρέας, αν και σε κάποια είδη κάνει εξαιρέσεις. Όταν ο ταύρος φίλος του ο Λουί, πουληθεί για να συμμετάσχει στις ταυρομαχίες ο Χαβιέ δε θα μείνει με σταυρωμένα τα μπροστινά του πόδια. Θα αφήσει την ασφάλεια και την καλή ζωή του κτήματος και θα ριψοκινδυνέψει για να βοηθήσει τον φίλο του.  


Πατήστε την εικόνα ή τον τίτλο του άρθρου για να διαβάσετε τις περιπέτειες του Χαβιέ στην Ισπανία. 

Η Έλι & Η Αθήνα

Η Έλι είναι μια μαύρη γάτα, που ζει στην κουφάλα ενός λιόδεντρου μαζί με τη γιαγιά της την Αντιγόνη. Η Έλι έχει πάρει το όνομά της από το υπεραιωνόβιο αυτό δέντρο, που βρίσκεται στους πρόποδες του Παρθενώνα. Κυκλοφορεί στα σοκάκια της πλάκας, ταΐζεται από τα ταβερνεία της περιοχής, ανεβαίνει στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης όταν δεν έχει κόσμο. Εσείς, έχετε δει τον ήλιο να ανατέλλει, από το βράχο του Παρθενώνα; Η Έλι έχει πολλές ιστορίες να σας διηγηθεί, από τη δική της ζωή αλλά και από τις εφτά ζωές πολλών άλλων μαυρόγατων.


Πατήστε την εικόνα ή τον τίτλο του άρθρου για να διαβάσετε τις περιπέτειες της Έλις Στην Αθήνα!  

Ο Αιρετικός & Η Μάγισσα

-Διαβάστε ολοκληρωμένη την πρώτη ιστορία της Έλις- 

Στο Μεσαίωνα ένας ευγενής θα δώσει άσυλο στις μαύρες γάτες, που κατηγορούνται για μαγεία. Πριν αποκαλυφθεί κινδυνεύοντας τόσο ο ίδιος όσο και οι φιλοξενούμενές του, θα ζητήσει τη βοήθεια από πέντε γυναίκες που έχοντας κατηγορηθεί για μάγισσες, ζούνε ελεύθερες οργώνοντας τα παγωμένα νερά των θαλασσών της Σκωτίας.


Πατήστε πάνω στον τίτλο της ιστορίας ή στην εικόνα και μεταβείτε στη σελίδα : "Ο Αιρετικός και η Μάγισσα", για να διαβάσετε ολοκληρωμένη την πρώτη ιστορία. 

Δημιουργήστε δωρεάν ιστοσελίδα! Αυτή η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε με τη Webnode. Δημιουργήστε τη δική σας δωρεάν σήμερα! Ξεκινήστε