Η Έλι & Η Αθήνα

Η Έλι είναι μια μαύρη γάτα, που ζει στην κουφάλα ενός λιόδεντρου μαζί με τη γιαγιά της την Αντιγόνη. Η Έλι έχει πάρει το όνομά της από το υπεραιωνόβιο αυτό δέντρο, που βρίσκεται στους πρόποδες του Παρθενώνα. Κυκλοφορεί στα σοκάκια της πλάκας, ταΐζεται από τα ταβερνεία της περιοχής, ανεβαίνει στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης όταν δεν έχει κόσμο. Εσείς, έχετε δει τον ήλιο να ανατέλλει, από το βράχο του Παρθενώνα; Η Έλι έχει πολλές ιστορίες να σας διηγηθεί, από τη δική της ζωή αλλά και από τις εφτά ζωές πολλών άλλων μαυρόγατων. 


ΠΡΟΣΟΧΗ: ΚΑΘΕ ΝΕΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΗΣ ΕΛΙΣ, ΠΟΥ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ ΘΑ ΤΟ ΒΡΕΙΤΕ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ.  

Ποια είναι η Έλι;

Καλημέρα Αθήνα! Ξυπνάω και όπως τεντώνομαι στην κουφάλα του δέντρου που είναι το σπίτι μου εδώ και αρκετό καιρό, αντιλαμβάνομαι ότι η γιαγιά Αντιγόνη λείπει. Η γιαγιούλα μου είναι μεγάλη πορτογύρο, Θα ξεκίνησε τις πρωινές της επισκέψεις στην ψαραγορά. "Όταν σηκώνεσαι νωρίς παίρνεις τους καλύτερους μεζέδες" δεν ξεχνάει να επαναλαμβάνει. Σωστά τα λέει η γιαγιά μου, αλλά απολαμβάνω τόσο πολύ τον ύπνο. Είναι η ομορφότερη εφεύρεση των έμβιων όντων. Και δεν κρύβω πως το βράδυ ονειρεύτηκα ότι ήμουν στο πειρατικό με τον Γεράρδο. Ο πρόγονός μου αποδείχτηκε μεγάλος καπετάνιος. Πέρασε τη ζωή του στη θάλασσα, απ' όταν μπήκε στο πλοίο δε θέλησε να βγει ξανά. Και στη μάχη ήταν πρώτος. Μια ματιά να του έριχναν οι πειρατές, το βλοσυρό του ύφος τους έκανε να βάζουν τις φωνές και να τρέπονται σε φυγή. Πολυταξιδεμένος ο Γεράρδος. Θα ήθελα κι εγώ να ταξιδέψω, για την ώρα τριγυρνάω στα σοκάκια της Αθήνας, που τη γνωρίζω σαν την πατούσα μου. Σε σύγκριση με τα αδέλφια μου έχω δει με βεβαιότητα περισσότερα μέρη. Το καλύτερο είναι ότι έχω την άνεση να ανεβαίνω όποτε θέλω στον ιερό βράχο. Κι ενώ οι άνθρωποι κάνουν ουρές, περιμένοντας ποιος ξέρει τι, εγώ περνάω ανάμεσα στα πόδια τους και κανείς δε με ενοχλεί. Φαίνεται ότι είμαι το ίδιο απειλητική με τον Γεράρδο. Αν και προτιμώ να ανεβαίνω όταν δεν έχει πολύ κόσμο. Οι άνθρωποι κάνουν απελπιστικά πολλή φασαρία, κι εγώ αγαπώ την ησυχία. Να κοιτάζω τον ήλιο να δύει ή και να ανατέλλει και να βάφει με τα χρώματα του τους κίονες άλλες φορές πορτοκαλί και κίτρινους και άλλες μωβ ή ροζ πριν το σκοτάδι απλώσει το πέπλο του πάνω στην Αθήνα μου!

Αν και πρέπει να παραδεχτώ όtι προτιμούσα όταν είχε χώμα αντί για τσιμέντο. Ήταν πιο όμορφα, πιο φυσικό το τοπίο, αλλά είπαμε οι άνθρωποι δεν είναι και το πιο έξυπνο είδος στον πλανήτη. Μα ποιος ανόητος σκέφτηκε να τσιμεντώσει την Ακρόπολη! Πώς το σκέφτηκε; Γιατί το έκανε και κυρίως γιατί δε βρέθηκε κάποιος να του πει "όχι, μην το κάνεις", αχ άνθρωποι, αυτοί οι άγνωστοι! Έχω περπατήσει ανάμεσα στους κίονες και τις προάλλες κοιμήθηκα εκεί! Με ξύπνησαn όμως οι πρώτες αχτίνες του ήλιου, έμεινα για λίγο να χαζεύω την Αθήνα να ξυπνάει και έπειτα αποφάσισα να επιστρέψω στην κουφάλα της ελιάς, να συνεχίσω εκεί τον ύπνο μου. Βέβαια με περίμενε η γιαγιά Αντιγόνη και με κατσάδιασε που έλειπα όλη τη νύχτα. Φοβάται ότι θα κρυώσω κι ας έχουν αρχίσει να σφίγγουν οι ζέστες. Γιαγιάδες, τι να πεις, ανησυχούν με το τίποτα και εμείς τις αγαπάμε!

Η γιαγιά Αντιγόνη δεν είναι η πραγματική μου γιαγιά, είναι όμως αυτή που με πήρε μικρό γατάκι και με έκανε μεγάλη γάτα, από όταν με περιμάζεψε μένω μαζί της στην κουφάλα του δέντρου.

Η μητέρα μου είναι μια πανέμορφη λευκή γάτα με γούνα, είδα μια μέρα μια παρόμοια σε μια βιτρίνα καταστήματος παιχνιδιών, αλλά εκείνη ήταν λούτρινη και δεν ήταν ζωντανή, ευτυχώς μου το ξεκαθάρισαν, αλλιώς θα έψαχνα τρόπο να την ελευθερώσω, και θα ήταν μάταιος κόπος αν δεν μπορούσε να με ακολουθήσει στις βόλτες μου.

Αν και η μητέρα μου είναι αριστοκράτισσα, φάνηκε να προτιμάει τους άξεστους αλητόγατους. Μια τέτοια μαύρη αλητόγατα είναι ο μπαμπάς μου. Αφού συναντήθηκαν μια φορά που η μαμά μου το είχε σκάσει, γέννησε έξι γατάκια, τα πέντε ήταν όμορφα και φτυστά με εκείνη και το ένα, ήταν ένα ασχημόγατο μαύρο, εγώ. Το μόνο που πήρα από τη μητέρα μου είναι το χρώμα από το ένα της μάτι, το δεξιό. Το άλλο το πήρα από τον πατέρα μου, υποθέτω.

Η μαμά μου αν και της αρέσουν οι αλητόγατοι είναι από σπίτι με τζάκι. Κι έτσι όμορφη και αφράτη που ήταν, σαν χινονιφάδα, οι φιλοξενούμενοί της αποφάσισαν να μην τη στειρώσουν, πριν κάνει απογόνους όμορφους σαν την ίδια. Σκέφτηκαν ότι θα ήταν προτιμότερο να διαιωνίσει το είδος με έναν γάτο από τζάκι, και της τον έφεραν να της τον γνωρίσουν, μόνο που εκείνος αποδείχτηκε άξεστος. Τελικά σαλόνι και τρόποι δεν πηγαίνουν αναγκαστικά χεράκι χεράκι. Ήταν τόσο ξιπασμένος που η μαμά δεν τον συμπάθησε καθόλου, όχι να φέρει και τα παιδιά του στον κόσμο. Εκείνος προσπαθούσε να τη στριμώξει και εκείνη τον χτύπαγε. Τελικά το έσκασε απηυδισμένη από μια ξεχασμένη ανοιχτή πόρτα. Και κάπως έτσι συνάντησε τον πατέρα μου. Ως ρεμάλι εκείνος ήξερε πως να γοητεύσει μια ψιψίνα της καλής κοινωνίας. Λίγους μήνες αργότερα γεννήθηκα εγώ και τα πέντε καρμποναριστά με τη μητέρα μας αδέλφια μου. Πολύς κόσμος παρέλασε από το σπίτι και εκείνα βρήκαν όλα σπιτικό, όμως η καλή μου μοίρα επιφύλαξε σε εμένα να είμαι ελεύθερη. Η αλήθεια είναι ότι με πείραζε όταν με κατηγορούσαν για γρουσούζα και ότι προκαλώ κακή τύχη. Θυμάμαι τη μαμά μου να τυλίγει προστατευτικά τα μπροστά της πόδια γύρω μου και να με γλύφει για παρηγοριά, αλλά τελικά λίγες ημέρες μετά βρέθηκα μόνη μου στους πέντε δρόμους. Άντε τώρα μικρό γατί να καταλάβεις ποιον δρόμο πρέπει να ακολουθήσεις και κυρίως όταν είναι πέντε. Ήμουν πολύ μικρή για να εκτιμήσω τις πολλές επιλογές τότε.

Ευτυχώς, για καλή μου τύχη, άκουσε τα απεγνωσμένα μου νιαουριτά που καλούσαν τη μαμά μου να έρθει να με ταΐσει η γιαγιά μου η Αντιγόνη και ήρθε και με περιμάζεψε. Με έπιασε από το σβέρκο και με τοποθέτησε στην κουφάλα της ελιάς, όπου με κράτησε ζεστή. Γαλατάκι μου έδιναν με το μπιμπερό κάτι παιδιά της γειτονιάς που δεν τους τρόμαζε το χρώμα μου, κι έτσι μεγάλωσα.

Πώς να μη θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό, και μάλιστα πιο τυχερό από τα αδέλφια μου! Μπορεί εκείνα να έχουν σπίτι και λιχουδιές, όμως δεν έχουν την τύχη να βλέπουν το ηλιοβασίλεμα από την Ακρόπολη. Δε θα περπατήσουν στους δρόμους της Πλάκας, δε θα γευτούν νοστιμιές από τις ταβέρνες και δε θα μάθουν την ιστορία των προγόνων μας, από την πλευρά του μπαμπά. Γι' αυτό κάθε πρωί, συχνά περασμένες δώδεκα, βγαίνω από την κουφάλα της ελιάς μου και βροντοφωνάζω : Καλημέρα Αθήνα, καλημέρα πόλη μου! Με τα καλά σου και τα κακά σου, με τις ομορφιές σου και τις ασχήμιες σου!

Υ.Γ.: Μα ποιος στην ευχή σκέφτηκε να τσιμεντώσει την Ακρόπολη;   

Μια Νύχτα του Μαΐου

Δεν ξέρω τι συμβαίνει τον τελευταίο καιρό με τους γάτους. Όλο με πλησιάζουν και χώνουν τη μουσούδα τους κάτω από την ουρά μου. Είναι πολύ ενοχλητικό, αλλά δε φαίνεται να το καταλαβαίνουν. Κάποιοι έρχονται έξω από την κουφάλα της ελιάς και κάνουν σαν λύκοι στο σεληνόφως. Η γιαγιά με συμβουλεύει επαναλαμβάνοντας να μην τους δίνω σημασία και κάποιες φορές βγαίνει έξω προσπαθώντας να τους διώξει. Δεν καταλαβαίνω τι θέλουν από εμένα, αλλά κυρίως δε με νοιάζει. Αν έχω κάτι που θέλουν, μόνο με τη συναίνεσή μου θα το πάρουν. Ένα τέτοιο βράδυ, στα μέσα του Μάη και έχοντας κουραστεί από τις γκρίνιες και τα κλάματά τους, αποφάσισα να ανέβω στον ιερό βράχο και να ρομαντζάρω με τον εαυτό μου.

Περπάτησα ανάμεσα στις κολώνες, χαιρέτησα τα πέτρινα κορίτσια. Γαλήνια και έχοντας βρει την ησυχία μου, που εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πόσο μου είχε λείψει ξάπλωσα και χάζευα το σούρουπο. Όμως η ησυχία δεν κράτησε πολύ. Θέλοντας και μη έγινα μάρτυρας ενός συμβάντος. Ένα τεράστιο άυλο παπούτσι εμφανίστηκε στον αττικό ουρανό. Είχαν φτάσει ως τα αυτιά μου φήμες, αλλά πίστευα ότι πήγαιναν αποκλειστικά στον Υμηττό. Το είχε αναφέρει ένα ευυπόληπτο άτομο. Άρχοντας του τόπου, αλλά άλλο να το ακούς και άλλο να το βλέπεις. Ανήσυχη έτρεξα και κρύφτηκα πίσω από μια πέτρινη κοπέλα. Δε θα ήθελα να με πάρουν είδηση, εκείνες είναι στιβαρές, ίσως να μπορούσαν να με προστατεύσουν, αν οι επισκέπτες είχαν κακόβουλες διαθέσεις. Αυτό άλλωστε δεν κάνουν αιώνες, κρατάνε όλο το βάρος ενός πολιτισμού, αρχαίου. Ενός πολιτισμού που κομμάτι κομμάτι χαρίζεται. Ποιος τον χαρίζει, σε ποιον και με ποια ανταλλάγματα αυτά δε θα τα μάθουμε, αλλά αρκετοί τα υποψιάζονται. Ενός πολιτισμού που ξενιτεύτηκε και νέοι Παρθενώνες δεν πρόκειται να χτιστούν ξανά, παρά μόνο να πουληθούν και να εξαγοραστούν.

Το παπούτσι στριφογύριζε, προφανώς έψαχνε να βρει το κατάλληλο μέρος να προσγειωθεί, ώσπου έσβησε και αλλάζοντας μορφή έγινε ένα τρίγωνο. Τι θαύματα ήταν αυτά ούτε μπορούσα να καταλάβω, μα κυρίως δε μου άρεσαν. Αισθητικά πάντως μείωναν την ομορφιά του χώρου στον οποίο βρισκόμουν, ενώ ο βόμβος από μεταλλικά έντομα γινόταν όλο και πιο ενοχλητικός.

Ρίχνοντας μια ματιά στα πέτρινα μάτια μιας κόρης ένιωσα να παίρνω δύναμη. Με φόβο ψυχής και την καρδιά μου να χτυπάει σαν ταμπούρλο στο στήθος μου, αποφάσισα να πατάξω τη δειλία μου. Ένα από τα μεταλλικά έντομα έκανε την εμφάνισή του κι εγώ τρέχοντας και δίνοντας σάλτο το γκρέμισα. Αυτό χτυπιόταν στο έδαφος κι εγώ το χτύπαγα με το πόδι μου. Οι άνθρωποι είναι από μόνοι τους ενοχλητικοί, αν και κάποιοι από αυτούς είναι ευγενικοί, βάζουν νερό σε μπολάκια και μας δίνουν τροφή, αυτό μας έλειπε να φτάσει στη γη ένα νέο είδος πιο εξελιγμένο. Ας τους έδειχνα ότι δεν είμαστε και τόσο φιλικοί. Βάραγα με όλη μου τη μανία και στο τέλος κατάφερα να σκοτώσω το μικρό κατασκοπικό τέρας. Σήκωσα το κεφάλι μου και κοίταξα τον ουρανό. Ήταν όπως έπρεπε, χωρίς παπούτσια και περίεργα τρίγωνα. Κοίταξα και τα πέτρινα κορίτσια, στο φως της σελήνης φάνηκε να μειδιούν, σαν να ενέκριναν την πράξη μου. Ύστερα ήρεμη, επέστρεψα στη θέση μου και αποκοιμήθηκα, νιώθοντας ικανοποίηση με τον εαυτό μου.

Καληνύχτα Αθήνα, δεν έχουν πεθάνει ούτε ξενιτευτεί όλες οι κόρες και οι κούροι σου.

Ίσως ήρθε η στιγμή να προστατέψεις όσα κληρονόμησες, αλλά να ρίξεις και τα σχέδια για νέους Παρθενώνες.      

Ο Φίλος μου ο Λίνκολν (Ι)

Την πρώτη φορά που διασταυρώθηκαν οι δρόμοι μας, μείναμε να αναμετριόμαστε με το βλέμμα. Μόλις έβγαλε τη γλώσσα του κι άρχισε να κάνει λες και έτρεξε μαραθώνιο, διάβασα στα μάτια του ότι παρέμενε ένα παιχνιδιάρικο κουτάβι. Η αλήθεια είναι ότι τα σκυλιά δεν ωριμάζουν ποτέ. Το μυαλό τους το έχουν συνέχεια είτε στο παιχνίδι είτε στο φαγητό. Μα είναι κοινό μυστικό ότι τα σκυλιά είναι λαίμαργα, όσο και να τους δώσεις να φάνε, πρώτα θα σκάσουν και μετά θα σταματήσουν το φαγητό, αλλά πλέον είναι αργά. Δεν ξέρω τι κατοχικό σύνδρομο tα κατατρέχει, αλλά δεν σε τιμάει ένας θάνατος από υπερβολικό φαγητό. Όπως δεν τιμάει και ο θάνατος από την πείνα, μόνο που σε αυτή την περίπτωση δεν τιμάει εκείνους που σε άφησαν να λιμοκτονήσεις.

Αναρωτήθηκα αν άξιζε να τον γυμνάσω λίγο, παίζοντας κυνηγητό, ήταν μπουλουκάκος το χρυσό Λαμπραντόρ, και πρέπει να παραδεχτώ ότι για σκυλί ήταν αρκετά χαριτωμένο. Το σκυλί έκανε να πλησιάσει προς το μέρος μου, αλλά η συνοδός του τον συγκράτησε από το λουρί του.

"Όχι Λίνκολν, άσ' τη γατούλα".

