Ένας vegeterian γάτος

Ένας vegeterian γάτος

Ο Χαβιέ ζει ειρηνικά σε μια φάρμα της Ισπανίας. Είναι ένας γάτος που λόγω της σχέσης του με τα υπόλοιπα ζώα του κτήματος αποφεύγει να τρώει κρέας, αν και σε κάποια είδη κάνει εξαιρέσεις. Όταν ο ταύρος φίλος του ο Λουί, πουληθεί για να συμμετάσχει στις ταυρομαχίες ο Χαβιέ δε θα μείνει με σταυρωμένα τα μπροστινά του πόδια. Θα αφήσει την ασφάλεια και την καλή ζωή του κτήματος και θα ριψοκινδυνέψει για να βοηθήσει τον φίλο του. 

Πρελούδιο Β' μέρους - Το Όνειρο-

Δεν ξέρω αν εσείς, βλέπετε συχνά το ίδιο όνειρο όταν πέφτετε να ξεκουραστείτε. Σε εμένα συμβαίνει να βλέπω ξανά και ξανά το ίδιο όνειρο. Βλέπω λέει ότι η Ελιά μεταμορφώνεται σε ψηλό πύργο γεμάτο πόρτες. Πίσω από κάθε πόρτα υπάρχει και ένα δωμάτιο που ανήκει σε κάποιον από τους προγόνους μου. Ανοίγω την πόρτα περιμένοντας να δω τα αγαπημένα αντικείμενα τους. Για παράδειγμα το πουπουλένιο στρώμα, από τα πούπουλα χήνας που νωρίτερα την έχει απολαύσει στο γεύμα του ο Γεράρδος. Πορτρέτα στον τοίχο κρεμασμένα με τη μορφή τους, οικογενειακές φωτογραφίες και φιλμ. Δωράκια από τους ανθρώπους συντρόφους τους. Όμως ανοίγοντας την πόρτα και μπαίνοντας στο δωμάτιο, το μόνο που υπάρχει είναι ομίχλη. Ένα σύννεφο από αναμνήσεις που κατοικούν στο δωμάτιο και σαν σε ταινία βλέπεις όσα έζησαν. Τους ανθρώπους που αγάπησαν, άλλες γάτες που συντρόφευσαν, ακόμη και τους γατέρωτες και τις γατοφιλίες τους.

Για καιρό έμπαινα στο δωμάτιο του Γεράρδου, αυτού του ηρωικού γάτου και άξιου καπετάνιου του πειρατικού, που με τη Λάουρα και τις υπόλοιπες καπετάνισσες όργωνε τις θάλασσες ως τα βαθιά γεράματα! Πάτησε το χώμα ξένων χωρών και άφησε απογόνους με κάμποσες θηλυκές που συναντούσε στα λιμάνια. Ποια θηλυκή ψιψίνα δε θα λαχταρούσε έναν ρωμαλέο γάτο να την πάρει στην αγκαλιά του και να της πει "Ψιτ Ψιψίνα". Ίσως σε κάποιους ακούγεται λίγο σαχλό, μα έχει μεγάλη σημασία ποιος γάτος θα το πει! Κι ο Γεράρδος δεν ήταν ένας τυχαίος γάτος.

Όμως στη μεσημεριανή μου σιέστα εψές, θέλησα να ανοίξω μια άλλη πόρτα. Μόλις μπήκα με υποδέχτηκε ο Χαβιέ ο γάτος, αφού ανταλλάξαμε ένα νεύμα προς χαιρετισμό και αναγνώριση, ο Χαβιέ επέστρεψε μέσα στις ομιχλώδεις αναμνήσεις του και όλα γίνανε καθαρά και εξελίχθηκαν μπροστά στα μάτια μου.  

Β1. Το Κορίτσι

"Αποκλείεται" άστραψε και βρόντηξε η Εσμεράλδα, κάνοντας τον γάτο στη γωνιά του να ανασηκωθεί και να την κοιτάξει ενοχλημένος που του είχε χαλάσει τον μεσημεριανό του ύπνο.

"Μα κόρη μου" προσπάθησε να την καθησυχάσει ο πατέρας της.

"Δεν είναι σωστό για τον Λουί αυτό πατέρα, δεν το καταλαβαίνεις;" είπε ρίχνοντας τον τόνο της και μιλώντας παρακλητικά, ζητώντας την κατανόηση από τον πατέρα της.

"Είναι πολλά τα χρήματα που δίνουν για το ταυρί μας, κι εμείς τα χρειαζόμαστε" προσπάθησε να απολογηθεί εκείνος.

"Μα τον στέλνεις απευθείας στο εκτελεστικό απόσπασμα πατέρα". Ο Χαβιέ τεντώθηκε κοιτώντας πότε τον έναν πότε τον άλλον, προσπαθώντας να καταλάβει ως προς τι ο αλληλοσπαραγμός αυτή τη φορά. Αυτοί οι άνθρωποι όλο προβλήματα και γκρίνια είναι, θα τους πετάξω από το σπίτι μου φαίνεται, σκέφτηκε. Τι να το κάνεις, δεν είναι η πρώτη φορά που το λέω, στο τέλος αφήνω το κορίτσι να έρχεται να ξαπλώνει στο κρεβάτι μου, είμαι μεγαλόκαρδος. Από τα συμφραζόμενα καταλάβαινε ότι μιλούσαν για τον φίλο του τον Λουί τον ταύρο που κατοικούσε στον στάβλο, αλλά η πείνα που είχε κατακλύσει το στομάχι του δεν του επέτρεπε να καταλάβει ακριβώς τι συνέβαινε.

"Μην είσαι απαισιόδοξη, είναι δυνατός, μπορεί να τα καταφέρει".

"Τι να καταφέρει πατέρα, να σκοτώσει τον ταυρομάχο;"

"Έχεις δίκιο, δεν είναι σωστό να ευχόμαστε τον θάνατο κάποιου".

"Μα ακόμα και αν βγει νικητής από τη μάχη" συνέχισε η Εσμεράλδα "θα σπεύσουν άλλοι να τον σκοτώσουν, για να μην αποτελειώσει τον ταυρομάχο".

"Κορίτσι μου" πήγε να δικαιολογηθεί ο άντρας, αλλά η Εσμεράλδα γύρισε την πλάτη και έφυγε από την κουζινούλα τους με δακρυσμένα μάτια, μη θέλοντας να ακούσει τίποτε άλλο. Καλύτερα έτσι, η ησυχία είχε επιστρέψει. Ο Χαβιέ θεώρησε ότι ήταν καλή στιγμή να ζητήσει το γεύμα του. Τεντώθηκε ξανά και προχώρησε προς τον άντρα. Πρώτα τρίφτηκε στα πόδια του και έπειτα έδωσε ένα σάλτο και βρέθηκε στην αγκαλιά του. Ο άντρας τον κοίταξε με βουρκωμένα μάτια και τον ρώτησε.

"Εσύ τουλάχιστον με καταλαβαίνεις;"

"Εγώ θέλω τουλάχιστον δυο πιάτα φαγητό" απάντησε νιαουρίζοντας ο Χαβιέ.

"Το ξέρω ότι με καταλαβαίνεις μαυρούλη μου. Όμως η Εσμεράλδα δε λέει να καταλάβει και φταίω εγώ γι' αυτό. Δεν μπορούμε να δενόμαστε με τα ζώα σε τέτοιο βαθμό. Είναι μέρος της δουλειάς μας να πουλάμε τα ζωντανά και όταν χρειάζεται να τα σφάζουμε".

"Όλα τα ζωντανά; Και τις γάτες;" νιαούρισε καχύποπτα ο Χαβιέ και κοίταξε τον άνθρωπό του.

"Και το ταυρί μας ξεχώρισε. Το επέλεξαν και δίνουν καλά λεφτά. Πώς μπορούμε να αρνηθούμε;"

"Το άκουσα, θύμισε μου ποιο ταυρί δεν μπορεί να αποχωριστεί η Εσμεράλδα αυτή τη φορά;"

"Ο Λουί είναι δυνατός ταύρος κι όσο να πεις όμορφος, με το μαύρο, γυαλιστερό τρίχωμά του", σχολίασε με θαυμασμό ο άντρας.

"Α ο φίλος μου ο Λουί, καλός είναι, μα αυτόν βρήκες να πουλήσεις, αυτός είναι φίλος μου, είναι ο λόγος που έγινα βετζετέριαν". Ο πατέρας της Εσμεράλδα θέλησε να σηκωθεί και ο Χαβιέ πήδηξε από την αγκαλιά του στο πάτωμα. Πήγε στο ντουλάπι πήρε μια κονσέρβα με ψάρι και την άνοιξε ρίχνοντάς την στο πιατάκι του, ενώ του γέμισε και το έτερο με καθαρό νερό.

"Να είδες τι κάνεις τώρα με βγάζεις ψεύτη. Είμαι βετζετέριαν στο κρέας όχι στο ψάρι, ούτε στα πουλερικά ή τα τρωκτικά. Γάτος είμαι, δεν μπορώ να τρέφομαι με χόρτα. Δε θέλω να γίνω περίγελος των εφτά γατοζωών μου"

"Τόσο πολύ πεινάς και δε σταματάς να νιαουρίζεις;" τον ρώτησε μειδιώντας ο άντρας.

"Και για πες τώρα, τι θα συμβεί στον Λουί, γιατί τον επέλεξαν; Θα πάει στο τσίρκο; Ξέρει ζογκλερικά, δεν είναι λίγο παχύς για να τα καταφέρει, βέβαια και οι ελέφαντες είναι, αλλά κάνουν καριέρα γενιές ολόκληρες. Θα πάω να τον δω όταν περάσει από τα μέρη μας, και μην ανησυχείς η Εσμεράλδα θα είναι πολύ περήφανη γι' αυτόν", συμπέρανε ο Χαβιέ και έγλειψε το χέρι του ανθρώπου που πήγε να τον χαϊδέψει.

"Για γατούλης είσαι φλύαρος" σχολίασε ο άνδρας και του χάιδεψε το κεφαλάκι. "Δεν πιστεύω μετά το βοδινό να καταργήσεις και το ψάρι;"

"Ποτέ των ποτών" νιαούρισε ο Χαβιέ και όρμησε στο φαγητό του, με τον φόβο να του το πάρουν. Ώρα ήταν να του μπουν ιδέες.

"Δεν μπορώ να πω, κι εγώ θεωρώ κάπως βάρβαρες τις ταυρομαχίες. Και ότι ένας ταύρος που οδηγείται στην αρένα ακόμα κι αν φανεί πιο ικανός από τον ταυρομάχο θα καταλήξει μερίδες στην τοπική ταβέρνα. Αλλά αφού έτσι είναι τα πράγματα ποιος μπορεί να το αλλάξει, τόσοι τουρίστες έρχονται να δουν το άθλημα".

"Μισό λεπτό, τι εννοείς θα καταλήξεις μερίδες στην ταβέρνα; Ταβέρνα είναι το όνομα του τσίρκου και μερίδα το νούμερο;" νιαούρισε. "Να τελειώσω το φαγάκι μου και θα πάω να τον ρωτήσω".    

B2. ΧΑΒΙΕ, ΜΑΝΤΑΤΟΦΟΡΟΣ ΚΑΚΩΝ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Μπαίνοντας στον στάβλο, βρήκε την Εσμεράλδα κρεμασμένη στο λαιμό του Λουί να βρέχει το γυαλιστερό του τρίχωμα με δάκρια.

«Μπορείς να μου εξηγήσεις τι έχει πάθει αυτή και με νότισε;»

«Μπορώ, θα γίνεις νούμερο στο τσίρκο» απάντησε νιαουρίζοντας.

«Χαβιέ, ξέρεις τι χρώμα έχει η τέντα των τσίρκων;»

«Μόνο ένα έχει; Είχα την εντύπωση πως ήταν πολύχρωμη».

«Ένα και είναι το πιο ακατάλληλο για ταύρους».

«Αλήθεια, γιατί δαιμονίζεστε με το κόκκινο, ποτέ δεν το κατάλαβα».

«Είναι παράδοση, έχει περάσει στο DNA μας».

Ο Χαβιέ πλησίασε τον Λουί και τον κοίταξε στα μάτια.

«Μήπως απλά χρειάζεστε οφθαλμίατρο;»

«Ήρθες ζηλιαρόγατο;» ρώτησε η Εσμεράλδα και πριν εκείνος προλάβει να αντιδράσει τον τράβηξε στην αγκαλιά της.

«Όχι!» νιαούρισε ο Χαβιέ.

«Επιτέλους, κόντευε να με πνίξει αυτό το κορίτσι. Ακόμα και η κόκκινη τέντα του τσίρκου θα ήταν προτιμότερη για εμένα. Κάποιες φορές γίνεται άγαρμπη, αλλά πάντα φροντίζει να μας ταΐζει καλά και είναι συμπαθητικούλα για άνθρωπος» είπε και έσκυψε να φάει από την ταΐστρα.

«Δε σου αρέσουν και πολύ οι αγκαλιές» παρατήρησε ο Χαβιέ και άρχισε να γλείφεται, αλλά στη συνέχεια αποφάσισε ότι το χέρι της Εσμεράλδα χρειαζόταν πλύσιμο και καταπιάστηκε με την υγιεινή της.

«Είμαι ταύρος δεν είμαι γάτος. Δεν είναι άσχημο να σου δείχνουν τη συμπάθειά τους, αλλά να μη γίνεται αποπνικτική. Ξέρεις από τι είναι προτιμότερες οι αγκαλιές του κοριτσιού;»

«Όχι, από τι;»

«Από τις ταυρομαχίες»

«Δηλαδή δε θα δεχτείς να πας στο τσίρκο;»

«Άντε πάλι με το τσίρκο, τι σε έχει πιάσει σήμερα;»

«Μα μόλις είπες ότι είναι προτιμότερες οι αγκαλιές της Εσμεράλδα από τις ταυρομαχίες»

«Δεν είναι νούμερο στο τσίρκο οι ταυρομαχίες, μη λες σαχλαμάρες».

«Είσαι σίγουρος; Γιατί εγώ αυτό που άκουσα πριν που μίλαγαν με τον πατέρα της, είναι ότι θα γίνει ταυρομάχος».

Τα μάτια του Λουί γούρλωσαν, ενώ έσκυψε το κεφάλι του στο ύψος του Χαβιέ που είχε επιστρέψει στην υγιεινή του.

«Σε ταυρομαχία θα παλέψω, αυτό είπαν;»

«Α γεια σου. Αν και στην αρχή κοιμόμουν, οπότε δεν άκουσα όλη τη συζήτηση, κι αν η Εσμεράλδα δεν έβαζε τις φωνές έξω φρενών δε θα είχα ξυπνήσει και δε θα σου είχα φέρει τα νέα». Τα ρουθούνια του Λουί άνοιξαν και ξεφύσησε θυμωμένος.

«Ωραία νέα!»

«Γιατί όχι; Στο νούμερό σου στο τσίρκο θα σε αποθεώνουν. Θα σου πετάνε λουλούδια, θα γίνεις ο πιο δημοφιλής ανάμεσα στις αγελάδες».

«Μα τι ανοησίες λες, δε θα γίνω ταυρομάχος»

«Εσύ λες ανοησίες τώρα, αφού το λέει η ίδια η λέξη, ταυρομάχος, ο ταύρος που μάχεται».

Τα ρουθούνια του Λουί άνοιξαν και ξεφύσησε θυμωμένος.

«Ε ταυρομάχε ψύχραιμα, θα πάθουμε καμιά πούντα. Ως προς τι ο εκνευρισμός;»

«Αν εσένα σου έλεγαν ότι θα χάσεις τη ζωή σου αύριο, πώς θα αντιδρούσες;»

«Θα τους ρώταγα ποια από τις εννέα ή επτά, δεν είμαι καλός στην αριθμητική»

«Λογίζεις τον εαυτό σου για Ισπανό, και δεν έχεις ιδέα την κακοτυχία να γεννηθεί κάποιος ταύρος στη χώρα αυτή;»

«Δεν είμαι καθαρός Ισπανός, οι μακρινές μου ρίζες προέρχονται από το Γατονήσι, ένα νησί στα βόρεια της Ευρώπης, κοντά στη Σκωτία. Με πολλές ενδιάμεσες στάσεις προγόνων μου, κάποιος έφτασε στην Ισπανία και γεννήθηκα εδώ...»

