
Ο Γάτος στο Δέντρο
Ο Γάτος στο Δέντρο
Το Καλοκαίρι στη Νότια Ιταλία είναι πολύ ζεστό. Ένας μαύρος γάτος περνάει τις ημέρες του κάτω από τη σκιά των δέντρων και ακούει το κελάηδισμα των πουλιών. Όμως τα πουλιά εκτός από υπέροχη φωνή γίνονται ακόμα νοστιμότερος μεζές και η κοιλιά του Λούτσιου γουργουρίζει. Θα καταφέρουν τα πουλάκια να σωθούν από τις ορέξεις του; Και τι γνώμη έχουν οι υπόλοιποι αλητόγατοι της Ιταλίας για τον μαυρόγατο;

Πρελούδιο Γ' Μέρους
Και να που η Ελιά παίρνει ύψος και αλλάζει. Γίνεται για άλλη μια φορά ένας ψηλός πύργος.
Έξω υπάρχουν τάφροι, κροκόδειλοι καιροφυλαχτούν για κάποιον μεζέ που θα πεταχτεί σ' αυτούς για κέρασμα. Μπορούν να τον φάνε ελεύθερα.
Οι ανεπιθύμητοι καταλήγουν πάντα εκεί, τρομαγμένη τροφή των θηρίων.
Όμως εγώ είμαι η πυργοδέσποινα. Εδώ είναι το βασίλειό μου. Εδώ μέσα έχω κρυμμένους τους θησαυρούς μου, που τους μοιράζομαι μαζί σας. Εδώ είναι το βασίλειο των ιστοριών. Ποιος μεγαλύτερος θησαυρός από τις ιστορίες! Έχουν τόσες μαγικές δυνάμεις, κι όμως δεν μπορούν όλοι να τις δουν. Έχουν θολώσει από την πεζότητα.
Έχω ήδη αφήσει πίσω τις πόρτες του Γεράρδου και του Χαβιέ. Γνωρίζω όμως ότι οποιαδήποτε στιγμή μπορώ να ανοίξω τις πόρτες και να τους συναντήσω ξανά.
Οι ιστορίες είναι εκεί, δε φεύγουν, δε χάνονται. Κι αν εξατμιστούν γίνονται όνειρο, σύννεφο και ταξιδεύουν στον πελώριο ουρανό.
Γεια σας φίλοι μου, σας ευχαριστώ για τη συντροφιά που μου κρατήσατε. Θα έχω τις ιστορίες σας φυλαχτό στην καρδιά μου και όσα μου μάθατε. Προχωράω λίγο παρακάτω, η πατούσα μου τρέμει από τον νέο θησαυρό που θα θαμπώσει τα μάτια μου. Από το ταξίδι σε μια άλλη πατρίδα. Ανοίγω μια πόρτα στην τύχη, στη μέση του δωματίου υπάρχει ένα ψηλό δέντρο με χοντρό κορμό. Δε βλέπω όμως καμία γάτα εκεί τριγύρω. Όμως ακούγονται παντού κελαηδίσματα από πουλιά. Μελωδίες από πιάνο. Τζιτζίκια τερετίζουν. Το καλοκαίρι πλησιάζει. Ένα μαύρο σχήμα κινείται ανάμεσα στα κλαδιά. Μήπως είναι αυτός που αναζητώ;
Σε παρακαλώ, μη φας τα πουλάκια, το τραγούδι τους είναι τόσο όμορφο, κάνω μια παράκληση. Άραγε ο νέος μου φίλος μπορεί να με ακούσει;

Κεφάλαιο Πρώτο – Λουτσιάνο-
Ένιωθε ότι είχε πεθάνει. Ο Λούτσιο ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα με τα πόδια του σε ετοιμότητα να βαρέσουν μπουνοκλωτσιά όποιον τολμούσε να τον πλησιάσει. Έτσι συμβαίνει με τους αλητόγατους του δρόμου, κοιμούνται πάντα με το ένα μάτι ανοιχτό, ειδικά σε σοκάκια της πόλης που το έγκλημα έχει το πάνω χέρι. Το δέντρο κάτω από το οποίο είχε αναζητήσει τη σκιά και τη δροσιά, εκείνο το καλοκαιριάτικο μεσημέρι του καύσωνα, ήταν γεμάτο πουλιά. Το κελάηδισμα τους ανακούφιζε λίγο το θολωμένο του μυαλό από την υπερβολική ζέστη. Αν και ομολογούσε ότι δεν καταλάβαινε για ποιο λόγο τα μικρά πουλάκια ήταν τόσο ενθουσιασμένα με τη ζέστη και τραγουδούσαν όλο χαρά. Τα πουλιά και τα τζιτζίκια. Μόνο αυτά χαίρονταν όταν οποιαδήποτε άλλο πλάσμα υπέφερε και παραμιλούσε από την καυτή ανάσα του ήλιου. Όπως και να είχε, ήταν ευχάριστη αίσθηση για τα αυτιά του να τα ακούει. Και ακόμα πιο ευχάριστη για τον ουρανίσκο του όταν τα γευόταν. Σκέφτηκε και γλείφτηκε από λαχτάρα, μέσα στο όνειρό του.