Γατούλα να πεις τη μάνα σου, σκέφτηκα ενοχλημένη, ενώ ο Λίνκολν κλαψούρισε.

"Θες να σε γρατσουνίσει, σαν την άλλη τις προάλλες, κόντεψε να σε αφήσει τυφλό".

Κατάλαβα, μια δικιά μας επιτέθηκε στον σκύλο. Το πιο πιθανό να μην ήθελε παρτίδες μαζί του. Συνήθως την πληρώνουν τα φιλειρηνικά σκυλιά, εξαιτίας κάποιων φασαριόζων νταήδων. Το ότι τον έλεγαν Λίνκολν και είμαι μια μαύρη γάτα, με έκανε να τον συμπαθήσω. Αρχικά νιαούρισα ως χαιρετισμό σε εκείνον και ο Λίνκολν ούτε γαύγισε ούτε γρύλισε απειλητικά, απλά συνέχισε να λαχανιάζει.

"Άντε ώρα να πάμε σπίτι" είπε η συνοδός του και τον τράβηξε από το λουρί. Έμεινα να τους κοιτάζω να φεύγουν. Ίσως καλύτερα έτσι. Όμως τι θα έχανα αν τους ακολουθούσα, λογικά δε θα έμεναν μακριά. Σκέφτηκα ότι πιο φρόνιμο θα ήταν να μην κάνω τέτοια αποκοτιά. Όμως τι αξίζει η ελευθερία αν δε ζήσεις μια περιπέτεια!

Ήμουν βέβαιη ότι η γιαγιά Αντιγόνη, που επιμένει πόσο φρόνιμη πρέπει να είμαι, θα με μάλωνε, αλλά όπως και να είχε ο κύβος ερρίφθη. η απόφαση είχε παρθεί. Βέβαια το ότι αποφάσισα να ακολουθήσω τον Λινκολν δε σήμαινε ότι δεν ήμουν προσεχτική. Μπορεί να πήγαινα σε αχαρτογράφητα νερά, και το ότι ο Λίνκολν ήταν φιλικός δεν σημαίνει ότι είναι και όλα τα σκυλιά που πιθανώς θα συναντούσα όσο τους είχα πάρει στο κατόπι.

Το σπιτικό του αφεντικού του δεν ήταν και πολύ μακριά, και τι τυχερός που ήταν, είχε κήπο! Η αφεντικίνα έβγαλε το λουρί από τον Λίνκολν και τον άφησε έξω, ενώ εκείνη μπήκε στο σπίτι, αλλά σχεδόν αμέσως βγήκε, φέρνοντας τροφή και γεμίζοντας το πιατάκι του.

Εντάξει, κάθε περπατημένη γάτα γνωρίζει ότι δεν πλησιάζει σκύλο την ώρα του γεύματός του. Όσο φιλικός κι αν είναι. Γιατί καλός ο νέος φίλος, αλλά σαν το φαγητό δεν έχει. Μη θέλοντας να πιστέψει ότι είχα στόχο την τροφή του, παρέμεινα σε απόσταση ασφαλείας και είπα να απολαύσω το μπάνιο μου. Η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά για την άλλη μισή δεν έχω ακούσει τίποτα, οπότε μάλλον η καθαριότητα είναι η απόλυτη αρχοντιά. Μια ψιψίνα που σέβεται τον εαυτό της φροντίζει η γούνα της να είναι πάντα γυαλιστερή. Με το ένα πόδι να χαιρετάει τον ουρανό και το κεφάλι ανάμεσα στα αχαμνά με ανακάλυψε η αφεντικίνα του.

"Λίνκολν, για δες ποια σε επισκέφτηκε;"

Ο Λίνκολν γαύγισε, έγλειψε ό,τι είχε απομείνει στο πιατάκι του και ήρθε να μας συναντήσει. 

ΑΓΑΠΑ ΤΟΝ ΦΙΛΟ ΣΟΥ ΜΕ ΤΑ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΑ ΤΟΥ (Λίνκολν 2)

"Πεινάς γλυκούλα;" με ρώτησε η αφεντικίνα του Λίνκολν

"Χμ, όχι ιδιαίτερα, αλλά αν θέλετε να με τρατάρετε κάτι για το καλωσόρισμα, πρώτη φορά στο σπίτι σας… κι ανάλογα με τη λιχουδιά πάντα, δεν θα πω όχι".

"Ωχου, με τόση λογοδιάρροια πρέπει να υποφέρεις από την πείνα εσύ, πανέμορφο μαυρόγατο" δεν πρέπει να σκάμπαζε γρι από τη γατίσια γλώσσα.

"Δεν είπα αυτό, αλλά αν δεν μου αρέσει θα το δώσω να το φάει ο χοντρούλης από εδώ" νιαούρισα.

"Δεν είμαι χοντρούλης, απλά χυμώδης" γαύγισε αντιδρώντας ο Λίνκολν.

"Μην γαυγίζεις Λίνκολν, θα τρομάξεις τη φιλοξενούμενή σου"

"Χα, δε με τρόμαξε ποτέ κανένα κουτάβι" αντιτέθηκα νιαουρίζοντας.

"Δεν είμαι κουτάβι".

"Ναι, καλά".

"Τι ;"

"Δεν είσαι κουτάβι".

"Τι να σου φέρω να φας όμως, που δε θα σπεύσει να στο πάρει από το στόμα αυτό το φαγανό αγόρι;" Αναρωτήθηκε η γυναίκα, τρίβοντας τρυφερά τη χρυσαφί γούνα του Λίνκολν.

"Χυμώδη φίλε, εσένα εννοεί;"

"Συκοφαντίες".

Τελικά μου έφερε λίγο γάλα και για να είναι ασφαλές το γεύμα μου, πέρασε το λουρί πάλι στον Λίνκολν και τον κρατούσε μακριά όσο εγώ απολάμβανα το κέρασμα. Κι ο ανόητος, δεν κατάλαβε ότι του το πέρασε για να τον κρατήσει μακριά από το πιάτο μου και χάρηκε, περιμένοντας δεύτερη βόλτα.

"Τελείωνε!" μου γαύγισε "ήρθε η ώρα να παίξουμε".

"Τι κουτάβι!" απάντησα φέρνοντας μια βόλτα τα μάτια μου μέσα στις κόχες τους. Μόλις τελείωσα με το φαγητό, η αφεντικίνα αποφάσισε να λύσει το λουρί και να μπει μέσα να ασχοληθεί με τα ανθρώπινα, ενώ ο Λίνκολν πλησίασε και μύρισε το πιάτο μου, μόνο που δεν υπήρχε ίχνος γάλα. Δε φάνηκε πάντως να απογοητεύεται, το μυαλό του το είχε στο παιχνίδι.

"Θες να τρέξουμε;" γαύγισε ευχαριστημένος με την πρόταση του ο Λίνκολν.

"Γιατί σε βγάλανε Λίνκολν;" τον ρώτησα εγώ που είχα μεγάλη όρεξη για κουβέντα μα καμία για τρέξιμο.

"Μα γιατί είναι το όνομά μου. Εσένα πώς σε λένε;"

"Έλι με λένε εμένα, όμως εσύ ξέρεις ποιος ήταν ο Λίνκολν;"

"Πώς δεν ξέρω, τι ανόητη που είσαι, εγώ είμαι φυσικά!"

Για σκύλος και μάλιστα σπιτίσιος, η μόρφωση που είχε ήταν απαράδεκτη.

"Τι θα κάνουμε, θα τρέξουμε;" γαύγισε ανυπόμονα.

"Σκέφτομαι να κάνουμε κάτι καλύτερο".

"Πες, πες, πες" τρία κοφτά γαυγίσματα με έκαναν να τραβηχτώ.

"Ακροβατικά!"

"Δηλαδή;"

"Εσύ θα τρέχεις κι εγώ θα ισορροπώ στη ράχη σου". Ήταν σωματώδης κι εγώ αρκετά μικρόσωμη, ώστε να μπορώ να αράξω όσο εκείνος έτρεχε, αφού αυτό ήθελε. Μια συμφωνία επικερδής και για τους δυο μας. "Τι λες;" τον ρώτησα.

"Και πώς θα σε βλέπω;"

"Δε χρειάζεται να με βλέπεις, σημασία έχει να νιώθεις ότι είμαι κοντά σου. Θα κάτσεις να ανέβω στην πλάτη σου ή να γυρίσω σπίτι μου;"

"Έχεις κι εσύ σπίτι;" με ρώτησε

"Δε θα έχω, τι με πέρασες, άστεγη;"

"Εντάξει" γαύγισε και κάθισε ώστε να ανέβω στην πλάτη του.

"Μην αρχίσεις και καλπάζεις, δεν είσαι άλογο. Θα πηγαίνεις αρχικά περπατώντας κι έπειτα με ελαφρύ τροχάδην, έχουμε τον ίδιο σκοπό.

"Δηλαδή;"

"Να μείνω όσο το δυνατόν περισσότερο στην πλάτη σου. Δεν είσαι ταύρος σε ροντέο να θες να με πετάξεις από πάνω σου. Είσαι ένα ευγενικό και εκλεπτυσμένο ζωντανό".

"Καλά" γαύγισε και άρχισε να περπατάει. Εγώ καμαρωτή καθόμουν στην πλάτη του και απολάμβανα τη βόλτα μου στον όμορφο κήπο. Μπορεί να είχα ολόκληρη την Αθήνα δική μου, αλλά κι ο Λίνκολν είχε ένα κομμάτι παραδείσου να απολαμβάνει. Ώσπου πρόσεξα ότι στην μπαλκονόπορτα η αφεντικίνα του μας κοίταζε, ενώ κρατούσε ένα επίπεδο πράγμα στα χέρια της.

"Τι είναι αυτό;" νιαούρισα στον Λίνκολν. Γύρισε και κοίταξε προς την τζαμένια πόρτα. "Έχω δει κι άλλους να κρατάνε παρόμοια και να τα κοιτάζουν σαν υπνωτισμένοι".

"Ο καλύτερός της φίλος είναι αυτό'' γαύγισε με απαξίωση ο Λίνκολν. "Του μιλάει συχνά, κάποιες φορές βέβαια το μαλώνει κι αυτό μου δίνει μια κάποια ικανοποίηση. Και κάποιες φορές με τραβάει κι εμένα, αποτυπώνει ό,τι κάνω. Μεταξύ μας πιστεύω ότι είναι κατάσκοπος!"

"Κατάσκοπος;" νιαούρισα απορημένη.

"Α ναι, έχω δει να αντιγράφει τα κόλπα μου ένα μικρό σκυλί που υπάρχει εκεί μέσα".

"Χωράει εκεί ένα μικρό σκυλί;" ρώτησα μπερδεμένη.

"Μια χαψιά το κάνεις, μικρότερο κι από ποντίκι. Αντιγράφει τα κόλπα μου και τα μεταφέρει σε τρίτους για να τα αντιγράφουν κι αυτοί με τη σειρά τους. Δεν τον συμπαθώ καθόλου. Όταν ασχολείται μαζί του, δεν μου δίνει καμία απολύτως σημασία" γαύγισε ενοχλημένος.

"Ώστε έτσι! Νομίζω όμως ότι ήρθε η ώρα να ξεκουραστούμε".

"Δεν κουράστηκα" .

"Κουράστηκα εγώ, ξέρεις τι δύσκολο που είναι να προσπαθείς να ισορροπήσεις πάνω σε μια ράχη αδέξια".

"Δεν είναι αδέξια η ράχη μου".

"Αγάπα τον φίλο σου με τα ελαττώματα του. Λοιπόν λέω να ρίξω έναν υπνάκο"

"Που;" αναρωτήθηκε γαυγίζοντας ο σκύλος.

"Σε αυτή τη χρυσή φλοκάτη" απάντησα, αρχίζοντας να ζυμώνω μαλακά την χρυσαφένια ράχη του.

"Ας είναι, θα κοιμηθώ κι εγώ" γαύγισε και μάζεψε τα πόδια του κάτω από την κοιλιά του. "Δεν σου φαίνεται, αλλά είσαι βαριά" μου επέστρεψε το σχόλιο για τα κιλά του, που είχα κάνει νωρίτερα.

"Είμαι βαρυκόκκαλη γι' αυτό!" νιαούρισα, ενώ χασμουριόμουν.

"Έτσι λένε όλες οι χοντρούλες".

"Ααα, δεν επιτρέπεται αυτή η λέξη, έχει λογοκριθεί. μέχρι κι από τραγούδι αντικαταστάθηκε" παρατήρησα νιαουρίζοντας, αλλά δεν πρόλαβα να ακούσω την απάντηση, αποκοιμήθηκα στη χρυσαφένια πλάτη του νέου πιο πιστού μου φίλου, του Λίνκολν.

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΒΕΓΓΑΛΙΚΑ

Αναδύθηκε ανάμεσα από τα συντρίμμια. Η νύχτα φαινόταν ήσυχη. Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε τα αστέρια. Στη μέση του ουρανού δέσποζε το φεγγάρι. Δεν είχαν ξεκινήσει να πετάνε ακόμη τα βεγγαλικά. Μακάρι να περνούσαν μια νύχτα ήσυχη χωρίς φωτιές στον ουρανό που καρφώνονται απευθείας στην καρδιά και ρημάζουν τον τόπο.

Το μαύρο ψιψίνι σταμάτησε το ρεμβασμό, έπρεπε να ψάξει κάτι να φάει . Ήταν μέρες τώρα που δεν έβρισκε τίποτα να βάλει στο στόμα του. Τα δυο πελώρια μάτια του είχαν μεγαλώσει ακόμα περισσότερο. Η πείνα δεν είναι κάτι που συνηθίζεται. Προχώρησε ανάμεσα στα συντρίμμια που είχε μετατραπεί η πόλη. Δεν καταλάβαινε τι συνέβαινε. Τι είχε προκαλέσει όλο αυτό το κακό. Πριν λίγο καιρό ήταν ένα γατάκι που έπαιζε με τα πιτσιρίκια τα απογεύματα. Εκείνα κλωτσούσαν το τόπι και το ψιψίνι έτρεχε δίπλα του, τα συνόδευε σε κάθε τους παιχνίδι. Άλλες φορές απλά άραζε κι άκουγε τις συζητήσεις τους, τα παιδικά τους όνειρα κι έκανε κι εκείνο τα δικά του γατίσια όνειρα.

Τα παιδιά της γειτονιάς το αγαπούσαν και το κανάκευαν. Δεν έπαιζαν μόνο μαζί του, του έδιναν φαγάκι, φρόντιζαν να έχει πάντα το μπολάκι του καθαρό νερό. Μέχρι και σπιτάκι του είχαν φτιάξει από καδρόνια και πρόγκες , που περίσσεψαν από τις εργασίες των γονιών τους.

Όμως μόλις ξεκίνησε ο ουρανός να παίρνει φωτιά, τα παιχνίδια σταμάτησαν. Τα γέλια σίγασαν. Πλέον άκουγε συχνά φωνές και κλάματα που προκαλούσαν πόνους στην καρδιά του. Φαγάκι δεν περίσσευε να του δώσουν και το μπολάκι του είχε αδειάσει από νερό. Κάποια παιδιά, φίλοι του είχαν εξαφανιστεί από τη γειτονιά. Ενώ κι όσα έβγαιναν στο δρόμο φαίνονταν τόσο κουρασμένα κι αποκαρδιωμένα, χωρίς καμία διάθεση για παιχνίδι. Είχε χαθεί κι αυτή μαζί με την ανεμελιά και την αθωότητα της ηλικίας τους.

Οι φωτιές που εμφανίζονται στον ουρανό δεν έκαναν μόνο συντρίμμια την περιοχή. Έκαναν σμπαράλια τη ζωή. Εξαφάνισαν τη χαρά. Πολλοί θα πουν πολλά. Αρέσει στους χορτάτους να ρίχνουν ευθύνες στους πεινασμένους. Αρέσει στους επιτιθέμενους να ρίχνουν την ευθύνη στους αμυνόμενους. Κι αυτός που επιτίθεται είναι ο ισχυρός και ο ισχυρός έχει πάντα φίλους να τον χειροκροτούν, να τον επικροτούν, να θεωρούν δίκαιη την πιο άδικη πράξη του.

Η γούνα του είχε γίνει από μαύρη σταχτή και μύριζε σαν να είχε απλωθεί όλη η τέφρα του τόπου επάνω του. Επάνω σε ένα μικρό, αθώο κορμί που δεν είχε ευθύνες για όσα συνέβαιναν και όμως είχε κριθεί ένοχο. Πότε; Από ποιον; Γιατί; Δεν ήξερε, όμως δεν είχε σημασία. Ο ισχυρός πάντα βρίσκει ένοχους τους ανίσχυρους. Του χαλάνε τη γενική εικόνα, μπορεί να τους δημιουργεί, αλλά δε θέλει να τους βλέπει. Η δυστυχία είναι τόσο μίζερη, δε χρειάζεται να τη μοιραζόμαστε, ας τη βιώνουν μόνο οι κάτοχοί της μακριά από εμάς τους ευτυχισμένους, τους επιτυχημένους, τους άξιους που με τους κόπους μας τόσα και τόσα καταφέραμε. Ποιος ξέρει, μπορεί να είναι κολλητική η δυστυχία, δυστυχήστε άνθρωποι και γάτες, αλλά μακριά από τους ευτυχισμένους. Δεν χρειάζεται να τους κηλιδώνετε την χαρά. Μη γίνεστε άξεστοι.