«Άφησέ με» διέκοψε το Χαβιέ ο Λουί «Δε θα περάσω τις τελευταίες ώρες της ζωής μου με τη γατοφλυαρία σου».

«Δεν καταλαβαίνω, γιατί είσαι τόσο μελοδραματικός. Ωραία είναι εδώ δε λέω, αλλά εσύ θα γνωρίσεις τη δόξα».

Όσο οι δυο φίλοι συζητούσαν, η Εσμεράλδα είχε σηκωθεί και είχε φτάσει στην πόρτα του στάβλου. Έριξε ένα τελευταίο βλέμμα στον Λουί. «Συγγνώμη!» φώναξε και το έβαλε στα πόδια.  

B3. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ –Ένας γάτος ''Bετζετέριαν''-

Μην μπορώντας να συνεννοηθεί με τον μουτρωμένο και απομακρυσμένο Λουί, ο Χαβιέ αποφάσισε να επιστρέψει στο σπίτι. Είχε μείνει λίγη κονσέρβα στο πιάτο του, σχεδίαζε να τη φάει και να ρίξει έναν υπνάκο, τον είχε εξαντλήσει η όλο γρίφοι συζήτηση με τον Λουί. Μπαίνοντας στο σπίτι βρήκε την Εσμεράλδα καθισμένη, φαινόταν απορροφημένη από μαύρες σκέψεις, ενώ στα χέρια της στριφογύριζε ένα νοτισμένο μαντήλι. Ο πατέρας της έλειπε.

«Ίσως πρέπει να την παρηγορήσω» σκέφτηκε ο Χαβιέ. «Η γούνα μου έχει θεραπευτικές ικανότητες» στάθηκε μπροστά στα πόδια της και νιαούρισε.

«Hola guapa» νιαούρισε και η Εσμεράλδα μόλις τον πρόσεξε έσκυψε και τον πήρε στην αγκαλιά της.

«Θα χάσουμε τον Λουί, Χαβιέ. Ξέρω ότι αν και γάτος εσύ ταύρος εκείνος, είστε φίλοι»

«Η αλήθεια είναι ότι δεν κρίνω τους άλλους από το είδος τους. Εκτός από τα ποντίκια βέβαια. Φυσικά ο λόγος είναι ότι κάνουν ωραίο μεζέ, κι όχι επειδή έχω κάτι προσωπικό μαζί τους. Το ίδιο ισχύει και για τα κοτόπουλα».

«Δεν είμαι σίγουρη τι λες, αλλά νιώθω ότι είναι κάτι παρηγορητικό».

«Σου εξηγώ το μανιφέστο της διατροφής μου. Ο λόγος που δεν κάνω παρέα με τα κοτόπουλα, αν και υπάρχουν αρκετά στη φάρμα, είναι να μην την πατήσω. Έγινα φίλος με τον ταύρο, έκοψα το βοδινό κρέας. Βρήκα χαριτωμένα τα αρνάκια, μου συνέβη το ίδιο, για τα κατσικάκια δεν το συζητάω, είναι γλύκες. Εκείνο το βράδυ που ξέμεινα έξω από το σπίτι με κράτησε ζεστό η γουρούνα, πάει και το χοιρινό. Πλέον έχω δύο αρχές. Ένα δεν τρώω τους φίλους μου. Δύο δε θέλω φιλίες με πουλερικά!»

«Είσαι φλύαρος για γάτος».

«Φλύαρος είναι κάποιος που δίνει περιττές πληροφορίες και χρησιμοποιεί περισσότερα λόγια από όσα χρειάζονται. Οι πληροφορίες που μόλις σου έδωσα δεν είναι περιττές αλλά 100% σημαντικές. Και τώρα πάω να ξαπλώσω, με κούρασε τόσο exposition σε πλάσματα που δεν καταλαβαίνουν».

Όμως τον Χαβιέ τον έτρωγε το σαράκι. Γύρισε από εδώ γύρισε από εκεί, ύπνος δεν τον έπαιρνε. Έπρεπε να πάει στον στάβλο να μιλήσει με τον Λουί, να του εξηγήσει. Τι σημαίνει ταυρομαχία αν δεν είναι νούμερο σε τσίρκο. Κι αν ο ίδιος δεν ήταν ο ταυρομάχος που ήταν ταύρος, ποιος θα ήταν και κυρίως ποιος ο ρόλος του Λουί σε αυτό το σόου;

«Είμαι βέβαιος ότι αν δε μιλήσω στον Λουί να μου εξηγήσει, δεν πρόκειται να βρω ησυχία και να κοιμηθώ» σηκώθηκε και βγήκε από το σπίτι, τραβώντας προς στάβλο. Όμως η εικόνα που αντίκρισε τον τάραξε. Ένα μεγάλο αμάξι ήταν παρκαρισμένο έξω από τον στάβλο, ενώ δυο άντρες είχαν πιάσει τον Λουί και τον έσερναν, ενώ ο φίλος του αντιστεκόταν με όλη του τη δύναμη. Ο Χαβιέ έτρεξε προς το μέρος τους, αλλά στάθηκε στην άκρη, δεν ήθελε να γίνει χαλκομανία, χάνοντας και τις εφτά ή εννέα ζωές του με τη μία. Να γίνει κιμάς κάτω από τα πόδια του Λουί και να έρθουν έπειτα να τον φάνε οι κότες. Τέτοια τραγική ειρωνεία δεν τη σήκωνε η ύπαρξή του.

«Τι συμβαίνει εδώ;» ρώτησε νιαουρίζοντας δυνατά για να ακουστεί πάνω από τις βλαστήμιες των αντρών. Όμως απάντηση δεν έλαβε, μιας και ο Λουί είχε στραμμένη όλη του την προσοχή στον αγώνα που έδινε για να σώσει τη ζωή του, το τελευταίο που τον ενδιέφερε ήταν να εξηγήσει στον Χαβιέ. Οι δυο άντρες έβριζαν κοπιάζοντας να ανεβάσουν τον Λουί στο αυτοκίνητο, ένας τρίτος γεροδεμένος άντρας, βγήκε απόφασιστικά από το αυτοκίνητο, η θέα του έκανε εντύπωση στον Χαβιέ, αφού είχε την κορμοστασιά ενός ταύρου, μόνο που στεκόταν στα δυο πόδια αντί στα τέσσερα. Με γρήγορες κινήσεις πλησίασε τους δυο ιδρωμένους άντρες και τον Λουί.

«Τι κάνετε τόση ώρα;» γαύγισε στους άλλους. Τρεις κινήσεις ήταν αρκετές για να υποτάξει και να ανεβάσει στο αμάξι τον Λουί. Έπειτα έκλεισε την πόρτα και κατευθύνθηκε στο αυτοκίνητο, ακολουθούμενος από τους δυο άντρες. Οι πόρτες έκλεισαν και το αυτοκίνητο πήρε μπρος.

Ο Χαβιέ είδε τα λυπημένα μάτια του Λουί, τελικά ο ταύρος γύρισε από την άλλη, δεν ήθελε να βλέπει το μέρος που μεγάλωσε και που είχε ως τότε ζήσει ειρηνικά. Ήξερε ότι όταν ένας ταύρος φεύγει από τον τόπο του, τίποτα καλό δεν έχει να τον περιμένει. 

Β4. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ, Ένας πιστός φίλος

Ο Λουί γύρισε τα οπίσθια του στο μέρος που γεννήθηκε. Όσους είχε εμπιστευτεί τον είχαν προδώσει με τον χειρότερο τρόπο. Δε θα έβλεπε ξανά τα καταπράσινα λιβάδια με τις μαργαρίτες, τις παπαρούνες και τα χαμομηλάκια. Δε θα έκανε γλύκες με την αγελάδα. Τώρα που το σκεφτόταν αυτό ήταν το μικρότερο του πρόβλημα, αφού σύντομα δε θα ήταν ικανός να δει ξανά τίποτα, το βλέμμα από τα μάτια του θα έσβηνε. Ήδη φανταζόταν τον εαυτό του πάνω σε ένα τραπέζι, ξαπλωμένο μέσα σε έναν πελώριο δίσκο, να περιστοιχίζεται από διάφορα λαχανικά και καρυκεύματα και να μετατρέπεται σε βρώση. Κι αυτοί οι άνθρωποι, κορεσμό δεν είχε η λαιμαργία τους; Τόσο χορτάρι υπήρχε, για ποιο λόγο έπρεπε να τρώνε κρέας. Δε θα έβλαπτε να βόσκουν, σαν κάθε άλλο φιλειρηνικό ζώο. Μα τι ανόητος που είχε σταθεί, να δώσει αξία στα λόγια των ανθρώπων. Μήπως είχε γνωρίσει πατέρα, κι εκείνος δεν είχε απομακρυνθεί από τη φάρμα, πριν ο Λουί γεννηθεί. Γιατί να είναι νόστιμο το κρέας μας, γιατί να είναι πλούσιο σε σίδηρο; Κι αν κάπου υπήρξε μια Σάρλοτ και είχε σώσει ένα γουρουνάκι από το να γίνει παϊδάκια για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, τον Λουί ποιος θα τον έσωζε;

«Έι φίλε!» άκουσε μια φωνή πίσω του, και έπειτα ένα φτέρνισμα. «Μπορείς να σταματήσεις να κουνάς την ουρά σου;»

Ο Λουί γύρισε απότομα και ο Χαβιέ κόλλησε στον τοίχο, ανήσυχος μην συντριφτεί ανάμεσα στα τροφαντά οπίσθια του φίλου του και στη λαμαρίνα της καρότσας του αγροτικού.

«Χαβιέ, τι κάνεις εσύ εδώ;» τον ρώτησε ο Λουί.

«Σκέφτηκα ότι έχει φτιάξει ο καιρός και ότι θα ήταν ωραία να έρθω μαζί σου, να αλλάξω τον αέρα μου. Βαρέθηκα όλο στο κτήμα».

«Βλακεία έκανες, αν ήμουν στη θέση σου θα πηδούσα τώρα έξω. Όσο απομακρυνόμαστε τόσο πιο δύσκολα θα βρεις τον δρόμο να γυρίσεις στο κτήμα».

«Μην ανησυχείς θα τα καταφέρω».

«Δεν είσαι δα και κανένα λαγωνικό».

«Δε λέω ότι είμαι, αλλά ανήκω σε γενιά ταξιδιωτών. Κουρσάροι ήταν οι πρόγονοί μου και πειρατές, ταξιδευτές από τους λίγους».

«Δε μου έχεις δώσει την εντύπωση του περιπετειώδη» σχολίασε ο Λουί.

«Δε χρειάστηκε! Λοιπόν φίλε μου, είχαμε μια συζήτηση που διακόψαμε, θέλω να μου εξηγήσεις τα πάντα για τις ταυρομαχίες».

Ο Λουί ξεφύσησε και ο Χαβιέ δυσανασχέτησε με το ελάττωμά του.

«Τώρα είμαστε οι δυο μας, δεν μπορείς να μου ξεφύγεις όπως πριν. Οπότε σταμάτα να παριστάνεις το Βοριά...»

«Το Νοτιά».

«Το Νοτιοδυτικό άνεμο αν προτιμάς. Και τώρα εξήγησε μου τι συμβαίνει. Αν δεν είναι ο ταύρος ο ταυρομάχος, τότε ποιος στην ευχή είναι;»

«Ξέρεις εκείνη τη φράση που λένε ότι η περιέργεια σκότωσε τη γάτα».

«Καμιά γάτα δε σκότωσε καμία περιέργεια, είμαστε φιλομαθείς και η γνώση ποτέ δεν έβλαψε κανέναν».

«Η φιλομάθεια όχι, το κουτσομπολιό όμως;»

«Άσε τις φλυαρίες και απάντησέ μου. Γιατί μόλις άκουσα ότι θα γίνεις ταυρομάχος, σκέφτηκα ότι δε θα ήταν άσχημη ιδέα να γίνω γατομάχος, αλλά έτσι όπως συμπεριφέρεσαι, μάλλον τα πράγματα είναι κάπως ανάποδα».

«Ανάποδα φίλε μου Χαβιέ, όπως τα λες. Σαν κάθε τι που σκέφτεται και πράττει ο άνθρωπος».

«Δε θα συμφωνήσω, αλλά ούτε και θα διαφωνήσω. Λοιπόν ακούω!»

«Ταυρομάχοι δεν είναι οι ταύροι, είναι αυτοί που μάχονται με τους ταύρους». Ο Χαβιέ τον κοίταξε περιμένοντας, ήξερε ότι δεν ήταν ώρα να διακόψει τον Λουί, μιας και είχε αποφασίσει να μιλήσει. «Οι μάχες πραγματοποιούνται ανάμεσα σε ανθρώπους και ταύρους».

«Ω;»

«Ακριβώς ''Ω'' και το θέμα είναι ότι ακόμα κι αν καταφέρει ένας ταύρος να κερδίσει τη μάχη στην αρένα, προκειμένου να τον προλάβουν να μην ξεκάνει τον επίδοξο δολοφόνο του, θα μπούνε άλλοι μαχητές μέσα και θα τον ξεκάνουν».

«Δηλαδή... ένας ταύρος... δεν έχει πιθανότητα να βγει ζωντανός από την αρένα;»

«Όχι, στο πιο αισιόδοξο σενάριο, θα σκοτώσει τον ταυρομάχο πριν και ο ίδιος πέσει νεκρός».

«Μα αυτό δεν είναι δίκαιο» αντέδρασε ο Χαβιε.

«Ποιο είναι δίκαιο από τα κόλπα των ανθρώπων;» αναρωτήθηκε παραιτημένος ο Λουί.

«Και πώς θα γίνει να μην μπεις στην αρένα καθόλου;»

«Δε νομίζω ότι γίνεται, αργά ή γρήγορα θα υποχρεωθώ να μπω».

«Πώς μοιάζει η αρένα;»

«Είναι ένας ανοιχτός στρογγυλός χώρος που περικλείεται από εξέδρες. Σε αυτές κάθεται κόσμος και ζητωκραυγάζει υπέρ του ταυρομάχου, παρακολουθεί όλο ενθουσιασμό τη μάχη και προσμένει το θάνατο του ταύρου. Μόνο που ο ταύρος δε ζήτησε τη μάχη αυτή. Είναι θύμα από όλες τις απόψεις. Και τον ανάγκασαν να παραστεί και τον εμπαίζουν».

Αν εξαιρέσουμε τον θάνατο του ταύρου και ότι λείπει η σκηνή δεν έχει και μεγάλη απόκλιση από το τσίρκο, που σκέφτηκα. Συλλογίστηκε ο Χαβιέ, μα δεν το είπε στο φίλο του. Ήταν ήδη χάλια, δεν ήθελε να τον εξαγριώσει.

«Κι τώρα που σου λύθηκαν οι απορίες, μπορείς να φύγεις» τον προέτρεψε ο Λουί.

«Μπα» απάντησε ο Χαβιέ και ξάπλωσε. «Λέω να μείνω μαζί σου».

«Γιατί;»

«Για να σε σώσω!»

«Εσύ θα σώσεις εμένα».

«Αμέ»

«Θα το φας το κεφάλι σου Χαβιέ, θα είσαι κι εσύ από εκείνες τις γάτες που τις σκότωσε η περιέργεια».

«Αυτά είναι βλακείες, δε γνωρίζω καμία γάτα που τη σκότωσε η περιέργεια».

«Τις σκότωσε πριν σε γνωρίσουν».

Ο Χαβιέ χασμουρήθηκε.

«Ξέρεις κάτι, με νανούρισε το αυτοκίνητο, θα πέσω να κοιμηθώ και μέχρι να ξυπνήσω κάτι θα σκεφτώ να σε σώσω».