Το βράδυ, μόλις θα έπεφτε η δροσιά, ίσως να ανέβαινε στο δέντρο να πιάσει ένα δυο από αυτά για βραδινό, ίσως και τρία. Πάντα υπάρχουν τόσα πολλά από δαύτα, που κάποιο θα μείνει πίσω για να κελαηδεί και να χαρίσει στην ψυχή του την τέρψη! Με αυτές τις σκέψεις, τα όνειρά του γέμισαν με αηδονάκια γιαχνί και τζιτζίκια τηγανιτά, και το στόμα του με σάλιο.
Ο Λούτσιο, έδωσε δυο τρία άπερcat στον αέρα, με τα μπροστινά του πόδια πριν ξυπνήσει απότομα, αναζητώντας τον εχθρό του. «Μπα, όνειρο ήταν» σκέφτηκε καθώς χασμουριόταν και τέντωσε τα πόδια του, γυρίζοντάς για να σταθεί όρθιος. Ο ήλιος είχε πέσει, αλλά δε θα έλεγε ότι είχε δροσίσει κιόλας. Το στομάχι του γουργούρισε. Ώρα για φαγητό, αποφάνθηκε. Έριξε μια ματιά στο δέντρο. Άξιζε να σκαρφαλώσει για ένα μεζέ ή θα του έβγαζαν τα μάτια τα πουλάκια με τα ράμφη τους; Αν και τέτοια ώρα, με βεβαιότητα εκείνα θα ετοιμάζονταν να κοιμηθούν. Βασάνισε λίγο το μυαλό του. Τα πουλάκια στο δέντρο ήταν πολλά , δε θα έλειπαν αν δύο ή τρία μετατρέπονταν σε αηδονομπουκιές. Όμως, αν το δέντρο έπαυε να θεωρείται ασφαλές για κατοικία, δε θα είχε πλέον τα μεσημέρια να τον νανουρίζουν τα κελαηδίσματα τους. Καλύτερα να αναζητούσε αλλού την τροφή του. Πήγε και κάθισε στα σκαλιά, έξω από την πόρτα της καλής κυρίας που συχνά έδινε τροφή στις γάτες. Αν ήταν τυχερός όλο και κάποια ψαροκροκέτα θα τον τράταρε. Χασμουρήθηκε και τεντώθηκε, όμως η γυναίκα αργούσε να κάνει την εμφάνισή της και ο Λούτσιο πεινούσε. Νιαούρισε μια δυο, μπας και δεν τον είχε πάρει είδηση, αλλά μάταια, η γυναίκα παρέμενε πεισματικά κλεισμένη στο σπίτι της. Καλύτερα να φρόντιζε μόνος του για το φαγητό του. Επέστρεψε κάτω από το δέντρο και κοίταξε ψηλά, ανάμεσα στα κλαδιά, όμως τις φωλιές τις έκρυβαν τα πράσινα, πυκνά φύλλα.
Δεν του έμενε άλλη λύση, αν δεν ήθελε να περάσει τη βραδιά του νηστικός, έπρεπε να ανέβει στο δέντρο και να ξετρυπώσει τα πουλάκια, βάζοντάς τα στη χούφτα της πατούσας του. Δυο τρία πουλάκια, τι να σου κάνει το ωραίο τραγούδι, αν το στομάχι είναι άδειο. Και να θες να το ακούσεις, θα σε εμποδίζει ο ήχος από το γουργουρητό σου. Πρέπει πρώτα να καλύπτεις τις βασικές σου ανάγκες και έπειτα έρχεται η καλοπέραση και οι τέχνες που ευφραίνουν την ψυχή. Με αυτή τη σκέψη, έδωσε ένα σάλτο και βρέθηκε στο πρώτο κλαδί.

Κεφάλαιο Δεύτερο – Οργανωμένο έγκλημα
Θα ήταν τουλάχιστον ανοησία από μέρους μας, να ισχυριστούμε ότι οργανωμένο έγκλημα υπάρχει μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές. Έγκλημα υπάρχει παντού στον κόσμο, ακόμα και στις πιο ανεπτυγμένες και ευκατάστατες πόλεις. Απλά, όπου η φτώχια και η ανέχεια είναι ευδιάκριτες, το οργανωμένο έγκλημα δε χρειάζεται ούτε να κρυφτεί, ούτε να καλυφτεί. Κι αυτός είναι ο λόγος, που στις φτωχές περιοχές παίρνει τον ρόλο του ευεργέτη, αφού προσφέρει δουλειά και βάζει το φαγητό στο καθημερινό τραπέζι των οικογενειών.