Γυρνούσε στη γειτονιά, ψάχνοντας για φαγητό. Κάποιες φορές συναντούσε τους φίλους του, όμως του φαίνονταν ίδιοι και διαφορετικοί. Σαν φαντάσματα του πρότερου εαυτού τους. Κάποιοι ήταν μισεροί. Ποιος το αποφασίζει αυτό; Ποιος αποφασίζει ένα παιδί, ένας άνθρωπος να παύει να είναι πια άρτιος και να χρειάζεται άλλους να προστρέχουν στο πλάι του να τον βοηθούν στις πιο βασικές του ανάγκες; Ποιος αποφασίζει ένα παιδί να είναι στον πόλεμο; Γιατί οι μάχες δεν δίνονται στα πεδία αλλά στις πόλεις με τους άμαχους; (Γιατί να γίνονται πόλεμοι);

Το αραβικό ψιψίνι πεινούσε, όμως πέρα από την πείνα πονούσε κιόλας. Μια φωτιά άστραψε στον ουρανό, σήκωσε το κεφάλι, κι απόψε δε θα ησυχάσουμε, συμπέρανε. Οι άνθρωποι γύρω του έτρεχαν πανικόβλητοι. Στράφηκε και εκείνο να επιστρέψει στη μεριά του, ένα εγκαταλελειμμένο μισογκρεμισμένο σπίτι. Ξάπλωσε στο άνοιγμα και κοίταζε τις φωτιές στον ουρανό κι ονειρευόταν την ειρήνη, ενώ το κορμάκι του γινόταν όλο και πιο κρύο.

Συγγνώμη αν σας στενοχώρησα, όμως ο κόσμος αυτός είναι γεμάτος λυπητερές ιστορίες. Για γάτες και για ανθρώπους. Πρέπει να τις έχουμε κι αυτές στο νου μας, αν θέλουμε να λεγόμαστε γάτες.

Έλι    

Η ΓΙΑΓΙΑ ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ

"Γιαγιά, πως πήρες το όνομά σου;" θυμάμαι να τη ρωτάω, μικρό γατάκι ακόμα την ώρα που ανάσκελα τέντωνα τα πόδια μου στον αέρα να φτάσω την οροφή της κουφάλας. Την είδα να χαμογελάει.

"Είναι μεγάλη ιστορία" απάντησε.

Έμεινα για λίγο ακίνητη με τα πόδια στον αέρα, ύστερα γύρισα στο πλευρό, κι έπειτα στάθηκα πριν κάτσω στα πίσω πόδια.

"Ξέρεις ότι μου αρέσουν οι ιστορίες και οι μεγάλες ακόμα περισσότερο".

"Αχ Ελίτσα μου!" χαμογέλασε εκείνη. «Όπως γνωρίζεις είμαι γέννημα θρέμμα Αθηναία».

"Γιαγιά, εγώ τι γέννημα θρέμμα είμαι;" απόρησα μιας και πρώτη φορά άκουγα αυτή τη φράση.

"Εσύ Ελίτσα μου είσαι γέννημα σαλονιού, θρέμμα όμως αλωνιού"

"Εντάξει γιαγιά" συμφώνησα και την κοίταξα όλο προσμονή για να μου πει την ιστορία της. Το όνομα είναι μεγάλη ιστορία σε ακολουθεί όσο ζεις, αλλά και μετά όποιος σε νοσταλγεί και σε μνημονεύει με ένα όνομά θα χρειαστεί να το κάνει.

"Όταν γεννήθηκα λοιπόν δεν είχε βρεθεί κανείς να μου δώσει ένα όνομα, ούτε και στα αδέρφια μου. Έμενα μαζί τους και με τη μαμά μας. Μεγαλώνοντας λίγο, και αφού δε χρειαζόταν να είναι η μαμά μας συνέχεια πάνω από το κεφάλι μας να μας προσέχει, τα αδέρφια μου κι εγώ ξεκινήσαμε τα παιχνίδια και τις βόλτες στην περιοχή. Όπως και σε εσένα μας άρεσε να ανεβαίνουμε στον ιερό βράχο, να νιώθουν οι γατίσιες πατούσες μας το χώμα, μετά έριξαν το τσιμέντο".

"Μα ποιος έριξε τσιμέντο γιαγιά;"

"Κάποιος ανόητος Έλι μου που δε σέβεται τίποτα, που βρισκόμουν όμως πριν με διακόψεις;"

"Στον ιερό βράχο" της θύμισα.

"Εκτός όμως από την Ακρόπολη μας άρεσε να παίζουμε πολύ και στο ωδείο. Μικρά όπως ήμασταν δεν ξέραμε ότι στο ωδείο δίνονταν παραστάσεις και συναυλίες, το αντιλαμβανόμασταν απλά σαν έναν τεράστιο χώρο που προσφερόταν για γατοκυνηγητό και γατοκρυφτό. Ήταν ένα καλοκαιρινό βραδάκι και είπαμε να πάμε να παίξουμε στην αυλή μας, όπως συνηθίζαμε να λέμε το ωδείο. Ξεκινήσαμε όλα μας τρέχοντας με σκοπό να φτάσουμε πρώτα, για να είμαστε ο νικητής. Κάπως έτσι βρέθηκα πρώτη στη σκηνή, όταν άναψε ένα φως και εγώ πάγωσα, ύστερα κοίταξα γύρω μου και είδα ότι η αυλή μας ήταν γεμάτοι με ανθρώπους που κάθονταν στα μαρμάρινα πεζούλια. Ένα παιδάκι με έδειξε και είπε "Ωχ ένα γατάκι!". Δεν μπορώ να μην παραδεχτώ ότι ξαφνιάστηκα από τον τόσο κόσμο, όμως πριν προλάβω να αντιδράσω γέμισε και η σκηνή από ανθρώπους και εγώ παγιδεύτηκα σε αυτή. Ζαλισμένη και ανήσυχη πήγαινα αριστερά δεξιά, με φόβο μη με πατήσουν, πολλοί ήταν εκείνοι που με έσπρωξαν στο πλάι με το πόδι τους. Έτσι, θέλοντας και μη βρέθηκα να παίρνω μέρος στο έργο, και μπορώ να παραδεχτώ ότι ίσως είχα κλέψει την παράσταση, αν και κυρίως αυτό που προσπαθούσα να κάνω ήταν να αποφεύγω τα ανθρώπινα πόδια. Τη στιγμή που κοιτάζοντας πίσω μου πήγα να κάνω την αλησμόνητη είσοδο, εμφανίστηκε μια κοπέλα που τη συνόδευε ένας άντρας κι εγώ βρέθηκα στα πόδια της. Χωρίς να διστάσει έσκυψε και με πήρε στα χέρια της, την ώρα που απαντούσε σε έναν εξαγριωμένο άντρα. Θυμάμαι ακόμα ορισμένα από τα λόγια της:

̇και μήτε πίστευα τόση δύναμη πώς να 'χουν τα δικά σου κηρύγματα, ώστ' ενώ είσαι θνητός να μπορείς των θεών τους νόμους τους άγραφτους κι ασάλευτους να βιάζεις∙ γιατί όχι σήμερα και χθες, μα αιώνια ζουν αυτοί, και κανείς δεν το γνωρίζει από πότε φανήκανε∙

(…)

Όμως ο Άδης ίσους για όλους ποθεί τους νόμους που έχει.

(…)

Εγώ δεν είμαι για να μοιράζομαι έχθρες, αλλ' αγάπη.[1]

Είχαν οργή τα λεγόμενά της και τα μάτια της πέταγαν φλόγες, όμως την ίδια ώρα Ελίτσα μου το χάδι της ήταν τρυφερό και καθησυχαστικό, ενώ κάθε που με κοίταζε, το βλέμμα της γλύκαινε. Παρέμεινα όσο το δυνατόν πιο ήσυχη, γυρίζοντας το κεφάλι μου μια στο κορίτσι που με κρατούσε και μια στον άντρα που τη μάλωνε, μάλιστα κάποια στιγμή τόλμησα και του νιαούρισα εκνευρισμένη, πράγμα που έκανε τους καθήμενους να γελάσουν, όμως εκείνη έτριψε το πρόσωπό της στη γούνα μου και σώπασα. Άλλωστε ήθελα να καταλάβω γιατί την κατηγορούσαν;

"Μα γιατί την κατηγορούσαν;" ρώτησα και τα μάτια μου έμειναν ορθάνοιχτα από προσμονή.

"Είναι μεγάλη ιστορία".

"Πάλι τα ίδια θα λέμε γιαγιά; Μ' αρέσουν... "

"...οι μεγάλες ιστορίες, το ξέρω. Όταν ο πατέρας της ο Οιδίποδας έχασε το φως του..."

"Πώς το έχασε;"

"Αυτό Ελίτσα μου δεν είναι απλώς μεγάλη ιστορία, είναι άλλη ιστορία. Όταν λοιπόν ο Οιδίποδας παραιτήθηκε από τον θρόνο του, οι φυσικοί διάδοχοί του ήταν οι δυο γιοι του, ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης. Τα δύο αδέλφια συμφώνησαν να κυβερνούν το βασίλειο της Θήβας εναλλάξ τον ένα χρόνο ο ένας, τον επόμενο ο άλλος. Μόνο που ο Ετεοκλής λήγοντας ο πρώτος χρόνος βασιλείας του, αρνήθηκε να παραδώσει τον θρόνο στον αδερφό του για τον επόμενο. Αποτέλεσμα ο Πολυνείκης προσβεβλημένος να φύγει από την πατρίδα του και να κηρύξει πόλεμο στον αδελφό του και κατ' επέκταση στη Θήβα. Τα δυο αδέλφια θα αλληλοσκοτωθούν και ο θείος τους θα ανέβει στον θρόνο μετά τον θάνατό τους, αυτός θα διατάξει να μείνει ο Πολυνείκης άθαφτος ως εχθρός της Θήβας. Αυτό Ελί μου να ξέρεις είναι μεγάλη προσβολή και ύβρης για τον νεκρό. Από τις μεγαλύτερες. Ο Πολυνείκης δεν μπορεί πλέον να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Όμως θα το κάνει για εκείνον η αδελφή του η Αντιγόνη, θα υπερασπιστεί και θα παρακούσει τη διαταγή του νέου βασιλιά και θα έρθει σε σύγκρουση με την εξουσία.

Να θυμάσαι γατούλα μου, οι νεκροί δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, αλλά συχνά υπάρχουν άνθρωποι που τους αγάπησαν, φέρνουν την αλήθεια στο φως και έπειτα θα ακολουθήσουν κι άλλοι που βλέπουν την αδικία και αντιδρούν, και τότε γίνονται ποτάμια και πνίγουν την αδικία".


[1] Μετάφραση Ι. Γρυπάρη (Αντιγόνη Σοφοκλή)

Μάρτυρας πλημμύρας

Το πρώτο μου καλοκαίρι στην Αθήνα. Στην πραγματικότητα είναι το πρώτο μου καλοκαίρι ούτως ή άλλως, αφού γεννήθηκα την τελευταία μέρα του περασμένου φθινοπώρου. Δεν ξέρω αν σας είπα ότι είμαι Σαββατογεννημένη. Όχι ότι αυτό παίζει κάποιο σημαντικό ρόλο. Όπως ακούγονται πολλά για τις μαύρες γάτες έτσι ακούγονται και για τους Σαββατογεννημένους.

Αυτό που έχω εισπράξει μέχρι στιγμής από τη σχέση μου με το καλοκαίρι είναι ότι έχει πολλή ζέστη. Γι' αυτό και προσφέρεται για χουζούρι. Ειδικά η μέρα. Ακόμα και η γιαγιά Αντιγόνη, αφού πρώτα κάνει την καθιερωμένη βόλτα της στην ψαραγορά επιστρέφει στην κουφάλα της ελιάς μας για να πάρει τουλάχιστον έναν δεκάωρο υπνάκο. Δροσερή και σκιερή, που θα βρει κάποιος καλύτερο καταφύγιο από τη ζέστη. Το βραδάκι που πέφτει η δροσιά μπορείς να βγεις και να περπατήσεις στην όμορφη πόλη.

Δεν μπορώ να τη συγκρίνω με καμία άλλη, αφού δεν έχω φύγει από την Αθήνα, παρά μόνο ταξιδεύοντας με τη φαντασία μου, μέσω των ιστοριών που μου διηγείται η γιαγιά Αντιγόνη. Τέλος πάντων, δεν έχει σημασία. Η μοίρα μου, η μάλλον η καλή μου τύχη, με έριξε εδώ και είμαι ικανοποιημένη.

Ένα απόγευμα που κατέβαινα από την Ακρόπολη προς το Θησείο, για να επισκεφτώ τις ταβέρνες και να φάω λίγο κρεατάκι, κοιτάζοντας δεξιά αριστερά είδα τη φωτογραφία μιας μαύρης γάτας με τεράστια κίτρινα μάτια. Νιώθω μεγάλη συγγένεια με κάθε μαύρη γάτα, άλλωστε με το ένδοξο παρελθόν μας νιώθω σεβασμό και ελπίζω ότι θα μου δοθεί η ευκαιρία να κάνω κι εγώ κάποια στιγμή στη ζωή μου κάτι σπουδαίο. Και αυτή η αδύνατη γάτα, με τα πεταχτά αυτιά και τα κίτρινα μάτια μου έδινε την εντύπωση ότι για κάποιο λόγο ήταν σημαντική. Και μιας και λατρεύω να ακούω ιστορίες πολύ ήθελα να ακούσω και τη δική της. Αγαπώ τις ιστορίες που η γιαγιά μου η Αντιγόνη μου λέει, αλλά δε θα με πείραζε καθόλου να συναντήσω κάποιον να μου πει απευθείας τη δική του ιστορία. Θα μου άρεσε πολύ να συναντήσω για παράδειγμα τον Γεράρδο και να μου αφηγηθεί κάποιες από τις περιπέτειές του με το πλήρωμα των γυναικών, που είχαν άδικα κατηγορηθεί για μάγισσες. Και ας μην ξεχνάμε πως και ο ίδιος είχε συμβάλει στη διάσωσή τους από τους πειρατές. Όταν άκουγα τη γιαγιά να μου αφηγείται την ιστορία του Γεράρδου, είχα αναρωτηθεί αρκετές φορές μήπως τελικά οι γυναίκες εκείνες ήταν όντως μάγισσες, με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο όμως από αυτόν που τις κατηγορούσαν. Οι γυναίκες εκείνες ήταν πολύ έξυπνες και θαρραλέες, μήπως αυτό τις έκανε επικίνδυνες; Μήπως η εξυπνάδα είναι μια μορφή μαγείας σε έναν κόσμο ανόητων; Και για την καλοσύνη δε θα μπορούσε να ισχύει το ίδιο, όταν υπάρχει τόση κακία και αδιαφορία; Όσο για τις γνώσεις τους.

Όμως δεν είμαι τόσο ανόητη, καταλαβαίνω ότι δεν πρόκειται να συναντήσω ποτέ τον Γεράρδο, δε μας χωρίζει απλά χιλιομετρική απόσταση, αλλά κυρίως χρονική. Εκείνος τώρα θα κάθεται στον θρόνο του στον παράδεισο και θα τρώει σαρδελίτσες. Μπορεί και να μη χρειάζεται να τρώει. Θα ήταν άδικο για τις σαρδελίτσες να τις τρώνε σε κάθε ζωή.

Ας επιστρέψω όμως στο θέμα μου, βλέποντας εκείνη τη γάτα με τα κίτρινα μάτια, μου γεννήθηκε η διάθεση να τη συναντήσω και να ακούσω ό,τι είχε να μου διηγηθεί. Στην αρχή δίστασα μα τελικά μπερδεύτηκα ανάμεσα σε ανθρώπινα πόδια και εισέβαλα σε μια αυλή. Είχε δροσιά εκεί και ήταν στρωμένη με βοτσαλάκια. Απλωμένες υπήρχαν υφασμάτινες καρέκλες αλλά και τραπεζάκια. Ήδη κάποιοι κάθονταν και απολάμβαναν τα δροσερά ποτά τους. Από όσους με πρόσεξαν άλλοι δε μου έδωσαν σημασία, συνεχίζοντας τις κουβέντες τους, ενώ κάποιοι άρχισαν τα ψιτ ψιτ. Προφανώς με είχαν μπερδέψει με τη γάτα της φωτογραφίας. Όμως εγώ είχα μια αποστολή, να τη βρω και να μου πει την ιστορία της. Δεν είχα σκοπό να δώσω σημασία στους σαχλούς ανθρώπους. Πήγαινα δεξιά, πήγαινα αριστερά, αλλά πουθενά η άλλη γάτα.

«Πολύ έξυπνο Θανάση» άκουσα έναν κύριο να σχολιάζει .

«Ποιο πράγμα;» ρώτησε εκείνος.

«Μα που έφερες τη μασκότ του Flow να δει την ταινία!»

«Ωχ» είπε ο άντρας μόλις με πρόσεξε «τι κάνει τούτο εδώ;»

«Θα ήρθε να δει την ταινία».

«Άραγε θα ζητήσει και αυτόγραφο από τον πρωταγωνιστή;» σχολίασε μια κυρία και γέλασαν.

Δεν είναι να τους παίρνεις στα σοβαρά τους ανθρώπους όταν μιλάνε μεταξύ τους, σκέφτηκα και συνέχισα την αναζήτηση.