«Σωθήκαμε» μουγκάνισε ο ταύρος, αλλά πιο ήρεμος με την παρουσία του φίλου του ξάπλωσε κι αυτός. Χρειαζόταν λίγο ύπνο να ανακτήσει δυνάμεις, ήξερε ότι ο Χαβιέ δε θα μπορούσε να τον σώσει, τι λύση να έβρισκε άλλωστε με το μικρό μυαλουδάκι του! Όμως ένιωθε ήδη καλύτερα που δεν ήταν μόνος, που είχε έναν φίλο στο πλάι του και χωρίς να το θέλει άρχισε μια μικρή ελπίδα να τρεμοπαίζει στην καρδιά του. Άλλωστε ήταν τυχερός που ήταν αποδέκτης μιας τέτοιας φιλίας, κρίμα που δε θα προλάβαινε να ανταποδώσει. Γνώριζε πως ο Χαβιέ ήταν καλομαθημένος και ήταν μεγάλη θυσία για εκείνον, έναν σπιτόγατο, να αφήσει το καλό φαγητό και το κρεβάτι του και να ξεκινήσει μια περιπέτεια για χάρη ενός ταύρου.  

B5. Κεφάλαιο πέμπτο –Γητευτής βοοειδών –

Την ίδια ώρα που οι δυο φίλοι ταξίδευαν με το αγροτικό για το μέρος που ο Λουί θα υποχρεωνόταν να δώσει μάχη, ο νεαρός άντρας που αναλάμβανε τη φροντίδα των ζωντανών στον στάβλο της αρένας, καθόταν αποκαμωμένος και χάζευε τον ήλιο που έπεφτε πίσω από τους λόφους, ικανοποιημένος. Ο Ενρίκε είχε ψυχή καλλιτέχνη, και μάλιστα Εμπρεσιονιστή. Λάτρευε ότι είχε σχέση με τη φύση. Του άρεσαν τα δάση, τα ποτάμια, τα βουνά, η θάλασσα. Μπορούσε να μένει ξαπλωμένος με τις ώρες στο χορτάρι και να χαζεύει το ταξίδι των σύννεφων στον ουρανό. Αν και σύντομα θα έκλεινε τα είκοσι πέντε του χρόνια, η καρδιά του ήταν ευγενική σαν αθώου παιδιού, αν και εδώ που τα λέμε δεν είναι και όλα τα παιδάκια αθώα.

Ο Ενρίκε είχε μεγαλώσει στη φύση. Και πράγμα σπάνιο για άνθρωπο, ένιωθε μέρος της. Μεγαλώνοντας και φροντίζοντας τα ζώα, από μικρός είχε δείξει έφεση στις ταυρομαχίες. Πολλοί σχολίαζαν ότι θα μπορούσε αν ήθελε να είχε γίνει ο πιο φημισμένος ταυρομάχος της Ισπανίας. Γυμνασμένος, έξυπνος, σβέλτος θα απολάμβανε τον θαυμασμό των γυναικών που θα του πέταγαν λουλούδια, κάθε φορά που θα υποκλινόταν, θριαμβευτής έπειτα από το τέλος κάθε μάχης. Όμως το γεγονός ότι τα άμοιρα αυτά πλάσματα έβρισκαν τον θάνατο, τον απωθούσε. Καμία φήμη ή πλούτος δεν του άλλαζαν γνώμη. Η μάχη ήταν άνιση, ο ταύρος μπορεί να έβαζε τη δύναμη, που αναμφίβολα είχε μεγαλύτερη από εκείνη των ανθρώπων, αλλά οι ταυρομάχοι έβαζαν την πονηριά.

Τα άκακα παιχνίδια του με τα ταυράκια στην επαρχία που μεγάλωσε, που έπειτα κυλιόνταν παίζοντας στο γρασίδι, τον έφεραν στην πόλη. Μόνο που τότε δεν είχε ιδέα ότι στο τέλος οι ταύροι, ακόμα και νικητές θανατώνονταν. Μόλις το πληροφορήθηκε επαναστάτησε. Δεν ήταν αυτός για να σκοτώνει, αυτός ήταν για να αγαπάει και να φροντίζει. Το όμορφο μελαχρινό αγόρι, θεωρήθηκε ανόητο, αλλά την ίδια ώρα κέρδισε τη συμπάθεια και την εμπιστοσύνη των υπευθύνων.

«Εσύ θα έκανες για σταβλίτης» σχολίασε ένας χοντρός κύριος που κάπνιζε πούρο.

«Αν και ανοησία σου. Οι σταβλίτες παλεύουν πιο σκληρά από τους ταυρομάχους. Δουλεύουν πιο πολλές ώρες. Κινδυνεύουν το ίδιο αν κάποιο ζώο αφηνιάσει. Βγάζουν λιγότερα κέρδη και κυρίως… οι γυναίκες δεν πέφτουν στα πόδια τους για ένα τους βλέμμα».

«Θα έχω όμως καθαρά χέρια» απάντησε ο Ενρίκε.

«Καθαρά λέει, χα χα! Τα χέρια σου θα είναι γεμάτα από χώμα, σβουνιές και λάσπες. Τα ρούχα σου θα μυρίζουν κοπριά και ζώα».

«Τότε θα είναι καθαρά, αν υπάρχει ελεύθερη θέση σταβλίτη θα τη δεχτώ».

«Εντάξει αγόρι μου, δική σου» είπε ο άλλος χαχανίζοντας κοροϊδευτικά.

Και κάπως έτσι ο Ενρίκε έγινε ο σταβλίτης των ζώων της αρένας. Γνώριζε πως τα ζώα που έφταναν ως εκείνον ήταν θανατοποινίτες, χωρίς να έχουν διαπράξει κάποιο αδίκημα. Και όταν θα έμπαιναν στην αρένα με τον matador [1] θα αγωνίζονταν για τη ζωή τους. Θα ήταν σε αυτοάμυνα, αλλά ποιος σώζεται όταν είναι σε αυτοάμυνα;

Στους ταυρομάχους δε μιλούσε, εκείνοι οι ωραίοι άντρες με τα πορφυρόχρυσα ρούχα, που οι γυναίκες κάνουν ουρά για να τους σφίξουν το χέρι, τον υποτιμούσαν. Οι περισσότεροι δεν ήξεραν πόσο καλύτερος τους θα ήταν στην αρένα. Και όσο για εκείνους που είχαν μάθει για την περιφρόνησή του επειδή άκουσον άκουσον θα αναγκαζόταν να σκοτώσει ένα ζώο στη μάχη, τον θεωρούσαν ανόητο. Ο Ενρίκε είχε κερδίσει τον τίτλο του θεοπάλαβου. Όμως με έναν μαγικό τρόπο τα ζώα τον αγαπούσαν, ηρεμούσαν κοντά του. Όταν ο Ενρίκε αποχαιρετούσε έναν ταύρο, τον κοίταγε στα μάτια και του ευχόταν να μην υποφέρει. Ποιος ξέρει, μπορεί να πας σε έναν καλύτερο κόσμο, χωρίς πόνο και αίμα.

Ο Ενρίκε ήταν αυτός λοιπόν που υποδέχτηκε και τον Λουί στον στάβλο της αρένας.

«Είναι άγριος, πρέπει να τον ναρκώσουμε».

«Δε χρειάζεται» απάντησε ο Ενρίκε ήρεμα και άνοιξε την πόρτα της καρότσας να βγει ο μελλοθάνατος. Ο Χαβιέ που κοιμόταν κουλουριασμένος στα πόδια του Λουί, ανασηκώθηκε.

«Φτάσαμε;»

«Έτσι φαίνεται» απάντησε ο Λουί. Ο Χαβιέ σηκώθηκε, τεντώθηκε, ένιψε το πρόσωπό του και σαν να επρόκειτο για τον βασιλιά προχώρησε και πήδηξε από την καρότσα στα πόδια του Ενρίκε που τον κοίταζε παραξενεμένος.

«Χμ!» σκέφτηκε, και πεινασμένος όπως ήταν άρχισε να χαϊδεύεται στα πόδια του Ενρίκε. Εκείνος για να μην τον δουν οι άλλοι και τον κυνηγήσουν διώχνοντάς τον, τον έκανε στην άκρη με το πόδι του.

«Μετά» μουρμούρισε και ο Χαβιέ που κατάλαβε απομακρύνθηκε και περίμενε να κατέβει και ο Λουί.

«'Έλα φίλε», τον υποδέχτηκε ο Ενρίκε.

«Φίλε, ας γελάσω!» μουγκάνισε ο Λουί, και έδειξε τα κέρατά του.

«Λουί μην κάνεις βλακείες, έλα και θα βρούμε τρόπο να το σκάσεις, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή», του νιαούρισε ο Χαβιέ που είχε πίστη στον εαυτό του.

«Είσαι ένα ανόητο γατί. Αν έχουμε μια ευκαιρία αυτή είναι».

«Αν έχεις μια ευκαιρία να πεθάνεις πριν αγωνιστείς, αυτή είναι», σχολίασε ο Χαβιέ που πιστεύοντας στις δυνατότητές του και υπολόγιζε ότι θα έβρισκε τρόπο να βοηθήσει τον φίλο του να βγει από τη δύσκολη κατάσταση της ανθρώπινης ματαιοδοξίας.

«Έλα φίλε μη φοβάσαι!» τον ενθάρρυνε ο Ενρίκε.

«Αν τον έβλεπες πως έκανε όταν προσπαθήσαμε να τον βάλουμε στην καρότσα, εσύ θα φοβόσουν» σχολίασε ένας από τους άντρες.

«Μα δεν ξέρατε ότι ο Ενρίκε είναι γητευτής βοοειδών», τον ειρωνεύτηκε ο άντρας που έμοιαζε με όρθιο ταύρο.

«Μπα κι εσύ πώς του ξέφυγες;» νιαούρισε ο Χαβιέ.

«Υπάρχει εδώ γάτα;» ρώτησε ο όρθιος ταύρος.

«Έχουμε μια για τα ποντίκια» σχολίασε ο Ενρίκε.

«Άντε κατέβα έχω πεθάνει της πείνας» νιαούρισε ο Χαβιέ.

«Να είσαι βέβαιος ότι σύντομα θα σε ταΐσουν με το κρέας μου».

«Δε θα φάω, στο υπόσχομαι...»

Τελικά ο Λουί, κουρασμένος από το ταξίδι, ζύγισε την κατάσταση και κατάλαβε ότι δε θα ήταν εύκολο να τα βάλει με τέσσερις τύπους. Οπότε δεν το έμενε από το να δείξει εμπιστοσύνη στο γατίσιο ένστικτο του Χαβιέ, αν και ήξερε ότι οι ελπίδες του στη βοήθεια του γάτου θα αποδεικνύονταν σύντομα φρούδες. Προχώρησε και κατέβηκε ήσυχα, ενώ ακολούθησε τον Ενρίκε στο μέρος που θα έμενε ως τη στιγμή που θα έδινε τη μάχη.

«Τι σας είπα εγώ, γητευτής βοοειδών» σχολίασε ο άντρας που είδε τον Ενρίκε με τον Λουί να κατευθύνονται στους στάβλους, ενώ από κοντά πήγαινε και ο Χαβιέ.

«Αυτός ο γάτος είναι μαύρος ή τον κάνει ή νύχτα να μοιάζει μαύρος;» αναρωτήθηκε ο όρθιος ταύρος.

[1] ταυρομάχος

Β6. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ – ΦΡΑΝΚΟ Ο ΤΑΥΡΟΜΑΧΟΣ-

Ο Φράνκο ήταν το αστέρι των ταυρομάχων. Γόης και με μεγάλη αυτοπεποίθηση, ήταν το ίνδαλμα των αντρών και ο φανερός πόθος των γυναικών. Σε κάθε αγώνα του στην αρένα, γέμιζαν οι κερκίδες από κόσμο, για να θαυμάσουν το θάρρος του και την ικανότητά του. Και κάθε φορά που απέφευγε τα κέρατα του ταύρου με μαεστρία, το πλήθος ζητωκραύγαζε. Ο Φράνκο με τόση λατρεία που εισέπραττε είχε αποκτήσει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Ένιωθε ότι βρισκόταν σε ένα ψηλό βάθρο πάνω από τα υπόλοιπα πλάσματα. Ζώα και ανθρώπους. Αν και υποτιμούσε τους ταύρους θεωρώντας τους ανόητα ζώα, την ίδια ώρα τους θεωρούσε και επικίνδυνους.

«Οι ανόητοι είναι απρόβλεπτοι» επαναλάμβανε και ήταν αυτή του η άποψη ένα είδος μάντρα που τον κρατούσε σε επιφυλακή σε όλη τη διάρκεια του αγώνα. Καμία όμορφη παρουσία, αν και λάτρευε το γυναικείο ποδόγυρο δεν του αποσπούσε την προσοχή. Πριν κάνει την είσοδό του la plaza del torro (στην πλατεία των ταύρων) για να τους αντιμετωπίσει έκανε τον σταυρό του σαν καλός καθολικός και φιλούσε το φυλαχτό του, πριν το κρύψει στο στήθος του. Ξεχνούσε ότι και οι ταύροι είναι πλάσματα του ίδιου Θεού. Σε όλο τον αγώνα τα μάτια του τα είχε στο ζώο, είχε χρόνο για γιορτές και γυναίκες έπειτα. Μετά το τέλος της μάχης στο νικητήριο τραπέζι που θα δινόταν για χάρη του και θα δειπνούσε με το κρέας του αντιπάλου του. Εκεί μπορούσε να απολαύσει τον θαυμασμό και τα γυναικεία βλέμματα που σκόπευαν να τον σαϊτεύσουν.

Όπως κάθε ''σπουδαίος'' ο Φράνκο επέβαλε τις απόψεις του και τις επιθυμίες του. Μια από αυτές ήταν η απομάκρυνση των γατιών από την γύρω περιοχή της αρένας . Όχι απλά φοβόταν, χωρίς να υπερβάλουμε έτρεμε τις μαύρες γάτες. Άραγε ήταν η πεποίθηση του ανόητου πάπα που είχε ρίξει ρίζες μέσα του κι ας είχαν μεσολαβήσει κάποιοι αιώνες ή μήπως ο ίδιος ήταν η μετεμψύχωση του πάπα, και μόλις τις έβλεπε ήθελε να τραπεί σε φυγή. Θεωρούσε τις μαύρες γάτες ως μεταμφιεσμένες μάγισσες ή απλά γρουσούζες! Όποια και αν ήταν η θεωρία του ήταν απλά ηλίθια. Όμως ποτέ μην περιφρονείς τη δύναμη της αυθυποβολής. Όταν κάποιος είναι πεπεισμένος ότι η μέρα του θα πάει στραβά, από τον φόβο του και μόνο θα κάνει τα πάντα λάθος και η μέρα του δε θα μπορούσε να πάει χειρότερα. Κάθε μικρή ή μεγάλη αναποδιά θα έχει αφορμή τη μαύρη γάτα, την ανοιχτή σκάλα, έναν σπασμένο καθρέφτη ή επειδή απλά το ημερολόγιο γράφει π.χ. και ελληνιστί Τρίτη και 13.

Μάλιστα ήταν τέτοιο το μένος του για τις γάτες, που είχε μάθει στο σκύλο του να τις σκοτώνει με μια κίνηση διαλύοντας τους τη ραχοκοκαλιά.[1] Ανατριχιαστικό, μου σηκώθηκε η γούνα. Εμένα που ένας από τους καλύτερους μου φίλους είναι ο Λίνκολν, και δεν το λες και μικρόσωμο σκυλί. Ευτυχώς τα σκυλιά δεν ξέρουν να υποκρίνονται, δείχνουν αμέσως τον χαρακτήρα τους. Αν είναι φιλικά, αδιάφορα ή εχθρικά. Βλέποντας έναν σκύλο σαν του Φράνκο δεν κάθεσαι να περιμένεις, τρέχεις πριν σε πάρει μυρωδιά. Ποτέ ένας σκύλος που μισεί τις γάτες δεν υποκρίνεται ότι τις συμπαθεί και δεν υπάρχει περίπτωση να αφήσει κάποια να κοιμηθεί στη γούνα του, όπως με άφησε τις προάλλες ο Λίνκολν.