Συχνά σε αυτές τις περιοχές όλοι σχεδόν έχουν κάποια σχέση με το έγκλημα, ακόμα κι αν απλά εργάζονται στα κτήματα ενός πάτερ φαμίλια.
Ο Λούτσιο είχε τα μάτια του ανοικτά, παρακολουθώντας το απέναντι ψαράδικο. Νοικοκυρές έμπαιναν και έβγαιναν από εκεί κουβαλώντας τσάντες. Είχε μεγάλη όρεξη για πελαγίσιο ψάρι, αρμυρισμένο από το θαλασσινό νερό. Στη σκέψη και μόνο ενός τόσο εξαίσιου και σπάνιου γεύματος, το στόμα του γέμιζε σάλια και το στομάχι του γουργούριζε. Ένας άντρας βγήκε από το ψαράδικο, το ένστικτο του Λούτσιο του τον υπέδειξε ως εύκολο στόχο, κι αν ένας γάτος δεν δείξει εμπιστοσύνη στο ένστικτό του τότε ποιος θα δείξει; Οι νοικοκυρές είναι πολύ προσεκτικές με τα ψώνια τους, όχι απλά δε θα τις έπειθε να του δώσουν ένα ψαράκι, με το που θα τις πλησίαζε θα τον στόλιζαν με βρισιές, ίσως κάποιες να επιχειρούσαν να τον κλωτσήσουν. Δεν είναι να τα βάζεις με τις γυναίκες σε αυτόν τον τόπο, ούτε καν να τις πλησιάζεις. Όμως κάποιοι άντρες είναι εντελώς διαφορετική περίπτωση. Ο νεαρός, απροσδιορίστου ηλικίας για τον Λούτσιο, προχώρησε και κρέμασε τη νάιλον τσάντα με τα ψάρια στη βέσπα του, μόνο που ο γνωστός που του μίλησε του απέσπασε την προσοχή και ο άντρας δεν πρόσεξε ότι το ένα χερούλι δεν είχε κρεμαστεί, αφήνοντας τα ψάρια σε κοινή θέα. Ο Λούτσιο που τόση ώρα είχε από κοντά τον άντρα, πλησίασε περισσότερο, όταν τον είδε αφοσιωμένο στη συζήτηση με τον φίλο του.
Από την τσάντα, για τα ρουθούνια του Λούτσιο μοσχομύριζε η ευωδιά του ψαριού. Το χωνί που είχε κάνει την εφημερίδα ο ψαροπώλης για να τα βάλει, δεν είχε φροντίσει να το κλείσει καλά. Το ότι ο νεαρός είχε περάσει μόνο το ένα χερούλι της τσάντας από το τιμόνι τη μηχανής, άφηνε στην ουσία τα ψάρια ακάλυπτα και έβαζε σε σκέψεις τον αδέσποτο, πεινασμένο γάτο. Κι έτσι όπως φαινόταν απορροφημένος από τη συζήτηση ήταν πρόκληση για τον Λούτσιο να επιχειρήσει να πηδήξει και να αρπάξει το ψάρι, που με τα κόκκινα, νεκρά μάτια του φαινόταν να τον προκαλεί.
Ο Λούτσιο είχε πλησιάσει αρκετά, ήταν μεγάλο ρίσκο να βουτήξει μέσα στη τσάντα. Η νάιλον σακούλα μπορεί να γινόταν ο λόγος να χάσει τη ζωή του, αν ο νεαρός αποφάσιζε να τον κλείσει εκεί μέσα για τιμωρία, θα πέθαινε από ασφυξία, ούτε ευχάριστος ούτε αξιοπρεπής θάνατος. Όταν ο νεαρός έδωσε το χέρι του στο φίλο του, δείγμα αποχαιρετισμού, ο Λούτσιο σκέφτηκε ή τώρα ή ποτέ, και δίνοντας ένα σάλτο, βρέθηκε στον αέρα, άρπαξε το ψάρι, ενώ η βέσπα από την αιφνιδιαστική επίθεση κουνήθηκε, αλλά ευτυχώς δεν έπεσε πριν ο Λούτσιο διαφύγει με το ψάρι στο στόμα, ενώ ο νεαρός πίσω του φώναζε βρισιές και κατάρες στον κλέφτη. Φτάνοντας σε ένα σοκάκι άφησε κάτω το ψάρι και χωρίς να περιμένει να πάρει μια ανάσα, έπεσε με τα μούτρα στο φαΐ.