Ο κύριος που άκουγε στο όνομα Θανάσης έφερε ένα μπολάκι με νερό και το άφησε δίπλα σε ένα πεζούλι, καθώς και λίγους μεζέδες από κρέας. Είπα κι εγώ να αφήσω την αναζήτηση και να πάω προς τέρψη του στομαχιού μου. Έπινα νερό μόλις ένας ήχος μου τράβηξε την προσοχή, σήκωσα το κεφάλι και τότε είδα τον γάτο της φωτογραφίας μέσα σε μια οθόνη που όλοι είχαν στραμμένη την προσοχή τους σε αυτή. Άφησα κι εγώ το νερό κι ανέβηκα στο πεζούλι, ο μαύρος γάτος αναπαριστούσε την περιπέτειά του μπροστά στα μάτια μου. Ω, ήταν πολύ καλύτερο από το να μου τη διηγηθεί. Είδα το μέρος που η στάθμη του νερού άρχισε να ανεβαίνει κρύβοντας τη στεριά. Είδα τις επιθέσεις, κρατώντας την ανάσα μου, κάποιων άγριων πουλιών που έμοιαζαν με πελεκάνους ενάντια στον γάτο, και πώς ένα άλλο τον υπερασπίστηκε. Είδα τη φιλία και τη συνεργασία να αναπτύσσεται ανάμεσα σε διαφορετικά ήδη, τη φροντίδα για την εξασφάλιση της τροφής της παρέας. Ο γάτος, το εξωτικό πουλί, ένα σκυλί που το μυαλό του είχε στα παιχνίδια και έχασαν ένα τόπι στο νερό, έναν λεμούριο που είχε κληρονομήσει τις άσχημες συνήθειες των ανθρώπων, μαζεύοντας άχρηστα πράγματα κι ενός τρωκτικού, που έμοιαζε κάπως με κάστορα, αλλά μάλλον δεν ήταν. Από τους ανθρώπους το μόνο που είδα ήταν οι συνέπειες της συμπεριφοράς και της ανευθυνότητάς τους. Ήταν πολύ ωραία και συγκινητική ταινία. Ειδικά η σχέση του γάτου με τον σκύλο. Μου θύμισε εμένα και τον Λίνκολν. Θα έπρεπε να πάω να συναντήσω τον φίλο μου τις επόμενες ημέρες, κράτησα σημείωση στο μυαλό μου.

Η οθόνη μαύρισε και οι άνθρωποι σηκώθηκαν από τις θέσεις τους. Μάλλον ο γάτος μαζί με τα άλλα ζώα, έπειτα από τόση κούραση δε θα είχαν διάθεση να τους εκφράσουν τον θαυμασμό τους. Αποφάσισα να φύγω κι εγώ, να γυρίσω λίγο την πόλη, να δεχτώ το φαΐ της ταβέρνας που με φιλοδωρούν οι σερβιτόροι και πιο νωρίς το πρωί να επιστρέψω στην κουφάλα.

Ήμουν πολύ ενθουσιασμένη που θα είχα να διηγηθώ εγώ μια ιστορία στη γιαγιά μου για μια μαύρη γάτα αυτή τη φορά. Δε θα άφηνα την παραμικρή λεπτομέρεια απέξω, και ύστερα θα την έλεγα και στον Λίνκολν. Άραγε αν την επόμενη φορά τον έπαιρνα μαζί μου θα καθόταν ήσυχος ή θα γαύγιζε όλη την ώρα όταν θα έβλεπε τα σκυλιά και τη γάτα; Άσε καλύτερα να ακούσει τη διήγηση χωρίς εικόνα. Μπαίνοντας στην κουφάλα μου, τεντώθηκα και ξάπλωσα, θα έλεγα αργότερα την ιστορία στη γιαγιά Αντιγόνη, αφού δεν είχε επιστρέψει από τη βόλτα της. Χασμουρήθηκα και έκλεισα τα μάτια μου. Και σας ορκίζομαι ότι είδα στον ύπνο μου ότι σε μια αντίστοιχη πλημμύρα στο καράβι ήμουν εγώ με τον Λίνκολν, κι ήμουν εγώ αυτή τη φορά που βούταγα στο νερό και μας έφερνα ψάρια. 

Κάποιοι πάνε Διακοπές

Το ευέλικτο αιλουροειδές κορμί μου πέρασε ανάμεσα από μια συστάδα θάμνων που χρησίμευε ως ένας φυσικός φράχτης, ο οποίος χώριζε τον κήπο του Λίνκολν από τον δρόμο. Ο φίλος μου στεκόταν κοντά στην πόρτα, και γαύγιζε σε όποιον τύχαινε να περνάει απ' έξω. Πήγα στην αυλή αποφασίζοντας να του επιτρέψω να συνεχίσει το χόμπι του κι άρχισα να πλένομαι. Είχα αρχίσει να πεινάω, αλλά στάθηκα τυχερή αφού με πρόσεξε από τη τζαμαρία η αφεντικίνα του και βγήκε να με κεράσει κρύο γάλα. Αφού της έγλειψα το χέρι, απόλαυσα το ρόφημα στο μπολ, ήταν ό,τι έπρεπε με τη ζέστη που είχε. Όταν ο Λίνκολν άκουσε την πόρτα να ανοίγει πίσω του, γύρισε και κοίταξε, αφήνοντας στην ησυχία τους σκύλους και διαβάτες, πλησίασε το μπαλκόνι.

«Καιρό έχεις να φανείς!» σχολίασε.

«Είχα δουλειές.»

«Δηλαδή;»

«Τη μέρα κοιμόμουν, και το απόγευμα έβγαινα βόλτες και για φαγητό. Α, και ένα απόγευμα πήγα σινεμά». Μου είχε εξηγήσει η γιαγιά μου όταν της είπα την ιστορία του Flow και της εξέφρασα την επιθυμία μου να πάω ξανά εκεί και να συναντήσω τον μαύρο γάτο, ότι όσες φορές και να πήγαινα δε θα κατάφερνα να τον συναντήσω και να πιάσω μαζί του κουβέντα.

«Σινεμά! Δεν έχω πάει ποτέ σινεμά» γρύλισε εκείνος λυπημένος. «Πώς είναι;»

«Είναι μια μεγάλη οθόνη που εκεί μέσα υπάρχουν ιστορίες».

«Μεγάλη οθόνη που εκεί μέσα υπάρχουν ιστορίες!» επανέλαβε ο Λίνκολν. «Κάτι μου θυμίζει αυτό. Νομίζω ότι έχω μια ιδέα. Δεν ξέρω βέβαια σε πόσο μεγάλη οθόνη αναφέρεσαι. Τέλος πάντων» με διέκοψε πριν προλάβω να του απαντήσω. «Χάρηκα που ήρθες, πριν φύγω».

«Πού θα πας;»

«Θα πάμε διακοπές».

«Τι είναι οι διακοπές;» ρώτησα αδιάφορη, ξεκινώντας να γλείφω το μπούτι μου.

«Διακοπές είναι όταν διακόπτεις τη ρουτίνα σου, συνήθως περιλαμβάνει και ταξίδι».

«Και ποια είναι η δική σου ρουτίνα;» τον ρώτησα.

«Να γαυγίζω σε όποιον πλησιάζει τον κήπο μας».

«Θα σταματήσεις να γαυγίζεις δηλαδή;»

«Όχι βέβαια, αλλά δε θα γαυγίζω στον κήπο μας, αλλά σε άλλη πόλη. Θα μπούμε στο αυτοκίνητο και θα πάμε στα Γιάννενα».

«Είναι τα Γιάννενα πιο ωραία από την Αθήνα;» ρώτησα δύσπιστα.

«Είναι... διαφορετικά, αρχικά είναι πιο δροσερά, έχει λίμνη...»

«Με ψάρια;»

«Δεν είμαι βέβαιος, αλλά πιθανόν να έχει και ψάρια. Έχει ένα κάστρο. Έχει πάρκα».

«Δε με νοιάζουν τα κάστρα και τα πάρκα, τέτοια έχουμε κι εδώ. Μίλησε μου για τη λίμνη».

«Εντάξει, η λίμνη έχει νερό».

«Πες μου κάτι που δεν ξέρω».

«Και βαρκούλες που σε πηγαίνουν στο νησάκι του Αλή Πασά».

«Ποιος είναι αυτός;»

«Δεν ξέρω, δεν τον έχω δει, κάθε φορά που πάμε αυτός δεν είναι εκεί. Φαντάζομαι θα είναι κάποιος μαύρος μεγαλοπρεπής σκύλος. Λες να του αρέσουν τα παιχνίδια;»

«Αν είναι σκύλος σίγουρα».

«Μακάρι να τον συναντήσω να παίξουμε».

«Το πιο πιθανό αν τον συναντήσεις να ξεκινήσεις να του γαυγίζεις και να μπλέξετε σε σκυλοκαυγά».

«Μα όχι, αυτός θα είναι διαφορετικός από τους υπόλοιπους σκύλους».

«Ναι, δεν έχει σημασία. Οπότε;»

«Οπότε;»

«Πρέπει να αποχαιρετιστούμε;»

«Ναι, αλλά μη στενοχωριέσαι, θα επιστρέψω στη ρουτίνα μου και θα συναντηθούμε ξανά».

«Ανήκω στη ρουτίνα σου;»

«Μα φυσικά!»

«Καλό μου ακούγεται. Καλό σου ταξίδι λοιπόν Λίνκολν και καλά παιχνίδια με τον Αλή Πασά, περιμένω να μου πεις τα πάντα όταν θα επιστρέψεις για το πώς πέρασες!»

«Εσύ τι θα κάνεις;»

«Θα ρωτήσω τη γιαγιά να μου πει αν έχει ακουστά τον Αλή Πασά, και φυσικά να μου διηγηθεί μια από τις μαυρογατοϊστορίες της».

«Θα μου την πεις όταν γυρίσω;»

«Μα φυσικά».  

Τι είναι οι διακοπές!

Συμπεράσματα της Έλις για τις διακοπές

Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι και το πιο κατάλληλο γατί να μιλήσω για διακοπές. Δεν έχω απομακρυνθεί κι από την Αθήνα, στη σύντομη ζωή μου. Αν και κάτι μου λέει ότι θα ταξιδέψω παντού στην Ελλάδα κάποια μέρα και θα έχω την ευκαιρία να καλημερίσω κι άλλες πόλεις. Ήδη φαντάζομαι να λέω «Καλημέρα Ιωάννινα», «Καλημέρα Θεσσαλονίκη» ή «Καλημέρα Λευκάδα», «Καλημέρα Ρόδο» κ.ο.κ.

Η γιαγιά Αντιγόνη που είναι σοφή και που όπου συναντήσει άνθρωπο να διαβάζει, κάθεται και παρατηρεί το εξώφυλλο του βιβλίου που κρατάει, μου ανέφερε Το μόνο της ζωής μου ταξίδιον κάποιου Βιζυηνού. Ένα ταξίδι που έκανε με τη φαντασία του ο άτυχος συγγραφέας. Για την ώρα λοιπόν τέτοια ταξίδια κάνω κι εγώ. Άλλες φορές μέσω των ιστοριών που μου λέει η γιαγιά κι άλλες με τη δική μου φαντασία, έχοντας μια εικόνα για το πώς μπορεί να είναι τα Ιωάννινα, από τις περιγραφές του Λίνκολν. Όμως έχω πληροφορίες και από κάποιες άλλες γάτες, που ναι μεν ζουν σε σπίτι, αλλά κάνουν και τις βόλτες τους ελεύθερα στον δρόμο.

Οι διακοπές λοιπόν είναι, όπως είπε και ο Λίνκολν όταν κάτι διακόπτει τη ρουτίνα σου και συνήθως είναι ευχάριστο. Οι άνθρωποι πρέπει να το αποζητάνε. Είναι σαν ένα ευχάριστο διάλειμμα. Συχνά οι διακοπές περιλαμβάνουν κι ένα ταξίδι, αλλά επειδή απ' ότι φαίνεται τα ταξίδια πρέπει να κοστίζουν, δυστυχώς δεν είναι σε θέση να πηγαίνουν όλοι να αλλάζουν παραστάσεις. Σημασία έχει η καλή διάθεση, μπορείς να είσαι στην ίδια πόλη και να κάνεις εξορμήσεις . Να ανακαλύπτεις μέρη που δε γνώριζες. Φυσικές ομορφιές. Θεωρώ ότι η Αθήνα έχει πολλές ομορφιές που η καθημερινότητα τις κρατάει κρυμμένες. Αν έχεις λοιπόν το χρόνο επειδή κάνεις παύση από τις υποχρεώσεις σου, αναζήτησέ τες .

Τόσοι και τόσοι τουρίστες έρχονται στην Αθήνα για διακοπές, εμείς που ζούμε σε αυτήν γιατί να την περιφρονούμε. Αλλά όχι μόνο την Αθήνα και άλλες πόλεις. Η Θεσσαλονίκη πρέπει να είναι μια μαγική πόλη από τις περιγραφές.

Αυτό που έχω να ευχηθώ σε όλους εκεί έξω, είτε κάνουν διακοπές στον τόπο διαμονής τους είτε στον τόπο καταγωγής τους είτε σε άλλο μέρος, βουνό, θάλασσα, πεδιάδα, εσωτερικό ή εξωτερικό είναι να περάσουν όμορφα και να ξεκουραστούν. Να βρουν τον χρόνο να κάνουν τα πράγματα που γεμίζουν τις μπαταρίες τους και να τον μοιραστούν με αγαπημένα τους πρόσωπα. Και κυρίως να ξεκουραστούν για να έχουν μια γεμάτη και δημιουργική χρονιά.

Καλές διακοπές λοιπόν σε όλους και όπως είπε μια καινούργια φίλη μου. Εμείς είμαστε αυτοί που θα τα φτιάξουμε όλα ή θα τα χαλάσουμε όλα.

Υ.Γ.: Για έκθεση δημοτικού καλό ήταν αυτό το κείμενο, μόλις 8 μηνών είμαι. Τι περιμένετε!

ΣΤΟΛΙΣΜΕΝΗ ΑΘΗΝΑ

Όλος αυτός ο στολισμός της πόλης, με τα λαμπάκια να αναβοσβήνουν μέρα νύχτα, μου φέρνουν αναμνήσεις από τις πρώτες ημέρες της ζωής μου. Όταν ένα μοναδικό μαύρο γατάκι, ανάμεσα σε πέντε λευκά που βρίσκονταν μέσα σε μια βαμβακερή αγκαλιά, σαν μυγούλα μέσα στο αφράτο χιόνι, ρουφούσα γάλα και ζωή από το στήθος της μητέρας μου. Κι εκείνη ταλαιπωρημένη, αλλά τρυφερή άπλωνε τα πόδια της για να μας κρατήσει στην αγκαλιά της και να μας προστατέψει και τα έξι.

Τα αδέλφια μου κι εγώ γεννηθήκαμε το τελευταίο Σάββατο του Νοεμβρίου, θωρώ ότι σας το έχω αναφέρει ξανά. Το σπίτι που γεννηθήκαμε ήταν ζεστό και φιλόξενο, αν και για εμένα δε θα κράταγε αυτή η φιλοξενία για μεγάλο διάστημα. Σε μια άκρη του καθιστικού αναβόσβηναν φωτάκια, κι ένα ψηλό πράσινο δέντρο γεμάτο στολίδια διακοσμούσε τον χώρο. Με την όρασή μου θολή ακόμη προσπαθούσα να εστιάσω στα λευκά φωτάκια που αναβόσβηναν. Ενώ ένα ένα τα αδέλφια μου αποχωρίζονταν τη μητρική αγκαλιά, βρίσκοντας σπίτια να τα υιοθετήσουν, ενώ εγώ παρέμενα στη ζεστασιά της μητρικής γούνας. Εκείνη με τάιζε, με χάιδευε, με έγλειφε, με έπλενε, μου μάθαινε να στέκομαι στα πόδια μου.

Όταν κάποια στιγμή κι εντελώς απροειδοποίητα βρέθηκα στο δρόμο, αναζητώντας την και νιαουρίζοντας όλο παράπονο. Τελικά αντί για τη μαμά μου, ήρθε η γιαγιά Αντιγόνη, με υιοθέτησε και με μεγάλωσε. Τα φωτάκια και ο στολισμός ξυπνάνε μέσα μου ανάμεικτα συναισθήματα. Από τη μία η εγκατάλειψη από την άλλη η αγάπη, η θαλπωρή και μια γούνινη, γατίσια αγκαλιά. Από τη μία η ζέστη και η ασφάλεια και από την άλλη το κρύο και ένα αίσθημα που είσαι πολύ μικρός για να του δώσεις όνομα.

Για να καταφέρω να διώξω τις αναμνήσεις, τις γεμάτες αισθηματικό φορτίο αποφάσισα να επισκεφτώ τον Λίνκολν, είχα αρκετό καιρό να τον συναντήσω. Ως συνήθως τον βρήκα στη θέση του πίσω από τον φράχτη να γαυγίζει. Κούνησα το κεφάλι μου και πήγα στην βεράντα, με την ελπίδα να με δει η αφεντικίνα του. Είναι πολύ φιλόξενη, και να τη που βγαίνει από τη τζαμένια πόρτα του μπαλκονιού και μου φέρνει μια πιατέλα με γάλα, ελπίζω να το έχει ζεστάνει λίγο.

«Τι κάνεις μαυρούλα;» με ρωτάει.

«Έλι», τη διορθώνω νιαουρίζοντας, αν και αμφιβάλλω ότι με κατάλαβε. Τελικά το χλιαρό γάλα τράβηξε το ενδιαφέρον μου.

«Καιρό έχω να σε δω. Λίνκολν, για δες ποιος ήρθε να μας επισκεφτεί», φώναξε. Ο Λίνκολν στράφηκε και μας κοίταξε, αλλά πριν έρθει σε εμάς, μας γύρισε πάλι τη θέα του ποπού του και γαύγισε δυο τρεις φορές, πριν πλησιάσει . Η αφεντικίνα του, αφού μας χάιδεψε λίγο, επέστρεψε στο εσωτερικό του σπιτιού.