Για το ενδεχόμενο λοιπόν, να μην έχει κάποιο κακό συναπάντημα με μαύρη γάτα, διώχθηκαν όλες οι γάτες από την περιοχή των στάβλων, της αρένας (και θα διώχνονταν και από την πόλη αν ήταν δυνατόν). Λευκές, κόκκινες, παρδαλές, τιγρέ κ.ο.κ. Ήξερε ότι μια λευκή γάτα ή όποιο άλλο χρώμα, θα προσέλκυε τους γάτους κι ανάμεσά τους ποιος θα μπορούσε να αποτρέψει τους μαύρους, αυτά τα δαιμόνια, να πλησιάσουν και να του προκαλέσουν γρουσουζιά;

Όμως ο Φράνκο με τη μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, εκτός από το φόβο που ένιωθε για τις πανέμορφες σαν κι εμένα γάτες, περιφρονούσε όλον τον κόσμο, μα περισσότερο από όλους όσους εργάζονταν με τα ζώα. Όμως υπήρχε κάποιος που κάτω από την περιφρόνηση που του έδειχνε, έκρυβε μίσος και ζήλια. Ακριβώς όπως η μητριά της Χιονάτης και της Σταχτοπούτας, που πολύ θα επιθυμούσαν να εξαφανιστούν τα νεαρά κορίτσια έτσι και ο Φράνκο θα επιθυμούσε να ανοίξει η γη να καταπιεί τον Ενρίκε. Κι αυτό γιατί είχε γίνει μάρτυρας ο ίδιος στο ταλέντο του νεαρού σταβλίτη στις ταυρομαχίες. Γιατί μπορεί ο Ενρίκε να μην καταδέχτηκε να μπει στην αρένα και να σκοτώσει ταύρους για διασκέδαση, αλλά αυτό δε σήμαινε ότι δεν έπαιζε με τους ταύρους. Έπαιρνε λοιπόν ένα πανί και παρίστανε τον ταυρομάχο. Και σαν να καταλάβαινε ο ταύρος ότι δεν κινδυνεύει, μόλις το αγόρι ακουμπούσε στο μέτωπό το χέρι του εκείνος ηρεμούσε. Ήταν οι μόνες ταυρομαχίες στις οποίες διασκέδαζαν και οι ίδιοι οι ταύροι. Άλλωστε το αγόρι τους φρόντιζε, τους τάιζε, τους φέρονταν όμορφα και κυρίως τους σέβονταν.

Ένας ταυρομάχος ένα απόγευμα που πρόσεξε τον Ενρίκε να παίζει με έναν ταύρο, του πρόσφερε την μπέρτα του και τον προσκάλεσε να περάσει στην πλατεία των ταύρων. Κι άλλοι άνθρωποι των στάβλων, ανάμεσά τους και ταυρομάχοι έκατσαν στις κερκίδες και απολάμβαναν τις δεξιότητες του Ενρίκε, ζητωκραυγάζοντας και επευφημώντας. Ο Φράνκο δεν μπορούσε να το ανεχτεί.


[1] Δανεισμένο από το βιβλίο του Ουίλιαμ Μπάροουζ «Ο Γάτος μέσα μας» εκδόσεις Απόπειρα. Στο βιβλίο αναφέρεται ένας ευγενής που έχει μάθει το σκύλο του να σκοτώνει τις γάτες σπάζοντάς τους τη ραχοκοκαλιά.

Β7. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ         –ΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ-

Ο Φράνκο παρακολούθησε κρυφά τις δεξιότητες του Ενρίκε. Το αγόρι ήταν καλοβαλμένο. Είχε ευγενικά χαρακτηριστικά, γυμνασμένο σώμα. Φαινόταν ότι θα γινόταν ένας εξαιρετικός ταυρομάχος. Τα σφυρίγματα, οι επευφημίες και τα έντονα χειροκροτήματα τάραξαν τον Φράνκο, που αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να παρέμβει.

«Τι συμβαίνει εδώ;» ρώτησε αγριεμένος. Ζώα και άνθρωποι στράφηκαν και τον κοίταξαν.

«Τι κάνεις Φράνκο;» τόλμησε να τον χαιρετήσει ένας άλλος ταυρομάχος, όμως εκείνος δεν καταδέχτηκε να απαντήσει. Το βλέμμα του είχε μείνει κολλημένο στον Ενρίκε. Ενδόμυχα μέσα του ευχόταν ο ταύρος να τον κάρφωνε με το κέρατο στην κοιλιά στέλνοντάς τον απευθείας στον άλλον κόσμο. Όμως κι ο ταύρος, κοίταζε απευθείας τον Φράνκο.

«Ποιος είσαι εσύ;» απαίτησε να μάθει.

«Ο ταπεινός σταβλίτης κύριέ μου» απάντησε και έκανε με μια βαθιά υπόκλιση, που ο Φράνκο αντιλήφθηκε ότι έκρυβε ειρωνεία. Όμως οι υπόλοιποι που ζούσαν υπό το καθεστώς τρομοκρατίας του Φράνκο, τη θεώρησαν ειλικρινή από πλευράς του.

«Και τι κάνεις;»

«Τίποτα σπουδαίο, απλά γυμνάζω τα ζώα».

«Όχι, δεν τα γυμνάζεις, τα προπονείς. Ηλίθιοι!» αναφώνησε και στράφηκε στους υπόλοιπους. «Κάθεστε και τον χαζεύετε και δεν καταλαβαίνετε ότι τα προετοιμάζει για να σας ξεκάνουν στην αρένα, να μπουν μέσα και να σας σκοτώσουν στη μάχη».

«Μην είσαι υπερβολικός Φράνκο», τόλμησε να αντιμιλήσει κάποιος από το κοινό, όμως το βλέμμα του μέγα ταυρομάχου τον έκανε αμέσως να κλείσει το στόμα του και να μην συνεχίσει.

«Δεν προπονώ, απλά γυμνάζω» απάντησε ήσυχα ο Ενρίκε, χωρίς κανέναν φόβο στην καρδιά, αθώος σαν το καθαρό χιόνι. «Είναι μέσα στις ευθύνες μου ως σταβλίτη. Οι ταύροι πρέπει να βγαίνουν και να τρέχουν για να μη γίνουν νωθροί, να μην είναι ευέξαπτοι στην αρένα και περισσότερο επικίνδυνοι».

«Βούλωστ' το. Δεν έχεις ιδέα σε ποιον μιλάς. Ξέρω περισσότερα από ότι εσύ για τους ταύρους. Έχω αφιερώσει τη ζωή μου σε αυτά τα κτήνη».

«Έχετε αφιερώσει τη ζωή σας να σκοτώνετε αυτά τα ζώα», απάντησε ήρεμα ο Ενρίκε.

«Ώστε οι ταύροι θεωρείς ότι είναι ακίνδυνοι;»

«Όσο οποιοδήποτε άλλο ζώο όταν δεν το ενοχλούν».

«Απάντησέ μου σε αυτό που θα σε ρωτήσω νεαρέ, όταν βλέπεις στην αρένα να μάχεται ένας matador έναν ταύρο, με ποιου το μέρος είσαι;»

«Στην αρένα πρέπει να κερδίζει ο καλύτερος και κανείς να μην χάνει τη ζωή του, ταύρος ή άνθρωπος».

«Είσαι και διπλωμάτης!» τον ειρωνεύτηκε «Όμως αυτό δε γίνεται».

«Ίσως πρέπει να αλλάξουν κάποιοι κανόνες».

«Ως τι προσφέρεσαι να αλλάξεις τους κανόνες ενός αγωνίσματος αιώνων, ως σταβλίτης ή ως ταυρομάχος; Μεγάλο θράσος να θες να αλλοιώσεις την πολιτιστική κληρονομία ολόκληρης της Ισπανίας».

«Δεν έχω την εξουσία να κάνω κάτι τέτοιο. Όμως ίσως δε θα έπρεπε να δολοφονούνται οι ταύροι. Οι μάχες μπορούν να δίνονται και χωρίς να υπάρχουν στο τέλος νεκροί. Η έξαψη των αγώνων δεν είναι στο θάνατο. Αν ήταν εφικτό θα ήταν προτιμότερο να μην προσφέρουμε αίμα στο κοινό. Όταν πάψουμε να νομιμοποιούμε το έγκλημα στο βωμό της διασκέδασης, ίσως πάψουμε να αποζητάμε το αίμα για να μας προκαλέσει έξαψη».

«Έχεις ακούσει πολλές μάχες χωρίς νεκρούς αγόρι μου; Μην απαντήσεις, αρκετά άκουσα για σήμερα. Μη σε δω ξανά να προπονείς τους ταύρους, γιατί θα εισηγηθώ να απολυθείς. Κατανοητός;» είπε πλησιάζοντας το πρόσωπό του σε απόσταση αναπνοής από αυτό του Ενρίκε. Το ευθύ βλέμμα του νεαρού, που τα βλέφαρά του δεν τρεμόπαιξαν στην απειλή του τον εκνεύρισαν περισσότερο ακόμα. Μα ποιος στην ευχή πίστευε ότι ήταν ή μήπως ήταν κάποιος που ο ίδιος δεν ήξερε.

Μπα, κανείς άξιος λόγου δε θα καταδεχόταν να δουλέψει σταβλίτης. Ο νεαρός απλά είχε θράσος, ήταν χαρακτηριστικό της νεαρής του ηλικίας. Όμως ο Φράνκο είχε σκοπό να τον διδάξει κάτι πολύ σημαντικό. Ότι δεν ήταν τίποτα, και είχε τόση αξία ο ίδιος όσο και οι ιδέες του, όσο και η ζωή των ταύρων.

Β8. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ –Η απόφαση-

Πήγαινε πολύ για την Εσμεράλδα, να χάσει την ίδια μέρα τον Λουί αλλά και τον Χαβιέ.

«Κάπου θα πήγε» την παρηγορούσε ο πατέρας της «δεν είναι στειρωμένος, θα ψάχνει καμία ψιψίνα, να κάνουν γατάκια».

Η Εσμεράλδα δεν του απαντούσε, ήταν θυμωμένη που είχε αποφασίσει να δώσει τον Λουί. Απλά συνέχιζε να ψάχνει για τον Χαβιέ. Ήταν σίγουρη, κάτι του είχε συμβεί του γατούλη της, είχε να τον δει από τη μέρα που είχαν πάρει τον Λουί με το φορτηγό. Δεύτερη απώλεια δε θα την άντεχε. Πεισμωμένη σκέφτηκε, αφού δεν μπορώ να βρω τον Χαβιέ, θα φέρω πίσω τον Λουί. Και χωρίς να αποκαλύψει σε κανέναν το σχέδιό της, ετοιμάστηκε και έφυγε από το κτήμα, για την κοντινή πόλη.

Μόνο που στην πραγματικότητα δεν είχε κανένα σχέδιο, παρά μόνο να πάει στην πόλη, καλά καλά δεν ήξερε αν έβρισκε τον Λουί ζωντανό ή είχε ήδη γίνει θυσία για το φιλοθεάμον κοινό. Αλλά κι αν ζούσε, πώς θα μπορούσε να τον εξαγοράσει και να τον πάρει πίσω. Αλλά και πίσω πώς ήταν βέβαιη ότι ο πατέρας της δε θα τον έδινε πάλι ξανά για τριάντα αργύρια; Ο ΙΟΥΔΑΣ, φώναξε σε μια έκρηξη θυμού.

Για αυτό τον λόγο, μετά τον Λουί και τον Χαβιέ και η Εσμεράλδα πήρε τον δρόμο για την πόλη. Χωρίς να νιώσει καμία τύψη που ο πατέρας της θα την έψαχνε και δε θα την έβρισκε, όπως και η ίδια έψαχνε τον Χαβιέ και εκείνος ήταν άφαντος. Για μια στιγμή σφίχτηκε η καρδιά της στην σκέψη της ανησυχίας του πατέρα της, αλλά η διάσωση του ταύρου Λουί δεν μπορούσε να αναβληθεί, προλάβαινε δεν προλάβαινε να τον σώσει. Έτσι πήρε το αστικό λεωφορείο και έφυγε.

Κατεβαίνοντας από το λεωφορείο, για μια στιγμή τα έχασε. Εκείνη τη στιγμή συνηδειτοποίησε ότι δεν ήταν το πιο σοφό να κατέβει χωρίς κανένα σχέδιο. Ο χαρακτήρας της την έσπρωχνε πάντα στη δράση χωρίς να έχει απαντήσει σε βασικά ερωτήματα, και όταν εκείνα έρχονταν στο μυαλό της, εκείνη τα έδιωχνε. Δε θα μπορούσαμε να κατηγορήσουμε την Εσμεράλδα, φυσικά από κάποια άποψη ήταν αιθεροβάμων, αλλά από την άλλη αν καθόταν να ξεσκονίσει τα πως και με ποιον τρόπο θα απελευθέρωνε τον Λουί από τα δεσμά των ταυρομάχων, ο φίλος της ο ταύρος θα είχε παραδώσει ψυχή στον Κύριο.

Η πρώτη ερώτηση που έπρεπε να θέσει στον εαυτό του το κορίτσι ήταν που βρισκόταν ο Λουί. Αυτό ήταν εύκολο, αν ζούσε ακόμα θα ήταν στους στάβλους που βρίσκονταν αιχμάλωτοι οι ταύροι, πριν οδηγηθούν στην αρένα των ταυρομαχιών. Όπως στεκόταν σαν ανόητη έπεσε πάνω της ένας άντρας, γύρισε και τον κοίταξε στραβά.

«Δεν βλέπεις που πας;» του φώναξε εκνευρισμένη. Εκείνος άνοιξε το στόμα του να απαντήσει, αλλά πριν προλάβει, η Εσμεράλδα επιβλητική σήκωσε το δάχτυλό της και του είπε «Μη μιλήσεις» και μη δίνοντας του την ευκαιρία απομακρύνθηκε, ενώ άκουσε μια παρέα αγοριών να γελάει με το επεισόδιο.

«Καθόλου φιλόξενοι στην πόλη» κατέληξε η Εσμεράλδα προχωρόντας. Πού βρίσκεται η αρένα, αναρωτήθηκε, κι έβγαλε από το δισάκι της λίγο ψωμί. Ποιον θα μπορούσε να ρωτήσει, όμως δε χρειάστηκε, μια αφίσα ήταν κολλημένη σε μια ξύλινη κολώνα. Ήταν το σκίτσο ενός άντρα με μια κόκκινη κάπα και ενός ταύρου. Εκτός από την κόκκινη κάπα, τα υπόλοιπα ήταν μαύρα στο σκίτσο που προσκαλούσε εκείνο το απόγευμα το κοινό να παρακολουθήσει τον μέγα ταυρομάχο Φράνκο στη μάχη. Αφού διάβασε το χαρτί που πραγματοποιούσε χρέη αφίσας, ήξερε που έπρεπε να πάει.

Όμως τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά, για να την αφήσουν να μπει να παρακολουθήσει τη μάχη, έπρεπε να πληρώσει εισιτήριο. Λεφτά δεν είχε πολλά μαζί της. Το παραμικρό έξοδο μετρούσε. Στάθηκε πάλι στη μέση και κατέληξε ότι δεν υπήρχε λόγος να δει ένα θέαμα που ήταν δυσάρεστο, αυτό που έπρεπε να αναζητήσει ήταν τους στάβλους, αν κατάφερνε δηλαδή να βρει τον Λουί.

«Όλα καλά ως εδώ, αλλά μου λείπει ένα σχέδιο. Ας προσευχηθώ να έρθει η Θεία φώτιση, μόνο αυτή μπορεί να με βοηθήσει στο παράτολμο αυτό σχέδιο». Δεν πρόλαβε να ενώσει τα χέρια της και στη θέση που είχε σταθεί, μόλις άνοιξαν οι πόρτες, το κοινό που ανυπομονούσε για αιματοχυσία την παρέσυρε στις κερκίδες μαζί του. Θέλοντας και μη, κάθισε και εκείνη σε μια θέση να παρακολουθήσει την ταυρομαχία. «Αφού έτσι το θέλησες» κατέληξε. Ίσως παρακολουθώντας το θέαμα να της ερχόταν καμία ιδέα, μελετώντας τον εχθρό. Η πρώτη πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα ο ταυρομάχος με τη συνοδεία του, οι πικαδόροι πάνω στα άλογά τους ήταν έτοιμοι να αρχίσουν να τζιγκλάνε τον ταύρο με τις ξύλινες λόγχες τους με την πίκα, τη μεταλική άκρη. Το βλέμμα της Εσμεράλδα καθώς τους παρακολουθούσε αγρίευε. Όταν άνοιξε η δεύτερη πόρτα και από μέσα μπήκε ένας μαύρος ταύρος, η Εσμεράλδα μόλις τον είδε βούρκωσε. Είχε έρθει αργά, ο Λουί βρισκόταν στην αρένα έτοιμος να πολεμήσει και στο τέλος να θανατωθεί. Το άσπρο τεράστιο μπάλωμα στην αριστερή πλευρά του μαύρου δέρματός του, έκανε ξεκάθαρο στην Εσμεράλδα ότι ο μαχητής ήταν ο δικός της ταύρος. Αυθόρμητα σηκώθηκε από τη θέση της και φώναξε.

«Επάνω του Λουί» οι άνθρωποι γύρισαν και την κοίταξαν απορημένοι.

«Φράνκο δεν το λένε;» ρώτησαν αναμεταξύ τους. Ο ταύρος ανασήκωσε για λίγο το κεφάλι του, κι αυτό ήταν, δεν περίμενε τους πικαδόρους, επιτέθηκε απευθείας στον απροετοίμαστο ταυρομάχο που αιφνιδιασμένος άρχισε να τρέχει.         

Β9. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ – Η ΜΑΧΗ-

Ο Λουί σαν να ηλεκτρίστηκε μόλις άκουσε το όνομά του. Η ανάμνηση της πρότερης ειρηνικής ζωής που δε θα επέστρεφε τον είχε εκνευρίσει. Η στενοχώρια πάντα θύμωνε τον Λουί. Κι αυτός ο ηλίθιος ο γάτος, εδώ που είχε έρθει δεν τον είχε βοηθήσει καθόλου, όλο κοιμόταν, έτρωγε, έκοβε βόλτες και χαιρόταν τα χάδια του αγοριού που τον τάιζε. Και όταν ο Λουί ήταν αγχωμένος, εκείνος τον καθησύχαζε, επιβεβαιώνοντάς τον ότι κάτι θα σκεφτεί. Ηλίθιε Χαβιέ, δεν έμενε καλύτερα στη φάρμα, τι είχε κουβαληθεί μαζί του, αν δεν είχε μπει στο φορτηγάκι θα είχε αποδεχτεί τη μοίρα του και δε θα είχε φρούδες ελπίδες.

Μόλις είδε απέναντί του τον άντρα που είχε κάνει σκηνή τις προάλλες στον νεαρό που έπαιζαν, το μάτι του γυάλισε. Δε θα πέσω αμαχητί. Αποφάσισε. Αγνόησε τους άντρες πάνω στα παράξενα άλογα, που σαν Δούρειο Ίππο έμοιαζαν περισσότερο και όχι σαν πραγματικά άλογα σαν αυτά που εκείνος είχε συνηθίσει στη φάρμα. Καθόλου δεν τον άγγιζαν τα τσιγκλίσματά τους, εκείνος είχε μόνο ένα σκοπό, να κυνηγήσει τον αντιπαθητικό με τα γελοία ρούχα και το ακόμα πιο ανόητο καπέλο. Για μια στιγμή θυμήθηκε τον Χαβιέ, δεν είχε προλάβει να τον αποχαιρετήσει, αλλά όπως κυκλοφορούσε δεξιά κι αριστερά σίγουρα θα μάθαινε το κατόρθωμά του. Ήλπιζε να νιώσει περήφανος γι' αυτόν ακόμα κι αν ο Λουί του ήταν θυμωμένος. Αγνοώντας επιδεικτικά τους πικαδόρους και τις ξύλινες λόγχες τους, έβαλε στόχο απευθείας τον ταυρομάχο. Ο οποίος δε στάθηκε να τον αντιμετωπίσει αλλά άρχισε να τρέχει σαν ανόητος .

«Αχά, τουλάχιστον αναγνωρίζεις ότι είμαι πιο δυνατός, να δούμε πόσο πιο γρήγορα είναι τα δυο σου ποδαράκια σε σχέση με τα τέσσερα δικά μου».

Μόλις ο Λουί κατάλαβε ότι τον είχε στριμώξει στάθηκε, τον κοίταξε. Άντρας και ταύρος αναμετρήθηκαν με τα βλέμματα και προς μεγάλη έκπληξη πάρ' τον κάτω τον ταυρομάχο. Ήξερα ότι είμαι δυνατός σκέφτηκε, αλλά όχι τόσο, ότι το βλέμμα μου ήταν ικανό να ρίξει κάποιον κάτω αυτό δεν το περίμενα. Αλλά η δουλειά μου δεν έχει τελειώσει, πρέπει να τον τελειώσω αν θέλω να τιμήσω τα κέρατά μου.

Ώσπου μπροστά από τον πεσμένο άντρα εμφανίστηκε ο φίλος του κρατώντας μια κάπα κόκκινη.

«Ξέρω, ήρθες να παίξουμε» βρυχήθηκε «αλλά δεν είναι ώρα, πρέπει να τελειώσω με αυτόν εδώ».

«Έλα σε εμένα αγόρι μου».

«Σταμάτα να κουνάς αυτή την ηλίθια κάπα και κάνε στην άκρη, δεν είναι ώρα για παιχνίδια. Έχω δουλειά, μετά θα παίξω μαζί σου».

Είδε το αγόρι να σηκώνει το χέρι του, σαν να ήθελε να εμποδίσει κάποιον.

«Αγόρι μου ηρέμισε, τελείωσε» είπε πετώντας την κάπα κάτω και πλησιάζοντας τον Λουί. «Κέρδισες, δεν κινδυνεύεις».

Μια κουβέντα είναι αυτό. Σκέφτηκε ο Λουί. Το αγόρι τον πλησίασε και τον χάιδεψε ανάμεσα στα μάτια.

«Πάμε!» του είπε. Κι έπειτα φώναξε. «Ανοίξτε την πόρτα να βγούμε. Την πόρτα της εισόδου, τη δεύτερη » διέταξε και αμέσως μια πόρτα έκλεισε και η πόρτα από την οποία είχε οδηγηθεί ο ταύρος στην αρένα άνοιξε για να επιστρέψει στους στάβλους.

Το πλήθος στις κερκίδες ξεφύσησε όλο μαζί, σαν να είχε κρατημένη την ανάσα του όλη εκείνη την ώρα. Ενώ παρακολουθούσε με δέος τον Λουί να ακολουθεί τον Ενρίκε και να εγκαταλείπει τον αγωνιστικό χώρο. Την έξοδό του συνόδευσε ένα δυνατό χειροκρότημα.

«Τους ακούς, εσένα χειροκροτάνε. Επειδή ήσουν δυνατός, θαρραλέος και γενναιόδωρος», τον ενημέρωσε ο Ενρίκε. «Και τώρα πάμε να σου δώσω να φας».

«Δεν άκουσα καλύτερη ιδέα σήμερα» μουγκάνισε ο Λουί ανακουφισμένος.

Πηγαίνοντας προς του στάβλους εμφανίστηκε και ο Χαβιέ.

«Α εδώ είσαι εσύ;» τον ρώτησε δήθεν αδιάφορα.

«Παρακολούθησα τη μάχη, μπράβο ήσουν φοβερός! Πρέπει να λέρωσε τη στολή του ο ταυρομάχος από το φόβο».

«Πού ήσουν, είχες πει ότι θα βοηθούσες» τον ρώτησε θυμωμένος, υπενθυμίζοντάς του την υπόσχεσή του.

«Μην είσαι αχάριστος Λουί, κάπως συνεισέφερα κι εγώ στη νίκη σου».

«Αλήθεια πώς;» τον ρώτησε εκνευρισμένος ο Λουί που ήθελε να πάρει τα εύσημα όταν τα είχε κάνει όλα μόνος του.

«Ποιος ξέρει, μπορεί να παρενόχλησα τον ταυρομάχο πριν τη μάχη».

«Πώς, τον απείλησες νιαουρίζοντας;»

«Δεν βρυχάσαι μόνο εσύ φίλε μου. Δεν μπορείς να φανταστείς τι μπορεί να φοβάται ένας άνθρωπος. Τα πιο ανόητα και ακίνδυνα πλάσματα σε κάποιους προκαλούν τρόμο. Φαντάσου τις νοστιμότατες κατσαρίδες, υπάρχουν άνθρωποι που αντί να τις φάνε, βάζουν τις φωνές».

«Αν τον τάισες κατσαρίδες, με βεβαιότητα συνέβαλες στη νίκη μου».

«Όχι, τους καλούς μεζέδες τους κρατάω για εμένα», απάντησε κι άρχισε να πλένεται.

«Πάλι πλένεσαι παστρικέ;» τον ρώτησε ο Λουί χαλαρός.

«Ένα καλό μπάνιο μετά τον αγώνα που δώσαμε είναι ό,τι πρέπει. Άλλωστε η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά».

Β10. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ – Η ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΦΡΑΝΚΟ-

Ο Φράνκο ήταν έξω φρενών, καλύτερα να τον είχε σκοτώσει ο ταύρος, παρά να βιώσει τέτοιον εξευτελισμό. Το μένος του στρεφόταν ενάντια στον Ενρίκε. Ήταν πεπεισμένος ότι ο νεαρός προπονούσε τους ταύρους. Και όχι μόνο αυτό, με το να μπει στην πλατεία των ταύρων ακάλεστος και να τον σώσει τελευταία στιγμή από τα κέρατα του κτήνους, τον είχε μετατρέψει απευθείας σε ήρωα.

Είχε ρωτήσει για εκείνον και είχε μάθει. Όλοι τον αποκαλούσαν γητευτή των βοοειδών. Στην αρχή είχε ξεκινήσει ειρωνικά, όμως ο νεαρός χωρικός είχε κερδίσει τη συμπάθεια όχι μόνο των βοοειδών, αλλά και των ανθρώπων. «Βόδια» μουρμούρισε ο Φράνκο θυμωμένος και δεν αναφερόταν στα τετράποδα ,αλλά στους προστάτες και στους οπαδούς του αγοριού.

Πώς στην ευχή κατάφερνε να ηρεμεί αυτά τα άγρια κτήνη; Τόσα χρόνια στις αρένες πρώτη φορά γινόταν μάρτυρας τέτοιας σχέσης.

Από το πρωί είχε ένα έντονο προαίσθημα που ενισχύθηκε όταν ένας μαύρος γάτος, την ώρα που εκείνος προσευχόταν γονατιστός στο εκκλησάκι για μια καλή πρόσβαση για τον ίδιο στη μάχη, τρίφτηκε επάνω του. Ο Φράνκο σηκώθηκε τρομαγμένος και οπισθοχώρησε με τον γάτο να τον κοιτάζει με τα κίτρινα μάτια του. «Πού βρέθηκες εσύ τέρας;» τον ρώτησε, και το τέρας νιαούρισε, θα προτιμούσε να είχε βρυχηθεί μπροστά του ένα τεράστιο λιοντάρι, τουλάχιστον εκείνο θα είχε χρυσό τρίχωμα και όχι μαύρο . Γιατί δε ρίχνουν και στις μέρες μας τις γάτες στη φωτιά, είναι δαιμόνιες δεν το βλέπουν, αναρωτήθηκε, γρουσούζες, πονηρές και δόλιες.

Dios mio! Αν δεν ήταν αυτό σημάδι από τον Ύψιστο, ότι ο αγώνας θα πήγαινε κατά διαβόλου, τότε τι ήταν; Αν και ανήσυχος τελικά μπήκε στην αρένα, δεν προλάβαινε να ακυρώσει τη μάχη. Αν η μοίρα του του είχε γράψει θάνατο από ταύρο, έπρεπε να το αποδεχτεί, όμως αυτό που συνέβη δεν μπορούσε να το ανεχτεί. Αυτόν τον εξευτελισμό, την πληγή στη φήμη και στην αξιοπρέπειά του.

Με το που βγήκε από τη δεύτερη πόρτα ο ταύρος, ο Φράνκο είδε σε όραμα να βγάζουν τον ίδιο και όχι τον ταύρο από την τρίτη θύρα, που είναι αυτή της εξόδου των νεκρών ζώων. Με την εικόνα αυτή να τον ζαλίζει, ο ταύρος φάνηκε να του παίρνει τον αέρα. Το ζώο στην πλατεία φερόταν σαν να ήταν ο νόμιμος οικοδεσπότης, αλλά καθόλου φιλικός, ένας οικοδεσπότης που δεν ανέχεται τις επισκέψεις. Όσο τον τσίγκλαγαν οι άντρες πάνω στα άλογα, τόσο αφήνιαζε και γινόταν ιδιαιτέρως επιθετικός . Επιτέθηκε σε ένα άλογο, που με μαεστρία ο καβαλάρης του κατάφερε να αποφύγει το χτύπημα και μόλις είδε τον Φράνκο τον πήρε στο κυνήγι. Ξαφνιάζοντας το κοινό, την ώρα εκείνη δεν είχαν καμία σημασία οι άνθρωποι που παρακολουθούσαν από τις εξέδρες έκπληκτοι, παρά μόνο να σώσει το τομάρι του. Έτρεχε γύρω γύρω, μην μπορώντας να τον αντιμετωπίσει μέχρι που άκουσε γιούχα. Αλλά τέτοιοι δεν είναι οι άνθρωποι, την ώρα της δόξας σου σε λατρεύουν, κι αν σε δουν πεσμένο σε βρίζουν και σε γιουχάρουν.

Ζαλισμένος, έχοντας χάσει τις ικανότητές του και μαζί με αυτές και την αξιοπρέπειά του, παραπάτησε και έπεσε. Το τελευταίο που είδε, ήταν τον ταύρο να στέκεται να τον κοιτάζει, σπρώχνοντας το πόδι του προς τα πίσω για να πάρει φόρα να του ορμήσει. Έπειτα όλα γύρω του κοκκίνισαν κι εκείνος λιποθύμησε. Όταν ξύπνησε και έφερε στη μνήμη του τι είχε προηγηθεί ξαφνιάστηκε. Δε βρισκόταν ούτε σε κάποιο νοσοκομείο ούτε στο νεκροτομείο, αλλά στα αποδυτήρια, εκεί έμαθε και τι είχε μεσολαβήσει, και σε ποιον όφειλε το ότι ήταν ακόμα ζωντανός. Χρωστούσε χάρη στον τελευταίο άνθρωπο που θα επιθυμούσε, στον σταβλίτη. Εκείνος είχε μπει στην αρένα και είχε τραβήξει την προσοχή του ταύρου, παίρνοντάς τον μακριά από τον λιπόθυμο Φράνκο.

Όταν τα κατάφερε χειροκροτήματα, επευφημίες και πανηγυρισμοί ακούστηκαν για τον νεαρό χωρικό. Τον γητευτή των βοοειδών. Όμως ο Φράνκο δεν ένιωθε καμία ευγνωμοσύνη. Εκείνος ήξερε ότι ο σταβλίτης ευθυνόταν για την ήττα του και για τη δυσμένεια στην οποία είχε περιέλθει. Αυτός που προπονούσε τους ταύρους. Αυτός ο μαύρος μάγος που είχε μεταμορφωθεί σε μαύρο γάτο για να τον τρομάξει, γι' αυτό και είχε τριφτεί επάνω του, προφανώς του είχε ρίξει κάποιο ξόρκι που είχε προκαλέσει την ηττοπάθειά του.