«Τι λες να παίξουμε;» με ρώτησε κι έτρεξε πίσω στο θάμνο, κουβαλώντας ένα χριστουγεννιάτικο στρογγυλό στολίδι.

«Τα παιχνίδια είναι για τα παιδιά».

«Κάνεις μεγάλο λάθος, τα παιχνίδια είναι για όλους», αδιαφορώντας ξάπλωσα και τον κοίταξα.

«Πφφ», απάντησε και παρατώντας το στολίδι ήρθε και κάθισε στο πλάι μου. «Τι θες να κάνουμε;» με ρώτησε.

«Ας κάτσουμε απλά να χαζέψουμε τους διαβάτες, φορτωμένους με τα ψώνια τους», απάντησα.

«Χωρίς να τους γαυγίζουμε;» με ρώτησε απογοητευμένος.

«Χρόνια πολλά Λίνκολν», του ευχήθηκα και με ένα σάλτο βρέθηκα στην πλάτη του και βολεύτηκα μέσα στη χρυσαφένια γούνα του, ζυμώνοντάς την.

«Χρόνια πολλά Έλι!»

«Χρόνια πολλά διαβάτες!» είπα και έκλεισα τα μάτια μου να απολαύσω τη στιγμή, μακάρια. 

Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Μου αρέσει όταν βρισκόμαστε με τη γιαγιά στην κουφάλα. Τώρα που έχει κρύο, καθόμαστε πλάι πλάι και ζεσταίνουμε η μία την άλλη. Κάποιες φορές μένουμε στο άνοιγμα και χαζεύουμε ό,τι γίνεται έξω από τη φωλιά μας. Άλλες φορές η γιαγιά μου λέει τις όμορφες ιστορίες για τους προγόνους μου κι άλλες τη ρωτάω πράγματα που είδα ή άκουσα και μου έκαναν εντύπωση!

«Γιαγιά», της νιαούρισα. «Πιστεύεις ότι υπάρχει πιθανότητα να γίνουμε οι γάτες το κυρίαρχο είδος του πλανήτη;»

«Πού το άκουσες αυτό πάλι;»

«Το έλεγαν κάτι τύποι στην ταβέρνα»

«Και τι έλεγαν δηλαδή;»

«Ο ένας με κοίταζε την ώρα που πλενόμουν και σχολίαζε ότι τον ανατριχιάζουν οι γάτες».

«Επειδή είμαστε καθαρές;» ρώτησε η γιαγιά μου.

«Όχι, υπάρχει μια θεωρία ότι θέλουμε να κυριαρχήσουμε τον κόσμο. Μα γιαγιά, δεν είμαστε ήδη κυρίαρχοι του κόσμου;» την ρώτησα με ειλικρινή απορία.

«Όχι με τον τρόπο που το θεωρούν οι άνθρωποι».

Περίμενα να μου μιλήσει, κι επειδή δε μου αρέσει να μην ξέρω τι σκέφτεται την ξαναρώτησα. «Λοιπόν;»

«Έλι μου, όσο χαριτωμένοι κι αν είναι κάποιοι από αυτούς, οι άνθρωποι είναι κυρίαρχοι στην ανοησία. Τα πάντα τα θεωρούν απειλή, τις γάτες, τα ρομπότ, την τεχνητή νοημοσύνη. Όλα έρχονται, στο μυαλό τους, να τους εκθρονίσουν και να τους αντικαταστήσουν».

Έμεινε να κοιτάζει έξω τη βροχή, που είχε αρχίσει να αιωρείται σαν ασημένια κλωστή κρεμασμένη από τον ουρανό.

«Οι άνθρωποι φοβούνται και τη σκιά τους, και δεν καταλαβαίνουν ότι το μόνο που βάζει σε κίνδυνο την ανθρωπότητα και τον πλανήτη ολόκληρο είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι, με την αλαζονεία και την απληστία τους».

Δεν είχα κάτι να απαντήσω σε αυτό που είχε πει η γιαγια μου. Η αλήθεια είναι ότι έχω γνωρίσει αρκετούς από το ανθρώπινο είδος. Άλλοι φαίνονται πολύ συμπαθητικοί, αλλά κάποιοι άλλοι όχι.

«Όμως γιαγια, αν κυριαρχούσαμε εμείς οι γάτες, πώς θα ήταν ο κόσμος;»

«Το πρόβλημα Έλι μου ξεκινάειαπό την κυριαρχεία. Αν κάποιος θέλει να κυριαρχήσει, θέλει να το κάνει εις βάρος άλλων. Οπότε τα πράγματα ποτέ δεν πάνε καλά όταν αρχίζουν τέτοιου είδους παιχνίδια».

«Γιαγια είσαι πολύ σοφή, γι' αυτό είσαι και γιαγιά».

«Δεν είμαι τόσο μεγάλη όσο με θεωρείς Έλι. Σε πληροφορώ ότι η μπογιά μου περνάει ακόμη». Δεν έδωσα σημασία στο άσχετο σχόλιο της γιαγιάς Αντιγόνη, δεν τα καταλαβαίνω εγώ αυτά τα πράγματα, και συνέχισα με αυτό που με απασχολούσε.

«Ναι, αλλά γιαγιά, πώς θα ήταν ο κόσμος αν...»

Η γιαγιά γατομειδίασε κι αποφάσισε να μου κάνει το χατήρι.

«Εσύ να μου πεις Έλι, πώς θα ήταν ο πλανήτης αν κυριαρχούσαμε οι γάτες».

«Δεν ξέρω!» απάντησα δειλά. «Αρχικά θα ήταν υπέροχο να έχει ησυχία. Να μην υπάρχουν μηχανήματα που σκορπάνε το θόρυβο τους και δεν αφήνουν μια γάτα να ησυχάσει, να κοιμηθεί, να κάτσει αραχτή και να ρεμβάσει».

«Ναι, κι εμένα μου ακούγεται πολύ ωραίο αυτό».

«Μετά θα μπορούσαν να μαζεύουν λίγο τα πόδια τους οι ρέμπελοι. Δε μου αρέσει ούτε να με κλωτσάνε, ούτε να με πατάνε και φυσικά ούτε να παίζω κυνηγητό με τους ανθρώπους. Ποτέ δεν ξέρεις πού θα καταλήξει αν ξεκινήσει αυτό το παιχνίδι».

«Και σε αυτό θα συμφωνήσω».

«Θα ήθελα να είναι καθαρά, να μην υπάρχουν σκουπίδια έξω από το σπίτι μου και γενικά στα μέρη που συχνάζω».

«Και πώς θα περνούσε το χρόνο του το κυρίαρχο γατίσιο είδος;»

«Τρία πράγματα είναι το απόσταγμα της ευτυχίας: Ύπνος, παιχνίδι, ρεμβασμός».

«Κρίμα να μην είμαστε το κυρίαρχο είδος», παραδέχτηκε και η γιαγιά και μείναμε να ρεμβάζουμε κοιτάζοντας άπειρες ασημί κλωστές να αιωρούνται από τον ουρανό και χορεύοντας να ακουμπάνε στην άσφαλτο και να την ξεπλένουν.

«Ο κόσμος θα ήταν ένα όμορφος χάος», μουρμούρισα καθώς με έπαιρνε το γλυκοΰπνι. 

ΟΜΟΡΦΟ ΧΑΟΣ   

Ο μαύρος θηλυκός ιαγουάρος ξαπλωμένος πάνω σε ένα κλαδί παραφυλάει το θήραμα του. Το άλσος ήταν αρκετά πυκνό, ο ήλιος σχεδόν δεν καταφέρνει να διαπεράσει τα καταπράσινα φύλλα, που έχουν πάνω τους τη δροσιά της νύχτας. Είναι εύκολο για τον θηλυκό ιαγουάρο να παραμείνει κρυμμένος λόγω του χαμηλού φωτός. Στο άλσος βρίσκουν πολλά πλάσματα άσυλο, που για τον ιαγουάρο αποτελούν την τροφή του. Το μάτι σου μπορεί να μην το πιάνει, φαίνεται μικρόσωμος, μα είναι σβέλτος, θαρραλέος, δυνατός και έξυπνος. Χαρίσματα που είναι παραπάνω από απαραίτητα αν θέλει κάποιος να επιβιώσει και να είναι κυρίαρχος.

Η αποψίλωση των δασών από τη μία και το δέρμα τους που αποτέλεσε για δεκαετίες ακριβό αγαθό για κάποιους παλαβούς και δίχως ίχνος σεβασμού, ήθελαν να το αποκτήσουν, είχαν μετατρέψει τους ιαγουάρους σε είδος προς εξαφάνιση. Όμως εκείνοι κατάφεραν να μετατρέψουν το παιχνίδι και πλέον οι ιαγουάροι ανήκουν στα κυρίαρχα είδη. Αφού έφαγαν όλους τους ενοχλητικούς ανθρώπους, αν και κανείς δεν περίμενε ότι θα ήταν τόσοι πολλοί ώστε να έχουν φαΐ για δεκαετίες, ανθρώπους που έσπερναν τα δεινά και τη φρίκη σε ολόκληρο τον πλανήτη, επέτρεψαν στους υπόλοιπους να ζήσουν. Μία ήταν η απαίτησή τους, λογική και σύνεση, μα αποφάσισαν να προσθέσουν και τον σεβασμό, ύστερα από απαίτηση ενός γέρου ιαγουάρου. Αν δε σέβεσαι δεν υπάρχει ελπίδα για τίποτα και για κανέναν, είχε αποφανθεί το σοφό αιλουροειδές.

Πολλοί από το είδος του είχαν βολευτεί στα αρχοντικά των ανθρώπων και περίμεναν να τους σερβιριστούν τα πάντα, όμως ο θηλυκός ιαγουάρος δεν ήθελε να γίνει μαλθακός, δεν του άρεσαν οι ευκολίες, δεν ήταν αυτό που τον πρόσταζε η φύση του. Έτσι κάθε μέρα έβγαινε για κυνήγι και προπόνηση. Τα μάτια του, το ένα βαθύ πράσινο, σαν τα φύλλα των δέντρων και το άλλο μπλε, σαν τα κύματα της θάλασσας, κλείδωσαν πάνω στο θήραμά του, οι μύες του κινήθηκαν κάτω από το δέρμα του. Ο θηλυκός όμορφος ιαγουάρος έδωσε σάλτο και βρέθηκε πάνω στον ποντικό.

Μια στιγμή... Ποντικό; Τρώνε ποντικό οι Ιαγουάροι; Για να χορτάσει ένα ζώο του μεγέθους του χρειάζεται σούβλα με ποντικούς. Ας πάμε πίσω λίγο το πλάνο. Μάλιστα, έτσι εξηγείται. Δεν είναι Ιαγουάρος, δηλαδή είναι κατά κάποιο τρόπο, γιατί το όνομα αυτής της μαύρης γάτας, είναι Ιαγουάρος. Ε ναι, σε αυτή την περίπτωση κάτι θα της κάνει ένας ποντικός.

Αφού τελείωσε με το γεύμα της αποφάσισε να βγει από το αλσύλλιο. Θα έκανε μια βόλτα στην παλιά πόλη, όσο οι άνθρωποι άρχισαν να απουσιάζουν και να λιγοστεύουν, τα τσιμέντα άρχισαν να φθείρονται και η φύση να παίρνει και πάλι το πάνω χέρι. Πλέον δεν υπήρχε κάποιος να την περιορίσει, αλλά ακόμη και οι επιζήσαντες, αποφάσισαν να ζήσουν σύμφωνα με τη φύση και να αφήσουν στην άκρη την απληστία. Δεκαετίες έπειτα είχαν προσαρμοστεί απόλυτα, γιατί όποιος δεν προσαρμόζεται, ξέρεται πολύ καλά τι του συμβαίνει. Μην τα ξαναλέμε τώρα.

Όπως η Ιαγουάρος και άλλες γάτες είχαν βγει τη βόλτα τους. Κάποιες έπαιζαν στις παιδικές χαρές, προσπαθώντας να ανέβουν ανάποδα, τρέχοντας στις τσουλήθρες και έπειτα αφήνονταν να γλιστρήσουν πάλι για να προσπαθήσουν δυο λεπτά αργότερα να κάνουν το ίδιο. Άλλες σκαρφάλωναν δέντρα, άλλες άραζαν πάνω σε κούνιες, παγκάκια, αλλά κι απλά στο χορτάρι. Μια παρέα πάνω σε ένα πεζούλι έπαιζε με βοτσαλάκια, σπρώχνοντάς τα να πέσουν από κάτω. Οι γάτες και η μανία τους με τη βαρύτητα, σκέφτηκε η Ιαγουάρος, καθώς τις προσπερνούσε. Από ένα στενό βγήκε ένα γάτος που ήταν λες και τον είχε δαγκώσει βρικόλακας. Ολόκληρο κομμάτι κρέας του έλειπε από τον λαιμό. Ακόμη και οι γάτες είναι πολεμοχαρείς. Δεν λείπουν οι γατοκαυγάδες. Όμως και πάλι, δεν προκαλούμε τα δεινά που έχει προκαλέσει η ανθρωπότητα. Δεν είμαστε όλο ράβε ξήλωνε. Από τη μία τέχνη από την άλλη πόλεμοι.

Κουρασμένη από τον περίπατο και τις σκέψεις της πήγε στο κοινόβιο που ζούσε. Παντού γάτες, άλλες έπαιζαν, άλλες άραζαν, άλλες απλά κοιμόνταν. Βρήκε μια ελεύθερη γωνιά και κάθισε. Τώρα οι γάτες και τα αιλουροειδή είναι κυρίαρχα, παλιά αρκούσε η αγάπη ενός ανθρώπου για να είσαι παντοκράτορας στο μικρό σου βασίλειο. Βέβαια δεν είχαν όλες οι γάτες την τύχη να βρουν έναν άνθρωπο, και επιπλέον όσες είχαν βρει τον άνθρωπό τους, εκείνος ήταν που τους όριζε τη ζωή. Τη διατροφή, το μέρος που θα μείνουν, τη στείρωση, τα εμβόλια και τις επισκέψεις στο γιατρό. Είχε βελτιώσει τη ζωή τους, αλλά όχι τη δική του. Τους είχε προσφέρει αγάπη και φροντίδα. Αλλά και πάλι όχι όλοι. Δεν ήταν όλοι οι άνθρωποι άξιοι για κυρίαρχοι. Και οι γάτες ήξεραν ποιοι ήταν αξιόλογοι και ποιοι όχι, μπορούσαν να καταλάβουν την καλοσύνη ακόμη κι αν κάποιος δεν ήταν γατόφιλος, όπως επίσης μπορούσαν να καταλάβουν μια πονηρή ύπαρξη ακόμη κι αν αγαπούσε τις γάτες.

Η Ιαγουάρος πρόσεξε μια λευκή ψιψίνα να δίνει σάλτο να ανέβει σε ένα παταράκι, στερεωμένο στον τοίχο, όμως αυτό είχε αρχίσει να ξεχαρβαλώνεται και έτσι έφυγε από τη θέση του. Με την επίδοξη ψιψίνα να κάνει σερφινγκ στον αέρα πριν σκάσει κάτω με παταγώδη θόρυβο, αλλού αυτή αλλού το ξύλο.

«Υπέροχα, αρχίσαμε!» μουρμούρισε η Ιαγουάρος, ενώ γύρω της οι υπόλοιπες γάτες άρχισαν να τρέχουν σαν τρελές, προς κάθε κατεύθυνση. Δυο συγκρούστηκαν πάνω στον πανικό μεταξύ τους και άρχισαν να μαλώνουν. Η Ιαγουάρος σηκώθηκε κουρασμένη και προσεχτικά πήρε τον δρόμο να βγει από το δωμάτιο. Ίσως να μην ήταν κακή ιδέα να βρει έναν δικό της άνθρωπο. Όπως και να είχαν τα πράγματα πάλι η ίδια θα ήταν η κυρίαρχος! Που είπαμε ότι τους είχαν εξορίσει να ζήσουν με ειρήνη και σοφία;        

Η Ζωή των Αδέσποτων ...

...είναι γεμάτη ελευθερία, συντροφικότητα, ανεμελιά. Ποιος δε θα ήθελε να είναι ελεύθερος, αντί περιορισμένος σε τέσσερις τοίχους. Ποιος δε θα προτιμούσε τα καπρίτσια του καιρού από το να έχει δροσιά το καλοκαίρι και ζέστη το χειμώνα;

Ποιος δε θα απολάμβανε το βρώμικο νερό του δρόμου από το να πίνει φρέσκο νερό από το δικό του μπολάκι; Τους μεζέδες από τα φαγεία της περιοχής, που σε τρατάρουν τα γκαρσόνια και οι θαμώνες; Το να περπατάς ανάμεσα σε βιαστικά πόδια και να τρως από καμιά κλωτσιά, αντί χάδια, αγκαλιές και τριψίματα από χέρια που σε αγαπούν και σε φροντίζουν; Η ζωή των αδέσποτων είναι συναρπαστική, κάθε στιγμή και μια πρόκληση.

Μπορεί να συγκριθεί με ρώσικη ρουλέτα, όταν κάποιος σε καλεί χαμογελώντας. Μπορείς να τον εμπιστευτείς; Θα σε χαϊδέψει ή θα σε πνίξει; Είναι γεγονός ότι οι γάτες έχουμε ένστικτο, συνήθως αντιλαμβανόμαστε ποιος σκοπεύει να μας αρπάξει και να μας πνίξει ή να μας βασανίσει. Όμως υπάρχουν περιπτώσεις που η ανάγκη μας να αγαπηθούμε θα μας κάνει να αγνοήσουμε τον συναγερμό που μας προειδοποιεί ότι διατρέχουμε κίνδυνο. Όσο ανεξάρτητες κι αν είμαστε κι εμείς βάζουμε ψηλά την αγάπη.

Όταν είμαι λυπημένη, μετράω αυτούς που αγαπάω και η καρδιά μου γεμίζει αγαλλίαση. Αγαπώ τη γιαγιά μου την Αντιγόνη. Τον φίλο μου τον Λίνκολν, κι ας είναι σκύλος. Αγαπώ τη μητέρα μου τη χιονονιφάδα κι ας ξέρω ότι δε θα τη συναντήσω ξανά. Αγαπώ τα αδέλφια μου, που είχαν τόσο διαφορετική μοίρα από εμένα, κι εύχομαι να είναι καλά. Αγαπώ την αφεντικίνα του Λίνκολν, γιατί πάντα με χαϊδεύει και μου φέρνει να πιω γάλα, που τόσο μου αρέσει. Κι αγαπώ και τον νεαρό σερβιτόρο που πάντα μου δίνει τους πιο νόστιμους μεζέδες και που δεν ξέρω πώς αλλά έχει καταλάβει το όνομά μου και με φωνάζει Ελίτσα ή παιδί της Ελιάς. Σκέφτομαι να τον υιοθετήσω, αλλά θα είναι μια ελεύθερη και ανεξάρτητη υιοθεσία. Αυτός σπίτι του κι εγώ με τη γιαγιά μου την Αντιγόνη, να μαθαίνω για τα κατορθώματα και τις περιπέτειες των προγόνων μου.     

Της Ελιάς η Κόρη 

(Σωτήρης)

Ποτέ δεν έδινα ιδιαίτερη σημασία στα ζώα. Δεν ήμουν από αυτούς που τα κανακεύουν, αλλά εδώ να ξεκαθαρίσω ότι δεν ήμουν κι από αυτούς που τα ενοχλούσαν. Είμαστε συγκάτοικοι στον ίδιο πλανήτη, δε θεωρώ ότι στη φύση έχει ένας άνθρωπος περισσότερα δικαιώματα από μια γάτα ή ένα περιστέρι, κι ας λερώνουν τα τελευταία όπου πετούν κι όπου σταθούν. Έπιανα εγώ το χώρο μου κι αυτά τον δικό τους.

Όμως όταν εργάζεσαι σε ταβέρνα, οι μυρωδιές από τα φαγητά προσελκύουν όχι μόνο πεινασμένους τουρίστες και διαβάτες, αλλά και πλήθος αδέσποτων. Όταν περισσεύει φαγητό από το γεύμα των πελατών αντί να καταλήξει στους κάδους, ελκύοντας έντομα και τρωκτικά, καλύτερα να ταϊστεί στις γάτες. Ακόμη κι εγώ που δε θα σκύψω να τις χαϊδέψω ή να τις κανακέψω, όπως κάνει η συνάδελφός μου, που αρχίζει και τους μιλάει σαν να απευθύνεται σε μωρά, θεωρώ προτιμότερο να γεμίσω τα στομάχια αυτών των πλασμάτων με τους μεζέδες από το να πεταχτούν.

Στο μαγαζί που σερβίρω μαζεύονται λογιών πελατών καθώς και λογιών γατιών. Παρδαλές, λευκές, γκρίζες, κόκκινες, τιγρέ. Μα οι περισσότερες είναι μαύρες. Δεν ξέρω γιατί τόσος πληθυσμός μαύρων είναι άστεγες. Δεν καταλαβαίνω ως προς τι η αλλεργία στο μαύρο χρώμα. Εμένα είναι το αγαπημένο μου. Μαύρα ρούχα, μαύρα σεντόνια, γκρίζα σκούρα παπλωματοθήκη, μαύρα τετράγωνα πιάτα κ.ο.κ.. Άραγε οι μαύρες γάτες πέφτουν θύματα ρατσισμού ή θύματα προλήψεων; Ή μήπως το δεύτερο είναι απλώς συγκαλυμμένος ρατσισμός;

Ένα βράδυ λοιπόν κι ενώ στο διάλειμμά μου απολάμβανα την ανθυγιεινή και συνάμα ανακουφιστική επίδραση του καπνού, πρόσεξα δυο μάτια να είναι κολλημένα επάνω μου. Το ένα μάτι ήταν πράσινο και το άλλο μπλε, ενώ το ύφος του πλάσματος που με παρακολουθούσε ήταν πολύ σοβαρό. Έμεινα κι εγώ να κοιτάζω εκείνα τα μάτια, μιας και το υπόλοιπο πλάσμα ήταν καλά καμουφλαρισμένο στο σκοτάδι, κι αναρωτιόμουν τι ακριβώς να σκεφτόταν βλέποντας έναν κρεμανταλά να καπνίζει μόνος του στα σκοτεινά. Ούτε που με πλησίασε εκείνη την πρώτη νύχτα, κι ας τη φίλεψα τον καλύτερο μεζέ, τον οποίο φυσικά και δεν άφησε να πάει χαμένος.

Το επόμενο βράδυ είχα ρεπό. Το μεθεπόμενο όμως ήμουν παρών στο πόστο μου, χαμογελαστός και πρόθυμος να σερβίρω τους εκλεκτούς πελάτες μας. Στο διάλειμμα για τσιγαράκι εκεί και η γάτα να με κοιτάζει. Άραγε να μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις μου. Κάθε βράδυ ήταν εκεί λες και με περίμενε να κάνουμε παρέα το τσιγάρο μου, και κάθε φορά ερχόταν ελάχιστα πιο κοντά, ίσα ένα γατίσιο βήμα. Κέρδιζα την εμπιστοσύνη της άραγε ή σκόπευε να με εξημερώσει; Περάσαμε έτσι πάνω από μια εβδομάδα για να με πλησιάσει αρκετά και πάλι δε χαϊδεύτηκε επάνω μου, απλά κάθισε μπροστά στα πόδια μου. Εκείνη τη στιγμή ήξερα ότι έπρεπε να κάνω την πρώτη κίνηση και κατάλαβα ότι ήταν ένα θηλυκό γατί, και μάλιστα φαμ φατάλ. «Πόσο γυναίκα πια», της είπα και κάθισα ανακούρκουδα με το τσιγάρο περασμένο στα χείλη και χαϊδεύοντας τη γούνα της και με τα δύο χέρια, κάποιος μου είχε μαρτυρήσει ότι πολύ τους αρέσει να τις χαϊδεύουν κάτω από το λαιμό. Την επόμενη ήρθε μόνη της και τρίφτηκε στο παντελόνι μου, επισφραγίζοντας έτσι τη φιλία μας.

Όταν οι συνάδελφοι ξεκίνησαν με τον καιρό να τη φωνάζουν Η φιλενάδα του Σωτήρη, κατέληξα ότι έπρεπε να της δώσω ένα όνομα, αν και μέχρι τότε ποτέ δε με είχε απασχολήσει να δίνω ονόματα σε ζώα. Η φιλενάδα του Σωτήρη ακουγόταν παράξενο, επιπλέον αφαιρούσε κάτι από την προσωπικότητά της. Γνώριζα ότι ήταν ανόητο να πασχίζω να δώσω ένα όνομα σε μια γάτα, και μάλιστα αδέσποτη. Οι γάτες δεν ακούν και κυρίως δεν υπακούν στα ονόματά τους. Αν και κάπου είχα διαβάσει ότι τα αναγνωρίζουν και ξέρουν πότε κάποιος μιλάει γι' αυτές, να καταλαβαίνουν άραγε και τι λέμε! Κι ενώ την κοίταζα δίνοντας της ονόματα που δεν της ταίριαζαν, προσπαθώντας να καταλήξω σε κάποιο, ήρθε η στιγμή που μου είπε μόνη της το όνομά της. Εντάξει δεν μου το είπε ακριβώς, μάλλον μου το υπέδειξε. Ήταν απόγευμα που πήγαινα στη δουλειά για την απογευματινή βάρδια, όταν περνώντας μπροστά από μια ελιά, πήδηξε μέσα από μια κουφάλα η γάτα μου, τρομάζοντάς με έτσι όπως πετάχτηκε σαν σαΐτα.

Και ιδού, είχα στα πόδια μου μια Ελίτσα.

Και σαν επιβεβαίωση η γαλανοπρασινομάτα με πλησίασε, και μου νιαούρισε, ενώ χαϊδεύτηκε στα πόδια μου. 

Η ΚΑΚΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΕΙΓΜΑ ΑΝΟΗΣΙΑΣ (I)

Αν θέλετε να ξέρετε, παραμένει μυστήριο για εμένα η κακία. Και κάποια πλάσματα, ανεξαρτήτως το είδος τους προτιμούν να φέρονται με κακία.

«Στάσου Έλι», θα βιαστεί να με διακόψει κάποιος «Εσύ προτιμάς την καλοσύνη;»

Όχι εντελώς, εγώ προτιμώ την αδιαφορία. Η αδιαφορία είναι η υπέρτατη αρετή, αυτό είναι το μότο μου και πολύ θα ήθελα να το διδάξω γράφοντάς το σε όλους τους τοίχους αυτής της πόλης. Ποιος ξέρει, κάποτε ίσως το γράψει κάποιος άλλους σε κάποιον τοίχο για εμένα. Ελπίζω μόνο μην ξεχάσει να γράψει από κάτω το όνομα μου, όλα κι όλα τα πνευματικά δικαιώματα αυτού του ευφυέστατου, μα κυρίως πρακτικού σλόγκαν, μου ανήκουν.

Βέβαια δεν μπορούμε να αντιδρούμε σε όλα τα θέματα με αδιαφορία. Όμως όταν κάποιος σε προκαλεί καλύτερα να τον αγνοείς. Φυσικά αν μπει στον προσωπικό σου χώρο, τότε μπορείς να του αστράψεις μια με την πατούσα σου, αφήνοντας στη μάπα του, τατουάζ τα νύχια σου. Μη νομίζετε ότι θα κάτσω να τις φάω, αν κάποιος μου επιτεθεί. Άλλο αδιαφορία κι άλλο παθητικότητα.

Γενικά η κακία σπέρνει πολλά δεινά, σκέφτομαι την ιστορία της Λάουρα και του Γεράρδου[1], πώς ξαφνικά τόσος κόσμος βρέθηκε στο στόχαστρο και κυνηγήθηκε. Σε εκείνη την περίπτωση ήταν γάτες και άνθρωποι. Νομίζω ότι η κακία έχει κάποια σχέση με την κυριαρχία. Πόσα και πόσα ζώα προσπαθώντας να επιβληθούν αρχίζουν και μάχονται. Ο αρχηγός θα πρέπει να είναι νικητής. Όμως πέρα από κάθε λογική αυτοί που αναδεικνύουν και υπερηφανεύονται για την κακία τους είναι οι άνθρωποι. Δε θα μιλήσω για τους τόνους που έχουν πληρώσει ως φόρο αίματος εδώ και αιώνες για την κυριαρχία. Όμως πέρα από την επιβολή τους στο ίδιο τους το είδος, κάποιοι τα βάζουν με τα υπόλοιπα είδη, χωρίς κάποιο ουσιαστικό κέρδος, πέρα από μια ενδόμυχη ικανοποίηση, πού ποιος ξέρει από ποια συμπλέγματα πηγάζει! Κι αφού έκανα έναν μεγάλο πρόλογο, θα σας διηγηθώ την ιστορία που με οδήγησε σε αυτά τα συμπεράσματα.

Η γιαγιά μου είναι μεγάλη γυριστρούλα της πόλης, κι ενώ εγώ γυρνάω σε μικρότερη ακτίνα γύρω από το ελαιόσπιτό μας, εκείνη κάνει μακρύτερες βόλτες. Υποθέτω ότι αυτός είναι και ο λόγος που γνωρίζει τόσες πολλές ιστορίες. Σίγουρα όμως η γιαγιά Αντιγόνη έχει πολλές εμπειρίες άλλες καλές, κι άλλες όχι τόσο. Από όταν ήμουν μικρό γατάκι, η γιαγιά πάντα με συμβούλευε να προσέχω. Υπάρχουν κάποιοι που μισούν πολύ τις γάτες.

«Τις μαύρες;» τη ρώτησα τρομαγμένη.

«Και τις μαύρες και τις παρδαλές και τις λευκές και τις γκρίζες και όλες».

Στην αρχή με ανακούφισε η σκέψη ότι δεν είμαστε μόνο εμείς ο δέκτης της αποστροφής, αλλά έπειτα είχα απορίες.

«Γιατί γιαγιά; Τι έχουμε κάνει εμείς οι γάτες ώστε να μας μισούν;»

«Τίποτα, κάποιοι απλά τρώγονται με τα ρούχα τους. Μάλλον μισούν τον εαυτό τους και όλο αυτό το μίσος πρέπει να το διοχετεύσουν κάπου αλλού. Εσύ Έλι μου να προσέχεις, αυτό θέλω».

«Εντάξει γιαγιά, θα προσέχω».

«Πρέπει να προσέχεις κι αυτά που σε ταΐζουν και τα χάδια που είναι πρόθυμοι να σου δώσουν».

«Εγώ τα πόδια φοβάμαι γιαγιά!» παραδέχτηκα.

«Τα πόδια πονάνε δε λέω, αλλά τα μπροστινά πόδια των ανθρώπων, αυτά που κρέμονται από τους ώμους τους μπορούν να κάνουν μεγαλύτερο κακό».

«Εντάξει γιαγιά, θα έχω το νου μου». Την καθησύχασα.

Και να 'μαι να κάθομαι μέσα στην Ελιά μας, και ξάφνου ένα πλάσμα να πηδάει μέσα στην κουφάλα μας, τρομάζοντάς με. Αλλά τελικά ήταν η γιαγιά μου, μόνο που ήταν πληγωμένη. Ανήσυχη σηκώθηκα και την πλησίασα.

«Γιαγιά είσαι καλά; Τι σου συνέβη;»

«Καλά είμαι», νιαουρομουρμούρισε.

Η γιαγιά Αντιγόνη άρχισε να γλύφει τις πληγές της και μαζί της άρχισα να τις γλύφω κι εγώ, θέλοντας να της απαλύνω τον φόβο και να με νιώσει πλάι της.

«Τι συνέβη;» τη ρώτησα.

«Έλι θα σου πω, αλλά άσε με λίγο να ξεκουραστώ και να ησυχάσω». Κι έτσι πήγα κι εγώ στο πλάι της και ξάπλωσα, παραμένοντας σιωπηλή, μέχρι να μας πάρει και τις δύο ο ύπνος. Ο ύπνος είναι τόσο ευεργετικός και ιαματικός.

Συνεχίζεται...


[1] Από την πρώτη ιστορία της Έλις, «Ο Aιρετικός και η Mάγισσα».

Η ΚΑΚΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΕΙΓΜΑ ΑΝΟΗΣΙΑΣ (ΙΙ) – Σωτήρης 

Έχετε δει κάποιες ταινίες, που κάποιος πέφτει θύμα μιας ομάδας νταήδων ή μπορεί και ενός, ώσπου εμφανίζεται ο ήρωας της ταινίας και τους αλλάζει τα φώτα στα κλωτσομπουνίδια. Ενώ εσείς φωνάζετε «Άρπα τες mother fucker» σκορπώντας πατατάκια και ποπ κορν στον αέρα βαρώντας γροθιές στο κενό, όλο ενθουσιασμό. Κάτι παρόμοιο μου συνέβη τις προάλλες. Επέστρεφα στο σπίτι από τη δουλειά, όταν άκουσα έναν περίεργο ήχο. Θύμιζε λίγο παράπονο, λίγο κλάψιμο, λίγο αποτυχημένο εκφοβισμό. Στάθηκα να αφουγκραστώ και να καταλάβω από που έρχεται ο ήχος, όταν είδα έναν άντρα της ηλικίας μου πάνω κάτω να έχει πιάσει μια γατούλα, και δε θα περιγράψω τι τράβαγε το ζωντανό στα χέρια του.

Χωρίς να με εμποδίσουν δεύτερες σκέψεις, πήγα και ακούμπησα βαρύ το χέρι μου στον ώμο του. Εκείνος στράφηκε απότομα προς το μέρος μου και διάβασα στο βλέμμα του το ξάφνιασμα. Η γατούλα αν και ταλαιπωρημένη, βρήκε την ευκαιρία να πηδήξει από τα χέρια του και να το βάλει στα πόδια.

«Τι συμβαίνει;» με ρώτησε. Προτίμησα να μην του απαντήσω, με τέτοιους τύπους συνήθως χάνεις τα λόγια σου. Ούτε υπήρχε λόγος να τον ρωτήσω φυσικά τι έκανε, είχα δει πολύ καλά. Παρέμεινα όμως να τον κοιτάζω στα μάτια, με το σοβαρό μου ύφος που πολλοί μου έχουν παραδεχτεί ότι τους ψαρώνω. Αυτός κατάλαβε ότι τα πράγματα για εκείνον δεν ήταν πολύ καλά και ότι ο τύπος απέναντί του δεν ξόδευε τα λόγια του σε νουθεσίες. Έτσι αποφάσισε να τινάξει το χέρι μου από τον ώμο του και να προσπαθήσει να φύγει μουρμουρίζοντας κάτι για θεοπάλαβους. Τον άφησα να φύγει, και εδώ ξεφουσκώνει ο τίτλος του ήρωα που λύνει τις ηθικές και ιδεολογικές διαφορές του με γροθιές. Αυτό όμως που δεν ήξερε ο τύπος ήταν ότι έχω πολύ καλή μνήμη και επίσης είμαι καλός στο σκίτσο. Επιστρέφοντας σπίτι λοιπόν, πήρα μολύβι και χαρτί και σκιτσάρισα το πρόσωπο του τύπου.