Β11. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ –Τι δεν ήξερε ο Λουί-

Ένας γάτος που σέβεται τον εαυτό του, πρέπει πάνω απ' όλα να είναι ένα εξερευνητής. Οφείλει να γνωρίζει κάθε σπιθαμή της επικράτειάς του. Το επόμενο πρωί από το ταξίδι τους με το αγροτικό, κι αφού κοιμήθηκε αρκετά να αναπληρώσει δυνάμεις και έφαγε ένα ωραίο γεύμα με κοτόπουλο που του προσέφερε ο νεαρός, βγήκε για τσάρκα στην περιοχή. Σκοπό είχε να συναντήσει άλλες γάτες και να μάθει τα μυστικά της περιοχής μα κυρίως της αρένας. Όμως ούτε ίχνος από γάτα.

«Δεν μπορεί να έχει ανοίξει η γη και να τις έχει καταπιεί. Πολύ φοβάμαι ότι εδώ είναι ένας τόπος που θα κυριαρχούν τα ποντίκια». Όμως δε φαινόταν να είναι κι ένας τόπος που τα ηνία είχαν πάρει τα ποντίκια. Στο τέλος γύρισε στον στάβλο αποκαμωμένος, απευθείας πήγε στον Ενρίκε και τον ρώτησε νιαουρίζοντας.

«Που είναι οι άλλες γάτες; Έχω φάει όλον τον τόπο και nada de nada, το απόλυτο τίποτα, ούτε ίχνος από τσίσα τους, μπορείς να μου εξηγήσεις τι συμβαίνει;»

Ο Ενρίκε εκείνη την ώρα κρατούσε ένα δεμάτι από σανό. Αλλά σαν να κατάλαβε τι του είπε γιατί του έλυσε την απορία.

«Μικρέ μου φίλε μου έχουν λείψει τα νιαουριτά, βλέπεις οι γάτες έχουν εξοστρακιστεί από την αρένα».

«Τι σημαίνει έχουν εξοστρακιστεί;» επέμεινε νιαουρίζοντας ο φίλος μας ο Χαβιέ.

«Είναι άδικο να θεωρούν τις μαύρες γάτες γρουσούζες».

«Δεν είναι άδικο, είναι ηλιθιότητα», εξέφρασε την ένστασή του ο Χαβιέ.

«Οι ταυρομάχοι είναι ιδιαιτέρως προληπτικοί και φοβούνται ότι το συναπάντημά τους με μια μαύρη γάτα θα τους στοιχήσει τον αγώνα και όχι μόνον αυτό αλλά και τη ζωή».

«Ώστε έτσι, χμ, σημαντική η πληροφορία που μου έδωσες, βάλε μου να φάω και θα πέσω να κοιμηθώ, όταν κοιμάμαι σκέφτομαι καλύτερα», σχολίασε ο Χαβιέ.

Ο Ενρίκε γονάτισε και του είπε χαϊδεύοντάς τον κάτω από τον λαιμό, σημείο που λάτρευε ο Χαβιέ να τον χαϊδεύουν, μάλιστα με τα γυρίσματα του κεφαλιού έδειχνε σε ποιο σημείο επιθυμούσε χάδια.

«Μάλλον θα πεινάς, καλύτερα να σου βάλω να φας μήπως ηρεμίσεις. Δε θα ήταν καλό ούτε για εσένα μα ούτε και για εμένα αν σε άκουγε κανείς να νιαουρίζεις. Λυπάμαι να σε διώξω και να αποχωριστείς τον φίλο σου, τόσο ταξίδι κάνατε μαζί. Θα είστε σημαντικοί ο ένας για τον άλλον».

«Είναι που με έχρησε προστάτη του, μπορεί να είναι δυνατός αλλά οι γάτες διαθέτουμε δύναμη στο μυαλό. Και τώρα βάλε μου να φάω».

«Πρέπει να πεινάς πολύ εσύ!», συμπέρανε ο Ενρίκε από το ασταμάτητο νιαουριτό του.

Ο Χαβιέ απόλαυσε το γεύμα του, πως να μην απολαύσεις άλλωστε μαριδούλες τηγανισμένες. Γιατί είπαμε ότι ήταν γάτος βετζετέριαν ο Χαβιέ, αλλά επιλεκτικά. Κυρίως τα βοοειδή απέφευγε να φάει , κατσικάκια, προβατάκια και χοίρους. Ο Λουί τρώγοντας σανό γύρισε και σχολίασε.

«Δεν είναι και γνήσιοι μαχητές οι άνθρωποι αν το καλοσκεφτείς!»

«Τι εννοείς;» τον ρώτησε ο Χαβιέ ενώ τεντωνόταν και έστρωνε με τα πατουσάκια του λίγο το σανό πάνω στον οποίο θα έριχνε έναν υπνάκο.

«Ότι τα βάζουν με εμάς τους ταύρους, μπορεί να είμαστε δυνατοί και κάπως ευέξαπτοι αλλά είμαστε χορτοφάγοι. Αν τους βαστάει ας αντιμετωπίσουν ένα σαρκοφάγο ζώο στην αρένα, όπως για παράδειγμα ένα πεινασμένο λιοντάρι. Που εκείνη την ώρα θα τον βλέπει και θα σκέφτεται Φαΐ φαΐ».

«Α ναι», είπε και χασμουρήθηκε ο Χαβιέ. «Μάλλον έχεις δίκιο, είναι νταήδες εκεί που τους παίρνει, όπως κάθε νταής. Όμως μην ανησυχείς. Νομίζω ότι βρισκόμαστε κοντά στη λύση του προβλήματός σου».

«Αλήθεια;» ρώτησε και τον κοίταξε ο Λουί μισοκλείνοντας τα μάτια του. «Τι σκέφτηκες;»

«Τίποτε ακόμα, πρέπει να πάρω έναν υπνάκο πρώτα, να καθαρίσει το μυαλό μου και θα σκεφτώ αργότερα».

«Περισσότερες ώρες κοιμάσαι από ότι κάνεις το οτιδήποτε άλλο».

«Έχω λιγότερες δουλειές εδώ απ' ότι στο σπίτι».

«Αλήθεια; Και τι δουλειές είχες στο σπίτι».

Ο Χαβιέ δεν του απάντησε, είχε ήδη αποκοιμηθεί. Έπρεπε να χαλαρώσει ώστε να επεξεργαστεί την πληροφορία που μόλις είχε δεχτεί από τον νεαρό υπηρέτη του. Ήταν βέβαιος ότι μπορούσε να την αξιοποιήσει προς όφελος του Λουί!

Β12. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ ΟΡΔΕΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Μετά την παρέμβαση του Ενρίκε στην ταυρομαχία και σώζοντας τη ζωή του Φράνκο, το ενδιαφέρον των αντρών τράβηξε ο Λουί, αλλά των γυναικών ο νεαρός και γοητευτικός σταβλίτης. Κάθε τρεις και λίγο όλο και κάποιο θηλυκό εμφανιζόταν στο στάβλο, άλλες φορές ''αποπροσανατόλιστο'', άλλες επειδή με απορίες για τους ταύρους. Κάποιες, οι πιο τολμηρές δε δίσταζαν να εκφράσουν ανοιχτά το ενδιαφέρον τους για τον Ενρίκε. Εκείνος τους χαμογελούσε, ήταν ευγενικός, αλλά δεν έδινε παραπάνω σημασία.

«Γιατί δεν το εκμεταλλεύεσαι; Αν ήμουν στη θέση σου...» σχολίαζαν οι συνάδελφοί του στη φροντίδα των στάβλων.

Ο Ενρίκε αναγνώριζε σε αρκετές από τις απρόσκλητες επισκέπτριες την ομορφιά, αλλά οι γυναίκες αυτές του φαινόταν επιφανειακές. Λίγες μόλις μέρες νωρίτερα, λιποθυμούσαν και σκιρτούσαν για τον γόη ταυρομάχο Φράνκο. Με το πρώτο του στραβοπάτημα ο όχλος των γυναικών στράφηκε προς τον Ενρίκε.

«Θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε στη θέση μου, με ένα μικρό ή μεγάλο κατόρθωμα… σύντομα θα με ξεχάσουν». Έτσι συνέχιζε τη ζωή και τη δουλειά του όπως πριν, φροντίζοντας τα ζώα του στάβλου που ανάμεσά στους ταύρους είχε προστεθεί και ένας μαύρος γάτος. Είχαν εξαφανιστεί όμως τα ποντίκια. «Μεγάλη πρόοδος» σκεφτόταν και χάριζε απλόχερα τα χάδια και τις φροντίδες του στον Χαβιέ, που όμως αγνοώντας το όνομά του τον φώναζε "Dulce", που σημαίνει Γλύκα.

Ο Γλύκας από την πλευρά του ένιωθε ικανοποιημένος που είχε καταφέρει να σώσει τον φίλο του. Ήταν βέβαιος ότι η δική του μεσολάβηση, είχε τρομάξει τον ταυρομάχο, που στη θέα του Λουί το έβαλε στα πόδια, κι εδώ που τα λέμε δεν είχε άδικο. Όμως και ο Λουί είχε μπει αποφασισμένος στην αρένα. Κι έτσι ολοκλήρωσε το έργο του Χαβιέ κι έσωσε τη ζωή του.

Οι δυο φίλοι δεν περνούσαν άσχημα, ειδικά τώρα που ο κίνδυνος είχε περάσει ανεπιστρεπτί για τον Λουί. Αλλά έλειπε στους δύο τους και το κτήμα και η Εσμεράλδα. Ήταν πάντα τόσο καλή μαζί τους.

«Δεν εκτιμούσα τότε τις υπερβολικές εκδηλώσεις της αγάπης της, αλλά ομολογώ ότι μου λείπουν, άσε που κλεισμένος στον στάβλο όλη μέρα, έχω κουραστεί».

«Σίγουρα σου λείπει η Εσμεράλδα ή απλά η ελευθερία που είχες στο κτήμα;»

«Η ελευθερία μου λείπει, όλα κι όλα, αλλά και το κορίτσι. Φαντάσου, τις προάλλες στη μάχη μου φάνηκε ότι άκουσα τη φωνή της να φωνάζει το όνομά μου».

«Και θύμωσες τόσο που ήσουν υπερβολικά άγριος με τον ταυρομάχο!»

«Περισσότερο έψαχνα διέξοδο να φύγω».

«Τελικά έφυγες νικητής».

«Πράγματι» συμφώνησε ο Λουί.

«Να σου πω την αλήθεια, κι εγώ έχω την ιδέα ότι ...»

«Χαβιέ, Λουί» ο γάτος και ο ταύρος κοίταξαν το κορίτσι με ορθάνοιχτα τα έκπληκτα μάτια τους.

«Τι γυρεύεις εσύ εδώ;» νιαούρισε ξαφνιασμένος ο Χαβιέ.

«Γατούλη μου, πόσο χαίρομαι που σας βρίσκω και τους δυο μαζί και γερούς, ανησυχήσαμε, νομίζαμε ότι σε χάσαμε για πάντα».

«Για εσένα ήρθε» μουγκάνισε απογοητευμένος ο Λουί.

«Πρέπει να σώσουμε τον Λουί Χαβιέ, και να φύγουμε από εδώ», είπε και αφήνοντας κάτω τον γάτο, σκαρφάλωσε στο ξύλο έτοιμη να μπει στον περιορισμένο χώρο του ταύρου.

«Έχεις κάποιο σχέδιο γι' αυτό;»

«Πάνω που θα ρωτούσα το ίδιο» σχολίασε νιαουρίζοντας ο Χαβιέ.

Η Εσμεράλδα γύρισε ξαφνιασμένη, που την είχαν πιάσει στα πράσα να προσπαθεί να απελευθερώσει τον Λουί. Απέναντί της έστεκε ο νεαρός ταυρομάχος που είχε σώσει τον συνάδελφό του από τον Λουί, αλλά και τον Λουί από την εκτέλεση, μιας και είχε παρέμβει πάνω στην ώρα.  

Β13. ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ Amigo και Dulce

Όσο κι αν προσπαθούσε να είναι ευγενικός ο Ενρίκε με τις όψιμες θαυμάστριες, είχε αρχίσει να κουράζεται, οπότε προτιμούσε να αποφεύγει τις γυναίκες που έκαναν την εμφάνισή τους στον στάβλο του. Συχνά κάποιες τραβούσαν το σκοινί, όμως καμία άλλη δεν ήταν τόσο παράτολμη σαν τη νεαρή που είχε καβαλήσει το ξύλο για να μπει στον χώρο του ταύρου που μετά τη λιποθυμία του Φράνκο, είχε γίνει θρύλος .

«Να τη» σκέφτηκε. «Πάει να κρυφτεί πίσω από το ζώο για να με αιφνιδιάσει και να εμφανιστεί μπροστά μου απότομα. Είναι τόσο ανόητη που δεν καταλαβαίνει πόσο επικίνδυνος μπορεί να γίνει ένας ταύρος!» Ο Ενρίκε στάθηκε για λίγο διστακτικός. Τι ήταν προτιμότερο να γυρίσει την πλάτη του και να αφήσει τη νεαρή στη μοίρα της, όπως ίσως να άξιζε στη βλακεία της ή μήπως να την εμπόδιζε. Θα μπορούσε να φωνάξει κάποιον συνάδελφό του, αλλά δεν πίστευε ότι θα προλάβαινε το κακό, ένας ταύρος δε θέλει και πολύ αν τον τσιγκλήσεις. Τελικά αποφάσισε ότι δε θα ήθελε να είναι υπεύθυνος σε περίπτωση που η κοπέλα πάθαινε κάτι, κι έτσι πλησίασε.

«Πρέπει να σώσουμε τον Λουί Χαβιέ, και να φύγουμε από εδώ».

«Έχεις κάποιο σχέδιο γι' αυτό;»

Το κορίτσι για λίγο πάγωσε πριν γυρίσει δειλά να κοιτάξει τον άντρα που την είχε πιάσει στα πράσα. Μόλις κοιτάχτηκαν ο Ενρίκε πρόσεξε ότι στα καστανά της μάτια υπήρχαν χρυσές ίριδες. Είχε δει πιο όμορφα κορίτσια, αλλά και πάλι εκείνη η αλλοπρόσαλλη κοπέλα ξεχώριζε αμέσως από όλες τις άλλες.

« Όμως...» θύμισε στον εαυτό του, «αυτή δεν είναι εδώ για εμένα, είναι για τον Χαβιέ», και του έκανε μεγάλη εντύπωση που ένιωσε απογοήτευση, όταν όλη την ώρα προσπαθούσε να διώξει τα θηλυκά που ήθελαν να κρεμαστούν από πάνω του, όπως οι μύγες στα άλογα.

«Ποιος είναι ο Χαβιέ;» ρώτησε και τότε ο Dulce πήγε και τρίφτηκε στα πόδια του.

«Ποιος άλλος;» νιαούρισε.

«Ποιος είναι ο Λουί και κυρίως ποια είσαι εσύ;» ρώτησε απορημένος.

«Ο Λουί είναι αυτός» είπε και έδειξε με το κεφάλι της τον ταύρο που τους κοίταζε με το στόμα του γεμάτο σανό , «κι ο Χαβιέ αυτός», είπε και έδειξε με τον ίδιο τρόπο τον γάτο.

«Α, ο Amigo και ο Dulce, κι εσύ ποια είσαι;»

«Η υπηρέτρια μας», νιαούρισε ο Χαβιέ.

«Είναι ο γάτος και ο ταύρος μου».

«Αυτό δεν απαντάει στην ερώτησή μου».

«Εγώ είμαι η Εσμεράλδα».

«Και τι γυρεύεις εδώ;»

«Πάλι τα ίδια θα λέμε;» νιαούρισε απηυδισμένος ο Χαβιέ.

«Ήρθα να τους πάρω».

«Καλή είσαι εσύ, πρώτα τους πούλησες και ύστερα ήρθες να τους πάρεις πίσω. Δε γίνονται έτσι οι συναλλαγές δεσποινίς μου».

«Δεν τους πούλησα εγώ», αντέδρασε «ο πατέρας μου πούλησε τον Λουί, γιατί χρειαζόταν τα χρήματα, κι όσο για τον Χαβιέ, αυτός έφυγε μόνος του».

«Έκανα απλώς το χρέος μου».

«Και πάλι δεν μπορείς να πάρεις τον ταύρο, ανήκει στην αρένα».

«Αλήθεια είναι αυτό Εσμεράλδα! Τις προάλλες στην πλατεία των ταύρων θριάμβευσα. Αφού σκέφτονται να τη μετονομάσουν σε πλατεία Αμίγο Λουί» μουγκάνισε ο Λουί, όλο περηφάνια .

«Που το άκουσες αυτό;» ρώτησε ο Χαβιέ «Εγώ που γυρνάω όλη την ώρα δεν άκουσα κάτι τέτοιο».

«Αποκλείεται», αντέδρασε η Εσμεράλδα. «Δεν πρόκειται να επιτρέψω να διακινδυνεύει ξανά τη ζωή του, πρέπει να τον πάρω να φύγουμε».

«Έχεις τα χρήματα;»

«Πόσα;»

«Αρκετά ώστε να τον αγοράσεις και να τον μεταφέρεις. Ή απλά σκέφτεσαι να τον πάρεις και να τον ιππεύσεις σαν να ήταν άλογο και να χαθείτε μαζί στο ηλιοβασίλεμα;»

«Είναι ρομαντικός», σχολίασε ο Χαβιέ.

«Κάτι είχα καταλάβει», συμφώνησε και ο Λουί.

«Θα βρω» απάντησε η Εσμεράλδα που μόλις άκουσε το σχέδιο της από τα χείλη του νεαρού, κατάλαβε πόσο παιδαριώδες ήταν.

«Ο Λουί είναι θρύλος», σχολίασε για να την καθησυχάσει ο Ενρίκε και να την παρηγορήσει, μιας και κατάλαβε ότι τα είχε χαμένα. «Έρχεται συνέχεια κόσμος να τον δει, νίκησε τον καλύτερο ταυρομάχο και την ίδια ώρα έδειξε έλεος. Είναι ένας δυνατός, έξυπνος και μεγαλόψυχος ταύρος, δε θα τον πειράξουν εδώ. Αν τον πάρεις στο κτήμα κινδυνεύει να τον πουλήσει ξανά ο πατέρας σου ή να τον σφάξει. Εδώ είναι πιο ασφαλής».

Η Εσμεράλδα κούνησε το κεφάλι καταφατικά, όμως ύστερα ρώτησε.

«Κι αν θέλουν να τον βάλουν πάλι να αγωνιστεί;»

«Ποιος θα τολμήσει να τον αντιμετωπίσει μετά τον θρίαμβό του;» 

Β14. Κεφάλαιο Δέκατο τέταρτο – Η αξιοπρέπεια του Φράνκο-

Όταν ο Ενρίκε υποστήριζε ότι ο Λουί δεν κινδύνευε να αγωνιστεί ξανά, το πίστευε. Συνήθως οι ταύροι ακόμα κι αν κερδίσουν τον ταυρομάχο, εξολοθρεύονται γιατί θεωρούνται επικίνδυνοι για όποιον τολμήσει να μπει στην αρένα, και πάντα χρειάζεται κάποιος να προστρέξει στον τραυματία και να τον περιθάλψει. Όμως με τη δική του μεσολάβηση ο Λουί δεν ακολούθησε την άγρια φύση του και δεν έγινε επικίνδυνος, έπαιξε λίγο μαζί του με το πανί και απομακρύνθηκε ειρηνικά από την αρένα χωρίς να βλάψει κανέναν. Στο τέλος της ημέρας όλοι βρίσκονταν σώοι και αρτιμελείς, ο καθένας στη μεριά του.

Η μόνη πληγωμένη, ήταν η αξιοπρέπεια του Φράνκο, που δεν μπορούσε να καταπιεί την ήττα του. Ο Φράνκο ήταν πεπεισμένος ότι για όλα ευθυνόταν ο Ενρίκε, εκείνος προπονούσε τον ταύρο και με βεβαιότητα σε εκείνον ανήκε και ο γάτος. Τα μάτια του Φράνκο πέταγαν φλόγες. Ήθελε να τον συντρίψει που του είχε προκαλέσει τέτοιον εξευτελισμό. Έβλεπε τον εαυτό του να τρέχει γύρω γύρω στην αρένα προσπαθώντας να αποφύγει τον ταύρο και κόντευε να πάθει αποπληξία. Η αναρρωτική άδεια που του είχαν δώσει από τις ταυρομαχίες αντί να τον χαλαρώσουν, παίρνοντας τον χρόνο του και βρίσκοντας τις ισορροπίες του, τον έκαναν ακόμα πιο νευρικό και εξαγριωμένο. Από τη μία σκεφτόταν καρέ καρέ τη μέρα της μεγάλης ντροπής του και από την άλλη ανησυχούσε μήπως η άδεια ήταν ένα πρόσχημα για να τον ξεφορτωθούν, με την καριέρα του να είχε πάει περίπατο.

Με έναν τρόπο μόνο μπορούσε να επανέλθει στο βάθρο των ταυρομάχων. Θα έπρεπε να αντιμετωπίσει το αγρίμι από το όποιο ηττήθηκε την τελευταία φορά. Μόνο αυτό θα αποκαθιστούσε τη φήμη του. «Ηττήθηκα» λέξη πικρή στα χείλη των νικητών, όταν πρόκειται για τη δική τους ήττα. Δεν έπρεπε όμως να αφήσει τίποτα στην τύχη. Ο σταβλίτης έπρεπε να διωχθεί και κάθε γάτα να απομακρυνθεί. Ή μάλλον όχι, οι γάτες και κυρίως οι μαύρες έπρεπε να ριχτούν στην πυρά, όμως επειδή είχε περάσει ανεπιστρεπτί η περίοδος που ο καθένας έπαιρνε αυτό που του άξιζε έπρεπε να γίνει διακριτικά. «Πώς;» αναρωτήθηκε και χάιδεψε το πιγούνι του. «Αχά, αυτό είναι!» είπε και χαμογέλασε ικανοποιημένος με τον εαυτό του. «Και ίσως, για να είμαστε απόλυτα βέβαιοι ίσως πρέπει να βοηθήσουμε τον φίλο μας τον ταύρο να είναι λιγουλάκι χαλαρός τη μέρα της ταυρομαχίας».

Η άποψη του Ενρίκε είχε καθησυχάσει τους πάντες. Κανείς δε θα τολμούσε να αντιμετωπίσει τον ταύρο, που είχε τρομάξει τον καλύτερο ταυρομάχο της ιστορίας. Μόνο ο Χαβιέ ήταν επιφυλακτικός. Το ένστικτό του τον προειδοποιούσε ότι ο κίνδυνος δεν είχε περάσει ακόμα. Η Εσμεράλδα τον παρακάλεσε να πάει μαζί της, εκείνος τρίφτηκε στα πόδια της και έπειτα πέρασε το φράχτη και μπήκε στον περιορισμένο χώρο του Λουί.

«Δεν καταλαβαίνω», σχολίασε πικραμένη η κοπέλα.

«Είναι φίλοι, έκανε ολόκληρο ταξίδι, δεν πρόκειται να τον εγκαταλείψει», παρατήρησε ο Ενρίκε.

«Στο κτήμα έκαναν παρέα, αλλά δεν περίμενα ότι ήταν δεμένοι σε αυτό το βαθμό!»

«Είναι πολλά αυτά που δεν καταλαβαίνουμε από τα ζώα».

«Οπότε έμεινα και χωρίς ταύρο και χωρίς γάτο», είπε απογοητευμένη. «Δε μου μένει τίποτα λοιπόν από το να επιστρέψω στο σπίτι μου».

Ο Ενρίκε έξυσε το κεφάλι του.

«Ναι, αν δεν έχεις κάτι άλλο να κάνεις».

«Απ' ότι φαίνεται όχι».

«Εκτός κι αν θες τόσο πολύ να είσαι κοντά τους που μπορείς να πιάσεις δουλειά εδώ». Ούτε κατάλαβε πως του ξέφυγε αυτή η πρόταση. Για αρχή δεν ήταν ο ίδιος αρμόδιος για τις προσλήψεις, δεύτερον ήταν επικίνδυνη δουλειά αυτή για γυναίκες, και υπήρχαν ένα σωρό άλλοι λόγοι που ήταν πολύ κακή ιδέα. Όμως δεν ήθελε να τη βλέπει λυπημένη και κυρίως ήθελε να έχει μια ευκαιρία να τη συναντήσει ξανά.

«Μπορούσες απλά να της προτείνεις να βγείτε» σκέφτηκε, αλλά αυτή δεν ήταν σαν τις άλλες που πήγαιναν στους στάβλους με σκοπό να τον συναντήσουν.

«Τι θα μπορούσα να κάνω εδώ;» ρώτησε εκείνη απορημένη. «Να γίνω ταυρομάχος; Είναι εντελώς έξω από τον χαρακτήρα μου».

«Θα μπορούσες να φροντίζεις τα ζώα». Ενρίκε το καλό που σου θέλω πάψε, διέταξε τον εαυτό του.

«Θα το σκεφτώ, και θα σου απαντήσω» του είπε χαμογελώντας που της έδινε τη δυνατότητα να βρίσκεται κοντά στους αγαπημένους της ταύρο και γάτο, αν και ο ίδιος ο Ενρίκε της είχε κεντρίσει την περιέργεια. Ήταν πολύ ευγενικός και τρυφερός με τα ζώα για ταυρομάχος.

Μόνο που μέχρι την επόμενη φορά που θα συναντιόνταν όλα θα είχαν αλλάξει!

Β15. Κεφάλαιο Δέκατο πέμπτο –Πρόσκληση σε μάχη-

Τα μούτρα του Φράνκο είχαν κοκκινίσει από το κακό τους. Ήταν δυνατόν ένας τυχαίος σταβλίτης να μετράει περισσότερο από τον ίδιο; Οι ιθύνοντες είχαν δεχτεί την απαίτηση του Φράνκο να αγωνιστεί με τον ταύρο από τον οποίο είχε ηττηθεί. Αναγνώριζαν και οι ίδιοι ότι ήταν ο μόνος τρόπος το αστέρι των ταυρομάχων να κερδίσει πίσω το χαμένο του γόητρο, αλλά δεν ήθελαν με τίποτα να διώξουν τον νεαρό. Μάλιστα τους έκανε εντύπωση ότι ζητούσε να απολυθεί ο άνθρωπος που τον είχε σώσει από τα κέρατα του ταύρου. Όσο για τους ισχυρισμούς του ότι ο νεαρός προπονούσε τον ταύρο, τους φάνηκε σαχλός, αν και το έθεσαν πιο ευγενικά.

«Ο Ενρίκε ήρθε εδώ να εργαστεί ως ταυρομάχος, απλά δεν ήταν σύμφωνος με το να θανατώνονται τα ζώα, γι' αυτό κατέληξε να εργάζεται στους στάβλους. Λογικό είναι να θέλει να παίζει μαζί τους. Δεν τους προπονεί σε διαβεβαιώνουμε».

Τι ανόητοι, ποια μεγαλύτερη απόδειξη από αυτό που μόλις είχαν παραδεχτοί. Ο νεαρός δεν ήθελε να θανατώνονται οι ταύροι, μα φυσικά και δεν ήθελε, προτιμούσε να θανατωθούν οι ταυρομάχοι. Δεν έδινε καμία σημασία στο γεγονός ότι ο Ενρίκε είχε μεσολαβήσει και είχε τραβήξει την προσοχή του ταύρου. Όμως ο Φράνκο ήταν πιο πονηρός από τους ευτραφείς κύριους, αυτό που είχε άμεση σημασία ήταν να απομακρύνει τον Ενρίκε από τους στάβλους αν ήθελε να γίνει η δουλειά σωστά, οπότε υποκρίθηκε ότι πείστηκε από αυτά που του είπαν.

«Έχετε δίκιο, είμαι θυμωμένος από την ήττα μου και ψάχνω κάπου να ξεσπάσω. Θα πρότεινα λοιπόν, να δοθεί μια άδεια στον νεαρό ως αναγνώριση της αυτοθυσίας του».

«Φράνκο γίνεσαι δραματικός. Ο Ενρίκε ξέρει από ζώα, δεν έκανε καμία αυτοθυσία, απλά σε βοήθησε να βγεις από τη δύσκολη κατάσταση, μιας και οι ταύροι τον ξέρουν και του έχουν εμπιστοσύνη». Βλέπετε ως αφεντικά δεν ήθελαν να αφήσουν τον Ενρίκε να τριγυρνάει ελεύθερος στην πόλη, αντί να δουλεύει στους στάβλους, ειδικά από τη στιγμή που αντιλήφθηκαν τη χρησιμότητά του.

«Επιμένω, θεωρώ ότι πρέπει να επιβραβευτεί. Εκτός κι αν είχα δίκιο σε όσα τον κατηγόρησα και απλά εσάς δε σας νοιάζει που βάζει σε κίνδυνο τους ταυρομάχους σας, οπότε πρέπει να μπει φυλακή, και όχι να πάρει άδεια».

«Μα φυσικά και θα του δώσουμε άδεια, αφού επιμένεις, άλλωστε πρέπει να ξεκουραστεί κι αυτός».

Ουρανοκατέβατη ήρθε η άδεια στον Ενρίκε, αφού του δινόταν η ευκαιρία να συναντήσει την Εσμεράλδα. Εκείνη περίμενε να της πει πως θα εργαζόταν και η ίδια στον στάβλο, ώστε να είναι κοντά στον ταύρο της και τον γάτο της, όμως το έβλεπε πλέον ότι η πρόταση που της έκανε αυθόρμητα ήταν ανέφικτη. Αποφάσισε ότι θα έπρεπε να βρουν έναν ρεαλιστικό τρόπο να αποδεσμεύσουν τον Λουί από τους στάβλους, ίσως αν πλήρωναν το αντίτιμο; Έπρεπε να συναντηθούν και να βάλουν τα μυαλά τους να σκεφτούν, αφού ως γνωστόν δυο μαζί σκέφτονται καλύτερα από ότι ένας μόνος του. Άλλωστε πέρα από το να ''αποφυλακίσουν'' τον Αμίγο έπρεπε να λύσουν και άλλα ζητήματα. Όπως για παράδειγμα πού θα κατέληγε ο Λουί; Θα ήταν ασφαλής να γυρίσει πίσω στο κτήμα με την Εσμεράλδα; Το κορίτσι δε φαινόταν να εμπιστεύεται τον πατέρα του. Έπειτα πώς θα γινόταν το ταξίδι της επιστροφής, δεν μπορούσαν απλά να βάλουν στο αστικό λεωφορείο τον ταύρο, ούτε καν ο γάτος δεν ήξερε αν επιτρεπόταν να μπει στο αστικό. Κι έπειτα, αν εκείνη έφευγε πώς θα την συναντούσε ξανά, αναρωτήθηκε και μελαγχόλησε. «Ένα ένα Ενρίκε» συμβούλεψε τον εαυτό του.

Ο Χαβιέ ξύπνησε και ένιωσε το στομάχι του να γουργουρίζει. Το πιατάκι που ήταν μέχρι εχθές γεμάτο με την τροφή που του είχε αφήσει ο Ενρίκε, είχε αδειάσει.

«Από όταν συνάντησε την Εσμεράλδα έχει χάσει το μυαλό του. Θα λείψει τόσες ημέρες και το φαγητό που έβαλε, τελείωσε τη δεύτερη κιόλας μέρα», νιαούρισε απογοητευμένος με το στομάχι του να παίζει ταμπούρλο ο Χαβιέ.