Αφού έφτιαξα το σκίτσο του αγγέλου του σκότους, αναρωτήθηκα τι θα έπρεπε να κάνω με αυτό. Το να το βγάλω φωτοτυπίες και να γεμίσω τις κολώνες της γειτονιάς δε μου φάνηκε και πολύ νόμιμο. Το να πάω στην αστυνομία να τον καταγγείλω, πέρα από τη μαρτυρία μου, που εύκολα θα μπορούσε να αμφισβητηθεί, δεν είχα απτές αποδείξεις. Άσε που αρκετός κόσμος δεν νοιάζεται για το συνάνθρωπό του, πόσο μάλλον για τα ζώα, και κυρίως τα αδέσποτα. Τι μου έμενε να κάνω, πέρα από το να περιμένω να ακούσω κάτι. Αλλά θα έφτανε η πληροφορία ως εμένα, και πόσα δόλια ζωντανά θα θυσιάζονταν στο βωμό της αναμονής; Ίσως αν πήγαινα στη φιλοζωική και τους ρωτούσα, ήλπιζα ότι θα είχα καλύτερη αντιμετώπιση με ανθρώπους που αγαπούν τα ζώα.

Περίμενα να φτάσει η μέρα του ρεπό μου και αφού βρήκα τη διεύθυνση της φιλοζωικής που υπήρχε κοντά στη δουλειά, δίπλωσα το σκίτσο, το έβαλα στην τσέπη και επισκέφτηκα την οργάνωση. Δεν ήμουν βέβαιος ότι ήταν η αρμόδια υπηρεσία, αλλά δεν μπορεί εκείνοι θα ήξεραν σε ποιον έπρεπε να απευθυνθούν για το ζήτημα.

Φτάνοντας στο κτήμα που φιλοξενούσε τα ζώα, άκουσα δυο εθελόντριες να συζητούν για ένα ζωάκι που είχε βρει ξαφνικά το θάνατο.

«Κάποια αρρώστια θα τα έχει προσβάλει. Είναι το δεύτερο σε είκοσι μέρες», σχολίασε η μία.

«Μα ήταν μια χαρά εχθές, παιχνιδιάρικο και χαρούμενο. Στοιχημάτιζα ότι θα ήταν το πρώτο που θα έβρισκε σπίτι. Έτσι χνουδωτό και χαριτωμένο που ήταν», παρά την απογοήτευσή της η νεαρή με πρόσεξε.

«Παρακαλώ!»

«Γεια σας», χαιρέτησα. Για λίγο έχασα το θάρρος μου με δεύτερες σκέψεις. Κι αν είχα κάνει λάθος και ο τύπος δεν βασάνιζε το γατάκι απλά το βρήκε τραυματισμένο και το φρόντιζε; Κατέληξα ότι θα έπρεπε να κρατήσω το σκίτσο για τον εαυτό μου κι απλά να τους ενημερώσω για το περιστατικό. Με αυτόν τον τρόπο δε θα ενοχοποιούσα κανέναν. Όσο με άκουγαν κουνούσαν το κεφάλι τους με σφιγμένα χείλη.

«Δυστυχώς έχουν φτάσει πολλά παρόμοια περιστατικά στα αυτιά μας. Υπάρχουν πολλοί άρρωστοι εκεί έξω και την πληρώνουν τα εύκολα θύματα. Κάποιος τάιζε γυαλί τα φτωχά αδέσποτα. Το έβαζε μέσα σε κρέας».

«Αυτό είναι αποτρόπαιο», μουρμούρισα και το μυαλό μου πήγε στην Ελίτσα. Αυτή η cat fatale μου είχε κλέψει την καρδιά.

«Φανταστείτε όμως, για να κάνουν τέτοια πράγματα σε πλάσματα που δεν τους έχουν ενοχλήσει, πώς μπορούν να φερθούν σε άνθρωπο!»

«Κάποιοι προτιμούν να φέρονται με κακία».

«Μα είναι σκέτη ανοησία», εξανέστη. «Μπορεί να μη συμπαθείς τα ζώα, μπορεί να μη συμπαθείς τους ανθρώπους. Δεν υπάρχει λόγος να ταλαιπωρείς πλάσματα που δε σε έχουν πειράξει, απλά και μόνο επειδή υπάρχουν ή επειδή μπορείς να το κάνεις. Δε χρειάζεται καν να είσαι καλός με τους άλλους, ας είσαι απλά αδιάφορος».

«Έχετε δίκιο, δεν είναι όλα για όλους. Μα τουλάχιστον προσπάθησε να μην κάνεις κακό, αν δεν μπορείς να είσαι καλός».

«Ο κύριος;» μας διέκοψε μια αντρική φωνή. Μόλις στράφηκα προς το μέρος του κεραυνοβολήθηκα από την αναγνώριση, μα το ίδιο συνέβη και σε εκείνον. Το πρόσωπο του άντρα που είχα αποτυπώσει σε ένα σκίτσο που βρισκόταν εκείνη τη στιγμή στην τσέπη μου, με κοίταζε με γουρλωμένα μάτια προσπαθώντας κάτι να ψελλίσει. Η στάση του μαρτυρούσε την ενοχή του.

«Τι κάνεις εδώ βρε κάθαρμα!» ρώτησα αφήνοντας τα κορίτσια άφωνα από την αντίδρασή μου στη θέα του τύπου.

«Εσείς τι κάνετε εδώ;» με ρώτησε προσπαθώντας να παραστήσει τον ψύχραιμο. Μάλλον σκόπευε να με βγάλει τρελό.

«Εγώ ήρθα να ενημερώσω για έναν τύπο που βασανίζει αδέσποτα».

«Δεν...»

«Ηρεμήστε παρακαλώ, τι πάθατε στα καλά καθούμενα;» με ρώτησε η μία κοπέλα.

«Αυτός ήταν ο τύπος που έπιασα προχθές το βράδυ να βασανίζει μια γάτα», είπα και έβγαλα από την τσέπη μου το διπλωμένο σκίτσο και τους το έδωσα.

«Κάνετε λάθος. Λέτε ψέματα».

«Κάνω λάθος ή λέω ψέματα;»

«Αποκλείεται!» σχολίασε η μια κοπέλα ενώ η άλλη κοίταζε τον συνάδελφό της, σαν να εκείνη τη στιγμή να έμπαιναν κάποια σκόρπια κομμάτια στη θέση τους στο παζλ της επίγνωσης.

«Τα γατάκια που πέθαναν...» μουρμούρισε, κοιτάζοντας το σκίτσο.

«Ώστε σκότωσες τα γατάκια μέσα στην ίδια τη φιλοζωική;» είπα και πήγα καταπάνω του.

«Όχι, όχι, εγώ βρήκα τη γατούλα και προσπαθούσα να τη βοηθήσω, αλλά ήρθες εσύ και... και... »

«Και είδα ακριβώς τι έκανες κάθαρμα. Δε θα μείνει έτσι αυτό, είσαι δημόσιος κίνδυνος. Θα σε καταγγείλω βρε τομάρι».

Όποια αμφιβολία κι αν είχα για το τι είχα δει το βράδυ εκείνο, σβήστηκε μόλις με πρόφτασε η κοπέλα από τη φιλοζωική. Μου αποκάλυψε ότι της είχε φανεί κάποιες φορές ύποπτη η στάση του συναδέλφου της, δεν ήταν πάντα αυτή που άρμοζε απέναντι στα απροστάτευτα ζωάκια που φιλοξενούσαν. Δεν ήταν όμως σίγουρη και δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει χωρίς κάτι απτό. Αλλά οι δυο γατούλες που βρήκαν το θάνατο ξαφνικά ενίσχυσαν τις υποψίες της ότι υπήρχε κάποιος που έκανε κακό στα ζωάκια. Είχε μεριμνήσει να πάει το σώμα από το δεύτερο γατάκι σε κτηνίατρο, ώστε να του κάνουν νεκροψία. Κι αν τυχόν έβρισκαν ότι ήταν δολοφονία τότε την είχε άσχημα ο τύπος.

«Θα πάρει αυτό που του αξίζει», της είπα πριν φύγω θυμωμένος, μα και ικανοποιημένος που δεν προτίμησα να αδιαφορήσω. Αντιθέτως βοήθησα να απομακρυνθεί ένας επικίνδυνος τύπος από τα ζώα που τον εμπιστεύονταν και που πλέον θα φοβόταν να πειράξει κάποιο αδέσποτο, αφού θα ήταν πρώτος στους υπόπτους. Ας ξεσπούσε τα νεύρα του στα λούτρινα. 

Γάτα Ράτσας

«Γιαγιά Αντιγόνη, εξήγησέ μου σε παρακαλώ, τι σημαίνει γάτα ράτσας. Θυμάμαι να είμαι μικρό γατάκι και να ακούω ότι η μαμά μου είναι γάτα ράτσας όπως και τα αδέλφια μου, ενώ εγώ δεν ήμουν, αλλά δεν ξέρω ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε αυτές κι εμένα».

«Εσύ και οι απορίες σου Έλι μου», σχολίασε η γιαγιά αλλά με αγάπη. «Η ράτσα είναι η φυλή. Μια οικογένεια ανήκει στην ίδια φυλή».

«Κι εγώ πως γίνεται αφού ανήκω στην ίδια οικογένεια, να μην ανήκω στην ίδια φυλή μαζί τους;» ρώτησα.

«Γιατί για το ανθρώπινο είδος ή αξία ενός πράγματος αλλά κι ενός πλάσματος είναι εντελώς διαφορετική από την πραγματική αξία του».

«Δηλαδή;»

«Δηλαδή, για τους ανθρώπους μετράει περισσότερο ένα μπιχλιμπίδι που θα στολιστούν, από ένα δέντρο που θα τους χαρίσει το οξυγόνο να αναπνεύσουν, τους καρπούς του που θα τους θρεύσουν, τη σκιά του να αναπαυθούν».

Τα μάτια μου έμειναν ορθάνοιχτα από απορία. Προσωπικά λατρεύω τα δέντρα, λατρεύω να σκαρφαλώνω πάνω τους, να αράζω στα κλαδιά τους μέσα στην πυκνή φυλλωσιά τις ζεστές ημέρες που επέστρεψαν, να ακονίζω τα νύχια μου στον κορμό τους, ελπίζω να μην τα πονάω όταν το κάνω. Η γιαγιά μου με έχει καθησυχάσει πως όχι, αλλά δεν είναι δέντρο για να ξέρει με βεβαιότητα.

«Οι άνθρωποι αποφάσισαν όταν κατέβηκαν από τα δέντρα την αξία του κάθε πράγματος. Μια μονάδα μέτρησης θαρρώ είναι η λάμψη άλλη η σπανιότητα. Δέντρα υπήρχαν πολλά, παρά την αξία τους για τη ζωή, οι άνθρωποι δεν τα εκτίμούν όσο ένα διαμάντι ή ένα μαργαριτάρι. Όμως αν έρθουν δύσκολες στιγμές θα χαρίσουν τα ακριβά κοσμήματά τους για ένα κομμάτι ψωμί ή μια χούφτα αμύγδαλα ή ακόμη και για ένα μισοσάπιο μήλο. Όσο και να θέλουν να ξεχάσουν τη θνητή τους φύση, ο οργανισμός τους τη θυμίζει. Ένα στομάχι που γουργουρίζει για μέρες δεν είναι εύκολο να το αγνοείς για πάντα. Εκτός κι αν το στομάχι βέβαια δεν είναι το δικό τους».

«Ναι, αλλά τι σχέση έχουν τα διαμάντια με τις γάτες;» ρώτησα.

«Για τους ανθρώπους η μάνα σου ανήκει σε μια ράτσα αντίστοιχη με αυτή των διαμαντιών».

«Κι εγώ;»

«Λυπάμαι Έλι, εσύ κι εγώ είμαστε αδέσποτες, δεν έχουμε μεγάλη αξία για όλους εκείνους που ψάχνουν τα διαμάντια. Εμάς θα μας αγαπήσουν όσοι βλέπουνε με τα μάτια της καρδιάς. Κι εκεί έξω δεν είναι πολλοί αυτοί».

«Εμένα με αγαπάνε».

«Είσαι τυχερή Έλι».

«Κι εσένα σε αγαπάνε».

«Είμαστε τυχερές».

«Είναι περίεργοι οι άνθρωποι, γιαγιά».

«Αυτό ξαναπές το Έλι».

«Δε θέλω να επαναλαμβάνομαι αλλά είναι αλήθεια».

«Το είδος των ανθρώπων έχει κάνει πολλά εγκλήματα Έλι, και τι να περιμένεις από κάποιους που στρέφονται απέναντι στο ίδιο τους το είδος;»

«Το έχουν κάνει κι αυτό;»

«Και συνεχίζουν να το κάνουν. Για πολλούς δεν έχουν αξία οι άλλοι άνθρωποι, φταίει που είναι κάτι δισεκατομμύρια. Πιο παλιά οι μαύροι άνθρωποι από την Αφρικανική ήπειρο, λόγω του χρώματός τους είχαν καταδικαστεί να μεταφέρονται μακριά από τον τόπο τους και να γίνονται σκλάβοι, εμπορεύσιμα προϊόντα προς αγορά και πώληση. Ο αφέντης τους είχε το απόλυτο δικαίωμα επάνω τους, μέχρι και να τους σκοτώσει, το ξύλο ήταν καθημερινή υπόθεση».

«Μα αυτό είναι απίστευτο».

«Ακόμα και στις μέρες μας, που έχει καταργηθεί η δουλειά, ξέρεις πόσοι άνθρωποι απαγάγονται και μετατρέπονται σε σκλάβους, πολλών ειδών».

«Μα αυτό είναι ανήκουστο».

«Κι όμως η ιστορία των ανθρώπων έχει πολλές τέτοιες σελίδες ερεβώδεις. Όλοι αυτοί οι πόλεμοι που γίνονται ποιος νομίζεις ότι είναι ο βασικός λόγος. Πόσες περιουσίες έχουν χτιστεί πάνω στο θάνατο των ίδιων των ανθρώπων».

«Μα γιατί γιαγιά;»

«Γιατί για κάποιους ανθρώπους παραπάνω από την ανθρώπινη ζωή έχει αξία ο πλούτος, αυτό που θεωρούν οι ίδιοι πλούτο και που στην ουσία είναι μια ανοησία. Μπορούσαν να ζούσαν περισσότεροι καλά, αλλά η απληστία τους δεν τους το επιτρέπει».

«Αν για τους ανθρώπους δεν έχει αξία η ανθρώπινη ζωή πώς να έχει αξία η ζωή ενός αδέσποτου;» σχολίασα λυπημένη.

«Τις πράξεις των ανθρώπων Έλι τις πληρώνουμε όλοι πάνω στη γη. Μακάρι να υπήρχε ένα μέρος χωρίς ανθρώπους».

«Μα αγαπώ μερικούς ανθρώπους».

«Δεν είναι όλοι κακοί, αλλά κι αυτοί που είναι περισσεύουν για τους υπόλοιπους».

«Δεν τους συμπαθείς πολύ γιαγιά!»

«Συμπαθώ κάποιους» είπε και ξάπλωσε στα πόδια της, δίνοντας τέλος στη συζήτηση. Δεν μπορούσα να κατηγορήσω τη γιαγιά μου, λίγους μήνες νωρίτερα ένα βράδυ είχε περάσει άσχημα στα χέρια ενός ανθρώπου. Πως να τους εμπιστευτεί ξανά; Από εκείνο το βράδυ κι έπειτα από κάτι μισόλογα κατάλαβα τι συνέβη, είμαι κι εγώ επιφυλακτική ακόμα και με εκείνους που αγαπάω. Μπορείς να δείχνεις αμέριστη εμπιστοσύνη σε έναν άνθρωπο, ακόμα κι αν σε ταΐζει ή σε χαϊδεύει; 

Συμπτώματα

Από καιρό σε καιρό πάω κι αράζω στην αυλή με την τεράστια οθόνη. Πάντα με περιμένει ένα μπολάκι με δροσερό νερό και λιχουδιές. Οι θεατές κάθονται και παρακολουθούν τα τεκταινόμενα στην οθόνη κι εγώ τους παρατηρώ. Μερικοί περνώντας από δίπλα μου, επιχειρούν να με χαϊδέψουν, αλλά δεν έχω σκοπό να αφήσω όποιον τύχει να απλώσει τα κουλά του επάνω μου. Άλλωστε σαν γάτα του δρόμου έχω μάθει να είμαι επιφυλακτική, ειδικά μετά τα όσα πέρασε η γιαγιά Αντιγόνη κάποιο καιρό νωρίτερα.

Τις προάλλες και ενώ αναρωτιόμουν τι μαγνητίζει το βλέμμα τους στις οθόνες, ένα νιαουριτό μου τράβηξε την προσοχή, κοίταξα γύρω μου να δω τον παρείσακτο που εμφανίστηκε στην αυλή, αλλά πουθενά. Σήκωσα το κεφάλι μου και τότε είδα ότι ένας όμορφος χνουδωτός γάτος εμφανίστηκε στην οθόνη. Κι αυτή τη φορά δεν ήταν σαν τον Φλόου, ο οποίος ήταν ένας μαύρος γάτος, που έχω πολλούς λόγους να υποθέτω ότι είναι συγγενής μου... Αυτή τη φορά ήταν ένας αληθινός γάτος, κι αν και εξημερωμένος ήταν αρκετά άγριος.