«Έχει αρκετά ποντίκια, μπορείς να πας για κυνήγι» παρατήρησε ο Λουί.

«Ναι, αλλά τα ψάρια είναι πάντα πιο νόστιμα. Τέλος πάντων, πάω να βρω κάτι να φάω, αλλιώς θα μείνω ο μισός μέχρι να επιστρέψει από τις διακοπές του».

«Δε θα σου έκανε κακό, έχεις παχύνει εδώ που ήρθες».

«Φίλε μου, όμορφος γάτος είναι ο στρουμπουλός γάτος», είπε και βγήκε από τον χώρο που μοιραζόταν με τον Λουί. Δεν πρόλαβε να κάνει λίγα βήματα και σαν μάννα εξ' ουρανού είδε λίγα μέτρα μακρύτερα ένα κομμάτι κρέας, πεταμένο στο πάτωμα. Πλησίασε μην πιστεύοντας τα μάτια του.

«Μα τι σπατάλη τροφής είναι αυτή;» νιαούρισε, έπειτα κόλλησε τη μύτη του στο κρέας. «Φυσικά, βοδινό. Δεν επιτρέπουν οι αρχές μου να φάω μοσχάρι. Αλλά πεινάω, αν φάω λίγο, ποιος θα το μάθει; Μπα!» απομακρύνθηκε λίγα βήματα, αλλά κοντοστάθηκε. Το γατίσιο μυαλό του, τον συμβούλευε να μην προδώσει τις αρχές του, αλλά το στομάχι του είχε άλλη γνώμη.

Έλα διαολόγατε, φάε το φαγάκι με το δηλητήριο που σε τρατάρω, σκεφτόταν ο άντρας, που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του Φράνκο, κρυμμένος πίσω από μια κολώνα, με το αζημίωτο φυσικά.

Στο μεταξύ ο Ενρίκε δεν έχανε μέρα να μη συναντήσει την Εσμεράλδα με δικαιολογία το σχέδιο που έπρεπε να καταστρώσουν για να πάρει τον Λουί και τον Χαβιέ από τους στάβλους των ταυρομαχιών. Το κορίτσι είχε πιάσει δουλειά σε ένα φούρνο, μιας και οι οικονομίες της έτειναν να εκλείψουν και σε λίγο δε θα μπορούσε να πληρώνει ούτε τις βασικές της ανάγκες, τροφή και στέγη. Αρχικά πίστευε ότι η δουλειά είναι προσωρινή, και ότι θα της έβρισκε ο Ενρίκε κάτι να απασχοληθεί στους στάβλους, αλλά με απογοήτευση δέχτηκε το γεγονός, ότι δυστυχώς δεν υπήρχε θέση για εκείνη. Ο νεαρός σταβλίτης, ταυρομάχος για τη νεαρή κοπέλα, είχε ρωτήσει αν μπορούσε να εργαστεί κοντά του, αλλά η απάντηση που είχε λάβει ήταν ότι θέση για γυναίκα υπήρχε μόνο στο εστιατόριο. Δουλειά που δεν ταίριαζε στην Εσμεράλδα από τη στιγμή που είχε έρθει να σώσει τον ταύρο της. Άλλωστε εκείνη ήθελε να είναι κοντά στο Λουί, και όχι να μαγειρεύει τους ηττημένους των ταυρομαχιών και έπειτα να τους σερβίρει. Την έφερνε στο νου του, να περιλούζει τους ταυρομάχους με σούπα από βοδινό κρέας. Κι όσοι τη γνώριζαν θα επιβεβαίωναν ότι ήταν κάτι που εύκολα θα έκανε το κορίτσι.

Ο Ενρίκε έστυβε το μυαλό του να βρει λύση να πάρει πίσω τον Αμίγο. Χρήματα θα προφερόταν να δώσει ο ίδιος προκειμένου να τη βοηθήσει, και θα τα εξοφλούσε σταδιακά με τη δουλειά του. Όμως μετά τι, θα ήταν ασφαλές να επιστρέψει στον τόπο της. Ίσως ο πατέρας της, μιας και η Εσμεράλδα είχε εγκαταλείψει το σπίτι, να μην διακινδύνευε να πουλήσει ξανά τον Αμίγο, εφόσον επέστρεφαν για να μην χάσει ξανά την κόρη του. Όμως και πάλι έμενε η μεταφορά του. Ποιος θα δεχόταν να κάνει ένα μεγάλο ταξίδι για να τους πάει όλους πίσω, έπρεπε να ρωτήσει και να παζαρέψει την τιμή. Όμως πέρα από τα ανυπέρβλητα εμπόδια υπήρχε ένα ερωτηματικό που η απάντησή του δεν άρεσε καθόλου στον νεαρό σταβλίτη. Πώς θα συναντούσε ξανά την Εσμεράλδα αν εκείνη έφευγε. Το πιο πιθανό να μην τη συναντούσε ξανά.

Με αυτό το ερωτηματικό ο Ενρίκε πλησίαζε την πλατεία για να συναντήσει την Εσμεράλδα, όταν ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά του μαινόμενη σαν ταύρος.

«Ψεύτη!» του φώναξε.

«Ορίστε;» ξαφνιάστηκε ο Ενρίκε.

«Μου είπες ψέματα».

«Για ποιο πράγμα;»

«Μην κάνεις ότι δεν ξέρεις» του είπε και τραβώντας τον από το χέρι, πήγε και τον έβαλε να σταθεί μπροστά σε μια κολώνα που ήταν κολλημένη μια αφίσα για ταυρομαχίες. Πάνω υπήρχε το σκίτσο του Φράνκο και ενός ταύρου με ένα λευκό μπάλωμα στην κοιλιά και από κάτω έγραφε «Ο μεγάλος ταυρομάχος Φράνκο επιστρέφει στην αρένα για να πάρει τη ρεβάνς από τον κακό του δαίμονα και να του δείξει ποιος είναι το αφεντικό».

«Δεν καταλαβαίνω» ψέλλισε ο Ενρίκε.

«Καταλαβαίνω εγώ, μου είπες ψέματα».

«Όχι Εσμεράλδα, δεν...» όμως δεν πρόλαβε να συνεχίσει τη φράση, μιας και το κορίτσι απομακρύνθηκε βιαστικά από κοντά του με βουρκωμένα μάτια. 

16. Κεφάλαιο Δέκατο Έκτο -Η μητέρα των μαχών-

«Κακό του δαίμονα…» μουρμούρισε ενοχλημένος ο Φράνκο βλέποντας την αφίσα. «Ας μην είχα δει τον μαύρο δαίμονα με την ουρά του διαόλου και θα σου είχα πει εγώ τώρα που θα βρισκόταν ο ταύρος. Με τα κόκκαλά του θα είχα ταΐσει το σκυλί μου. Το απόγευμα είναι η μεγάλη μάχη, ελπίζω να μην έχουμε απρόοπτα. Ο μαύρος γάτος των στάβλων θα έχει φάει το φαγάκι του και ο ταύρος θα έχει χαλαρώσει με την ηρεμιστική ένεση που του έκανε ο άνθρωπός μου».

Την ίδια ώρα ο αντίπαλος του Φράνκο αναρωτιόταν που είχε εξαφανιστεί ο Χαβιέ. «Ικανό τον έχω να ψάχνει θάλασσα να ψαρέψει μαριδούλες, όλο μόνο μου με αφήνει», παραπονέθηκε και έσκυψε να φάει το σανό του.

Ο Ενρίκε επέστρεψε στους στάβλους.

«Εσύ δεν είχες άδεια;» τον ρώτησε ένας συνάδελφος.

«Τελείωσε!» απάντησε χωρίς να εξηγήσει ότι την είχε από μόνος του διακόψει. Είχε ενοχληθεί από την τροπή που είχαν πάρει τα γεγονότα. Άλλωστε στον Ενρίκε δεν του άρεσε καθόλου να μην κρατάει τον λόγο του. Το σχέδιο του ήταν παράτολμο, όμως δεν του έμενε άλλη λύση. Έπρεπε να σώσει τον Λουί όποια συνέπεια κι αν χρειαζόταν να αντιμετωπίσει. Αυτόν τον ταύρο τον συμπαθούσε λίγο παραπάνω από τους υπόλοιπους, όπως και την κοπέλα που της ανήκε. Γιατί αν δεν ανήκεις σε αυτούς που αγαπάς και σε αγαπάνε, τότε δεν ανήκεις σε κανέναν.

Ο Φράνκο είχε προσευχηθεί στο εκκλησάκι χωρίς απρόοπτα αυτή τη φορά, καμία δαιμόνια μαύρη γάτα δεν εμφανίστηκε μπροστά του να τριφτεί στα πόδια του γεμίζοντάς τον αρνητική ενέργεια και κακοτυχία. Ντύθηκε με τη χρυσοποίκιλτη στολή του και γενναία πέρασε την πρώτη πόρτα για να εισέλθει στην πλατεία των ταύρων και να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Ήξερε ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Αυτό το μαρτυρούσε ακόμη και ο κόσμος που είχε κατακλύσει το στάδιο και φώναζε το όνομά του. Είχε κερδίσει ξανά το κοινό του, σε λίγο θα κέρδιζε και τους πιο δύσπιστους.

«Που είναι ο Λουί;» ρώτησε ο Ενρίκε.

Η πόρτα τραβήχτηκε όμως κανένας ταύρος δε φαινόταν στο άνοιγμα της. Ώσπου ένας μαύρος γάτος έκανε την εμφάνισή του περπατώντας περήφανα.

«Τι είναι αυτό; Ποιος επέτρεψε σε αυτό το δαίμονα να μπει στον αγωνιστικό χώρο;» ούρλιαξε έξω φρενών ο Φράνκο.

«Εσύ δεν θέλησες να αγωνιστείς με τον κακό σου δαίμονα;» νιαούρισε ο Χαβιέ, όμως στα αυτιά των ανθρώπων δεν ακούστηκε τίποτε περισσότερο από νιαούρισμα.

«Πάρτε αυτό το δαιμόνιο από εδώ και φέρτε μου τον ταύρο», ούρλιαξε ο Φράνκο.

Ο ταύρος όμως είχε βγάλει φτερά στα πόδια, με καβαλάρη τον Ενρίκε, έτρεχε στους χωματόδρομους της πόλης. Η Εσμεράλδα ξαφνιασμένη βγήκε από τον φούρνο να δει τι προκαλούσε αυτόν τον σαματά, όταν ο Λουί με τον Ενρίκε στην πλάτη του φρέναρε μπροστά της.

«Θα έρθεις;» τη ρώτησε ο νεαρός και της έτεινε το χέρι του. «Είπα να ακολουθήσω το σχέδιο σου!»

«Ο Χαβιέ;» ρώτησε εκείνη σκαρφαλώνοντας.

«Μην ανησυχείς είναι καλά, έχει μια δουλειά, θα μας βρει αργότερα».

«Δεν καταλαβαίνω, τι δουλειά;» ρώτησε η Εσμεράλδα, ανεβαίνοντας στην πλάτη του Λουί και κολλώντας πάνω στον Ενρίκε.

«Ζήλεψε τη δόξα μου και τον άφησα να τη χαρεί» μίλησε στη γλώσσα του ο Λουί, που μόλις ένιωσε το βάρος της Εσμεράλδα στην πλάτη του άρχισε να τρέχει προς το ηλιοβασίλεμα.

«Εσμεράλδα» φώναξε κάποιος πίσω της, αλλά δεν τον άκουσε και δε γύρισε να δει τον πατέρα της, που είχε αναγκαστεί να κατέβει στην πόλη να βρει την κόρη του. Ένας γείτονας από διπλανό κτήμα του ανέφερε ότι την είχε δει στην ταυρομαχία, μια εβδομάδα νωρίτερα.

«Ο ταύρος που γυρεύεις δεν είναι στους στάβλους».

«Τι έγινε; Μήπως αναλήφθηκε;» ρώτησε εκνευρισμένος ο Φράνκο.

« Στους στάβλους όλοι οι ταύροι είναι μισοκοιμισμένοι λες και ήπιαν κρασί, εκτός από έναν που το έσκασε» του φώναξε ένας κοιλαράς, που ήταν ο οργανωτής των ταυρομαχιών. Ο κόσμος απογοητευμένος και πιστεύοντας ότι όλο αυτό είχε ενορχηστρωθεί από τον άλλοτε σπουδαίο ταυρομάχο άρχισε να τον γιουχάρει. Θέλοντας να ξεσπάσει τον εκνευρισμό του εκείνος πλησίασε τον Χαβιέ έτοιμος να του επιτεθεί. Όμως ευέλικτος ο γάτος συνεχώς κατάφερνε να του ξεφεύγει, ώσπου κάποια στιγμή ο Φράνκο πέταξε την μπέρτα επάνω του για να τον κουκουλώσει και να τα χάσει. Όμως μόλις σήκωσε την μπέρτα γάτος δεν υπήρχε από κάτω, ήταν σαν να είχε εξαφανιστεί. Αυτό που συνέβη είναι ότι ο Χαβιέ γρήγορος και ευέλικτος πρόλαβε να ξεφύγει και έτρεξε μακριά, ενώ όλοι ήταν προσηλωμένοι με το βλέμμα στην μπέρτα και δεν τον πήρε είδηση κανείς.

Μόλις σήκωσε ο ταυρομάχος την μπέρτα του ο κόσμος ξεκαρδίστηκε. «Φράνκο!» του φώναξε κάποιος «νέα καριέρα ανοίγεται μπροστά σου, γίνε ταχυδακτυλουργός, άσε τις ταυρομαχίες». Τα γέλια δυνάμωσαν τόσο που κάποιοι κράταγαν τις κοιλιές τους και άλλοι τη μέση τους.

«Διάολε, όταν λέω εγώ ότι ήταν δαιμόνιο» σκέφτηκε συγχυσμένος ο Φράνκο. «Ίσως σταβλίτης και γάτος να είναι το ίδιο και το αυτό».

«Φτηνά τη γλίτωσα» σκέφτηκε ο Χαβιέ βγαίνοντας από την αρένα, ενώ τιναζόταν να διώξει από πάνω του τη σκόνη. Τελικά ήταν σοφό που είχε μείνει πιστός στις αρχές του και δεν έφαγε το πεταμένο κρέας. Και όχι μόνο αυτό, βλέποντας τις κινήσεις εκείνου του άντρα, του φάνηκαν ύποπτες και παρέμεινε κρυμμένος να τον παρακολουθεί. Όταν άρχισε να βαράει ενέσεις σε όλους τους ταύρους, μιας και δε θυμόταν ποιον ήθελε ο Φράνκο να κάνει outsider, φτάνοντας στον Λουί, ο Χαβιέ τον αιφνιδίασε πηδώντας επάνω του και γρατζουνώντας τον στο χέρι. Εκείνος ουρλιάζοντας έφυγε και δεν επέστρεψε. Βέβαια με την υπερβολική δόση ηρεμιστικού που είχε δώσει στα ζώα, μάχη δεν μπορούσε να γίνει, θα φαινόταν από την αρχή ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Χαβιέ;» άκουσε μια φωνή δίπλα του.

«Κι εσύ εδώ;» ρώτησε και τρίφτηκε στα πόδια του. «Πρώτα η Εσμεράλδα, τώρα εσύ, νομίζω ότι ήρθε η ώρα να γυρίσουμε σπίτι».

«Νομίζω ότι θα χαρεί πολύ η Εσμεράλδα όταν μάθει ότι σε βρήκα. Ώρα να γυρίσουμε σπίτι. Πιστεύω ότι θα μας περιμένει εκεί με τον Λουί και με έναν νεαρό».

«Στα λόγια μου έρχεσαι!» νιαούρισε ο Χαβιέ.  

Δημιουργήστε δωρεάν ιστοσελίδα! Αυτή η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε με τη Webnode. Δημιουργήστε τη δική σας δωρεάν σήμερα! Ξεκινήστε