Ξάπλωσα κι εγώ και αφοσιώθηκα στα της οθόνης. Οι άνθρωποι πήγαιναν έρχονταν, βιαιοπραγούσαν, τρέχανε σαν τρελοί, βασανίζονταν. Τίποτα από αυτά δε με ενδιέφερε, άλλωστε ο κόσμος των ανθρώπων είναι εξαιρετικά χαοτικός για να με απασχολεί να τον καταλάβω. Όμως όταν εμφανιζόταν στην οθόνη εκείνος, η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Ο έρωτας έχει με βεβαιότητα τη μορφή του, γκριζοκόκκινος με πράσινα μάτια και φουντωτή ουρά. Πρέπει να νιαούρισα κάμποσες φορές, γιατί κάποιοι από το κοινό με κοίταξαν και γέλασαν. Αλλά ποιος νοιάζεται!

Τελειώνοντας η ταινία, κι ενώ οι άνθρωποι σηκώθηκαν από τις θέσεις τους, εγώ παρέμεινα καθηλωμένη στη θέση μου, αν και ζαλίστηκα κάπως από τα σκαμπανεβάσματα της οθόνης, αλλά επιβραβεύτηκα αφού ένα ακόμη πλάνο με τον γάτο σταρ του σινεμά, με φόντο το απέραντο γαλάζιο, εμφανίστηκε μπροστά μου, δίνοντάς μου μια ευκαιρία να του νιαουρίσω καληνύχτα, πριν σηκωθώ κι εγώ να πάω στον Σωτήρη.

Εκείνος με υποδέχτηκε με ένα χαμόγελο. Εγώ κάθισα στο πεζούλι και σκεφτόμουν τον γκριζοκόκκινο έρωτα. Αφού τελείωσε το τσιγάρο του με χάιδεψε κάτω από το λαιμό και μπήκε μέσα να μου φέρει μεζεδάκια από χοιρινό και κοτόπουλο. Έφαγα λίγο από το φαγητό μου, όμως ομολογώ ότι δεν είχα και πολύ όρεξη. Το στομάχι μου ήταν γεμάτο και αυτό από τη μορφή του.

«Δεν έφαγες πολύ σήμερα», σχολίασε.

«Που να στα λέω», νιαούρισα.

«Δεν πιστεύω να είσαι άρρωστη;»

«Άρρωστη! Αν ο έρωτας είναι αρρώστια τότε ναι, είμαι άρρωστη», παραδέχτηκα νιαουρίζοντας.

«Μήπως πρέπει να σε πάω στο γιατρό;»

«Αυτή η αρρώστια δεν παίρνει φάρμακα. Σωτήρη είμαι καρδιοπαθής».

«Μα τι σου συμβαίνει; Άλλες φορές έτρωγες και με το ζόρι νιαούριζες, απόψε συμβαίνει το αντίθετο. Μήπως πονάς πουθενά;» με ρώτησε με ανησυχία που με συγκίνησε.

«Με την αγαπητικιά σου μιλάς;» τον πείραξε η μελαχρινή που βγήκε από το μαγαζί.

«Δεν τρώει και όλο νιαουρίζει».

«Άνθρωποι, δεν σκαμπάζετε τίποτα», νιαούρισα.

«Συνήθως όταν οι γάτες δεν τρώνε δεν είναι καλά, από την άλλη οι γάτες δεν είναι λαίμαργες σαν τους σκύλους, μπορεί απλά να μην πεινάει. Όμως άσε τη γάτα τώρα και έλα μέσα γιατί σε ψάχνουν».

Ο Σωτήρης μου έριξε ένα βλέμμα όλο έγνοια πριν περάσει την πόρτα. Έμεινα για λίγο μόνη μου, έφαγα μια δυο μπουκιές και αποφάσισα να επιστρέψω στην Ελιά. Ένας καλός ύπνος ήταν ό,τι έπρεπε απόψε για εμένα. Και ήλπιζα τα όνειρά μου να γεμίσουν με την γκριζοκόκκινη μορφή με τα πράσινα μάτια και τη φουντωτή ουρά. Τι ωραία που θα ήταν να τρέχουμε στα σοκάκια της Αθήνας μαζί!   

ΕΛΕΩΝΟΡΑ – Από κάπου σε ξέρω-.

Προχωρούσα ανέμελα στα σοκάκια. Είχα σχέδια για εκείνο το απόγευμα. Πρώτα θα πέρναγα από το θερινό σινεμά να δω ξανά την οπτασία του αρσενικού γάτου και έπειτα από το Σωτήρη να μου σερβίρει το δείπνο μου. Την προηγούμενη ημέρα δεν ήταν εκεί. Όχι ότι έχω παράπονο, και οι υπόλοιποι σερβιτόροι μια χαρά με περιποιήθηκαν, αλλά μου αρέσει να αράζω με τον Σωτήρη αράζουμε συντροφιά, όσο κρατάει το τσιγάρο του. Αν και δεν αντιλαμβάνομαι την απεχθή αυτή συνήθειά του, τη δικαιολογώ μιας και μας δίνει την ευκαιρία να μένουμε για λίγο μαζί.

Κατηφορίζοντας, ο δρόμος μου διασταυρώθηκε με μιας κατάλευκης γάτας. Μόλις την είδα, σταμάτησα απευθείας κι έμεινα να την κοιτάζω. Το ίδιο όμως έκανε κι εκείνη. Με κοίταζε απορημένη με τα γαλανά σαν του αλμυρού πάγου μάτια της.

«Ποια είσαι εσύ;» τη ρώτησα και την πλησίασα διστακτικά. Η γάτα απέναντί μου ήταν μια ανάμνηση του παρελθόντος. Εκείνη έκλεισε την απόσταση ανάμεσά μας.

«Νομίζω ότι σε γνωρίζω», ομολόγησε. «Αν και μέχρι εχθές δεν είχα σχέση με αδέσποτες γάτες. Όμως εσένα έχω την ιδέα ότι σε ξέρω». Πλησίασε κι άλλο και με μύρισε. «Και η μυρωδιά σου είναι οικεία!»

Αντί να ομολογήσω ότι κι εμένα μου φαινόταν γνωστή, η απορία μου γι ' αυτό που μόλις είχε πει, όχι ότι δεν ήταν ολοφάνερο και χωρίς να το παραδεχτεί, με έσπρωξε να τη ρωτήσω για ποιο λόγο μέχρι την προηγούμενη ημέρα δεν είχε σχέση με γάτες του δρόμου.

«Μα επειδή έμενα σε σπίτι», μου απάντησε. «Πρώτη φορά βγαίνω στο δρόμο μόνη μου χωρίς ανθρώπινη συνοδεία».

«Το έσκασες;» τη ρώτησα.

«Όχι, δεν είχα λόγο. Όλη την ώρα χουζούρι, παιχνίδι και φαγητό πάντα στην ώρα του».

«Και τι συνέβη;»

«Ήρθε σκύλος στο σπίτι».

«Και σε έδιωξε;»

«Όχι ο σκύλος. Μπορώ να πω ότι το κουτάβι ήταν πολύ φιλικό».

«Τότε;»

«Έπρεπε να επιλέξουν, Γάτα ή σκύλο... και για να στέκομαι μπροστά σου καταλαβαίνεις», σχολίασε απογοητευμένη.

«Άνθρωπος που διώχνει από το σπίτι του ένα μέλος της οικογένειάς του δεν είναι άξιος εμπιστοσύνης. Αύριο μεθαύριο μπορεί να διώξει και τα παιδιά του τα ίδια».

«Και να πεις ότι ήμουν νέο μέλος. Έμενα σπίτι μαζί τους εδώ κι ενάμιση χρόνο. Με απέκοψαν από το στήθος της μάνας μου για να με πάρουν μαζί τους στο σπίτι...», μια σπίθα αστραποβόλησε στα μάτια της και ξεχνώντας τη δυστυχία της είπε «Μα φυσικά, ξέρω ποια μου θυμίζεις». Έμεινα σιωπηλή και περίμενα την επιβεβαίωση του δικού μου συμπεράσματος. «Το ένα γατάκι ήταν μαύρο με δίχρωμα μάτια. Αναρωτιέμαι τι να απέγινε, να ήταν άραγε πιο τυχερό; Να το έχουν πάρει σε ένα σπίτι και τώρα να είναι στα δροσερά;»

«Όχι, δεν το πήραν», θέλησα να της λύσω την απορία. «Το γατάκι που λες, γνώρισε την εγκατάλειψη πολύ νωρίς. Το αποτράβηξαν από το στήθος της μητέρας του και το πέταξαν στο δρόμο».

«Τρομακτικό, να επιβίωσε;»

«Φρόντισε μια αδέσποτη γάτα να επιβιώσει . Το μάζεψε κι από εκείνη τη μέρα ζουν μαζί!»

«Κι εσύ πως τα γνωρίζεις όλα αυτά;»

«Γιατί εκείνο το γατάκι είμαι εγώ, υποθέτω».

«Είσαι η αδελφή μου;» ρώτησε έκπληκτη η κόμισσα.

«Εκτός κι υπάρχει παράδοση, κάθε λευκή γάτα να γεννάει κι από ένα μαύρο γατάκι με δίχρωμα μάτια».

«Αδερφούλα μου τι δυστυχία, είμαστε και οι δύο πλέον γάτες του δρόμου».

«Ανάλογα την οπτική. Ο δρόμος είναι ελευθερία! Έχει πολλές κατευθύνσεις, ενώ ένα σπίτι έχει μόνο τοίχους» απάντησα έχοντας σπουδάσει στο πανεπιστήμιο του πεζοδρομίου.

«Δεν έχει μόνο τοίχους. Έχει και χαλιά, έχει ντουλάπια γεμάτα φαγητά. Έχει στρώματα να ξαπλώνεις. Ααααχ» αναστέναξε. «Ίσως πάλι να μην έχεις άδικο» , σχολίασε προφανώς να μη με κακοκαρδίσει, αν και δεν ακούστηκε απολύτως πεπεισμένη. Κάπου μέσα της θα ευχόταν να επιστρέψει στον παράδεισο από τον οποίο είχε διωχθεί χωρίς καν να έχει γευτεί το μήλο της γνώσης, και δεν μπορώ να την αδικήσω. Προσωπικά κι από πολλές απόψεις με θεωρώ τυχερή. Από μικρή στους δρόμους, είχα μάθει να ζω σε αυτούς, αλλά η αδερφή μου, μέχρι τότε είχε μεγαλώσει και ζήσει σε προστατευμένο περιβάλλον. Τα πάντα εδώ έξω πρέπει να την τρόμαζαν.

«Εγώ είμαι η Έλι», της συστήθηκα.

«Κι εγώ η Ελεωνόρα».

«Χάρηκα Ελεωνόρα, πεινάς;»

«Ναι, απάντησε ντροπαλά».

Εκείνη τη στιγμή αποχαιρέτησα τα σχέδια για την τρίτη προβολή της ταινίας με τον ομορφονιό.

«Εντάξει, πάμε να σε κεράσω κάτι», σχολίασα και προχώρησα με κατεύθυνση την ταβέρνα του Σωτήρη.

Η αδελφή μου η Ελεωνόρα...

... είναι πανέμορφη γάτα και πολύ αριστοκρατική. Για τους ανθρώπους είναι αυτό που συζητούσαμε τις προάλλες με τη γιαγιά μου, γάτα ράτσας. Είναι χαριτωμένη και χαδιάρα, αφού έχει συνηθίσει στα ανθρώπινα χέρια και απολαμβάνει τα αγγίγματα. Από το σημείο που συναντηθήκαμε μέχρι την ταβέρνα μας πήρε τον τριπλάσιο χρόνο για να φτάσουμε από ότι παίρνει συνήθως όταν είμαι μόνη μου. Όποιος την έβλεπε ήθελε να απλώσει τα ξερά του στο βελούδινο και αστραφτερό τρίχωμά της. Κι εκείνη καθόταν και δεχόταν με κλειστά τα μάτια τα χάδια τους. Εγώ έμενα στην άκρη και περίμενα και για να μη βαριέμαι έκανα το μπάνιο μου. Δεν ήθελα να της χαλάσω την ευτυχία. Η Ελεωνόρα έχει συνηθίσει περισσότερο τη συναναστροφή με τους ανθρώπους παρά με τις γάτες, οπότε νιώθει γαλήνια με την προσοχή τους.

Όμως η Ελεωνόρα έχει ένα μειονέκτημα, δεν αντιλαμβάνεται τους κινδύνους του δρόμου. Παρά την άσχημη συμπεριφορά των ανθρώπων της, δεν μπορεί να ξεχωρίσει αν κάποιος θέλει το κακό της. Κάποιοι δεν ενδιαφέρονται για την ομορφιά ή την τρυφερότητα ενός αδέσποτου, κάποιοι γίνονται ακόμη πιο κακοί με ένα όμορφο γατί ή σκυλί. Θέλουν να το πονέσουν ή να στραπατσάρουν την όμορφη εμφάνιση του. Με πίκρα συνειδητοποίησα ότι η μέχρι πρότινος τυχερή αδελφή μου δε θα μπορούσε εύκολα να επιβιώσει στο δρόμο. Θα έπρεπε να της βρω σπίτι και σύντομα. Είχα ευθύνη για εκείνη, όχι ως μεγαλύτερη αδελφή, αλλά ως σοφότερη.

Όμως πως μπορούσα να βρω ένα σπίτι για την Ελεωνόρα και να είμαι βέβαιη ότι ήταν ασφαλής ή ότι αύριο μεθαύριο δε θα την πέταγαν πάλι στους πέντε δρόμους; Έπρεπε να συζητήσω με τη γιαγιά το θέμα αυτό αλλά δεν ήθελα να είναι παρούσα η Ελεωνόρα. Δεν ήθελα να την ανησυχήσω, αν και σίγουρα θα έπρεπε να της κάνω μια κουβέντα για να είναι πιο προσεκτική.

Φτάσαμε στην ταβέρνα όπου συναντήσαμε τον Σωτήρη με το τσιγάρο στα χείλη. Μόλις μας είδε δύο ανασήκωσε το φρύδι του.

«Έφερες και παρέα σήμερα Ελίτσα;»

«Είναι η αδερφή μου», του νιαούρισα.

«Μιαου; Τι σημαίνει αυτό;» με πείραξε.

«Τι δεν καταλαβαίνει; Είμαι η αδελφή της», του νιαούρισε πιο δυνατά η Ελεωονόρα λες και ήταν κουφός.

«Οι άνθρωποι δεν είναι έξυπνοι», της εξήγησα. «Εμείς καταλαβαίνουμε τι μας λένε, αλλά αυτοί όχι τι τους απαντάμε».

«Αυτός σου έδωσε το όνομα;»

«Όχι, το όνομα το πήρα από την ελιά που μένω με τη γιαγιά Αντιγόνη, αλλά αυτός παραδόξως το κατάλαβε. Ίσως να μην είναι τόσο ανόητος όσο οι άλλοι».

«Όταν λες ελιά;»

«Το δέντρο που μένουμε, έχει μια κουφάλα φιλόξενη».

«Σε δέντρο μένεις;» με ρώτησε απογοητευμένη «νόμιζα ότι είχες αναφέρει σπίτι».

«Για εμένα σπίτι είναι το δέντρο αυτό».

«Πω πω, σωστή γατοσυζήτηση», σχολίασε σταυρώνοντας τα χέρια του ο Σωτήρης παρακολουθώντας μας.

«Τι θα γίνει θα μας φέρεις να φάμε;» του νιαούρισε η Ελεωνόρα, απογοητευμένη με τη μη προοπτική στέγης. Από το μαγαζί βγήκε μια κοπέλα, μόλις είδε την αδελφή μου ενθουσιάστηκε.

«Τι ομορφιά είναι αυτή;» είπε και έσκυψε για να τη χαϊδέψει. Και όπως ήδη γνωρίζεται η Ελεωνόρα δε δίστασε στιγμή.

«Καλή είναι, αλλά η Ελίτσα είναι πιο όμορφη», είπε ο Σωτήρης και έσκυψε επιτέλους να μου δώσει δυο φιλικά χτυπηματάκια με το δάχτυλο στο κεφάλι. Α ο Σωτήρης είναι με βεβαιότητα έξυπνος, ξέρει πως να κάνει ένα θηλυκό να νιώθει σίγουρο για τον εαυτό του και να μη ζηλεύει.

«Πάω να δω αν έχει τίποτα περισσέψει για να τους δώσουμε να φάνε».

«Καιρός ήταν», σχολίασε η Ελεωνόρα.

«Από που ξεφύτρωσες εσύ;» συνέχισε τα χάδια το κορίτσι.

Το θέμα δεν είναι από που ξεφύτρωσε αλλά που θα καταλήξει, αναρωτήθηκα.

«Τέτοια ομορφιά τι κάνει στους δρόμους, και τόσο καθαρή γούνα. Εσύ δεν μπορεί πρέπει να το έσκασες από σπίτι».

«Με έδιωξαν», νιαούρισε περίλυπη η Ελεωνόρα. Αν το κορίτσι καταλάβαινε θα είχε δακρύσει από το λυγμό στη φωνή της αδελφής μου. Όμως εκείνη την ώρα βγήκε ο Σωτήρης με το φαγητό μας και η drama queen ξέχασε για λίγο το δράμα της, υπακούοντας στις βιολογικές της ανάγκες. 

Δημιουργήστε δωρεάν ιστοσελίδα! Αυτή η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε με τη Webnode. Δημιουργήστε τη δική σας δωρεάν σήμερα! Ξεκινήστε