«Φρέσκο;» άκουσε μια φωνή πίσω του να τον ρωτάει. Ο Λούτσιο γύρισε απότομα και βρέθηκε απέναντι σε τρεις γάτους. Έναν λευκό, έναν ριγέ γκρι κι έναν πορτοκαλί.

Κεφάλαιο Τρίτο –Η συμμορία των αδέσποτων γατιών-
«Ένας μαύρος, γρουσούζης γάτος», τον περιγέλασε ο γκρι ριγέ.
«Απολαμβάνεις το ψάρι σου;» τον ρώτησε ο λευκός γάτος που ο Λούτσιο πρόσεξε ένα μαύρο μπάλωμα στα αριστερά πλευρά.
«Είναι δικό μου το ψάρι», γρύλισε απειλητικά ο Λούτσιο, δεν είχε σκοπό να μοιραστεί το αποτέλεσμα του κόπου του με μια συμμορία γατιών. Στάθηκε μπροστά από το ψάρι, προσεκτικά. Αν και γνώριζε ότι δε θα κατάφερνε να τα βάλει με τρεις γάτους του δρόμου και να βγει αλώβητος από τη μάχη, ήταν θέμα αξιοπρέπειας, ανώτερο κι από επιβίωσης.
«Ούτε λίγο;» ρώτησε ο κοκκινοτρίχης.
«Μα μας παρεξήγησες», σχολίασε δήθεν έκπληκτος ο λευκός με το μαύρο μπάλωμα. «Εμείς δεν ήρθαμε να διεκδικήσουμε το ψάρι σου. Αναγνωρίζουμε τόσο τον κόπο όσο και το θάρρος σου. Το να βουτήξεις μέσα σε μια σακούλα και να το αρπάξεις, εκπληκτικό».
«Αν δεν ήρθατε γι' αυτό, αφήστε με ήσυχο να απολαύσω το γεύμα μου και πηγαίνετε στην ευχή της μαύρης γάτας».
«Το ότι δεν ήρθαμε να φάμε το γεύμα σου, δε σημαίνει ότι δε θα το φάμε».
«Πάψε Τζίντζερ», τον διέκοψε ο λευκός με το μαύρο μπάλωμα, που φαινόταν να είναι είτε ο αρχηγός είτε ο πιο φλύαρος. «Δε θέλουμε να τρομάξουμε τον φίλο μας, άλλωστε ήρθαμε να υποβάλλουμε τα σέβη μας».
«Γιατί;» ρώτησε δύσπιστα ο Λούτσιο, ρίχνοντας πλάγιες ματιές στο μισοφαγωμένο ψάρι.
«Μα για το θάρρος σου», είπε ο λευκός
«Την τόλμη σου», είπε ο Γκρι ριγέ
«Την ταχύτητά σου», πρόσθεσε ο Τζίντζερ
«Την προνοητικότητά σου» πρόσθεσε ο Λευκός.
«Την ευστροφία σου», είπε ακόμα ο Τζίντζερ.
«Για την τύχη σου», σχολίασε ο γκρι ριγέ. «Έχεις μεγάλη τύχη για μαύρος γάτος σε αυτή την πόλη».
«Αυτό είναι αλήθεια», συμφώνησε ο Λευκός.
«Υπέροχα, μου υποβάλατε τα σέβη σας, τώρα παρακαλώ να με αφήσετε στην ησυχία μου».
«Όχι ακόμα, μη βιάζεσαι! Εκτός από την εκτίμησή μας, θα θέλαμε να σου κάνουμε και μια πρόταση».
Ο Λούτσιο στένεψε τα γατίσια μάτια του και περίμενε.
«Φαίνεται ότι είσαι ένας μοναχικός γάτος», συνέχισε ο Λευκός, «δε θα ήθελες να ανήκεις σε μια οικογένεια».
«Προτιμώ τη solo καριέρα!»
«Γιατί δε γνώρισες τη χαρά της ομάδας».
«Δε μου αρέσουν οι συνεργασίες».
«Μη μας προσβάλεις», απάντησε αγριεμένος ο γκρι ριγέ.
«Μη βιάζεσαι να απορρίψεις τα οφέλη της μεγάλης οικογένειας της πόλης μας», τον συμβούλεψε πιο πράα ο λευκός, αλλά στο ηχόχρωμα της φωνής του διαφαινόταν η απειλή.
«Τα γνωρίζω και προτιμώ να μείνω έξω από αυτή», απάντησε ο Λούτσιο κι ετοιμαζόταν για τον καυγά, αποχαιρετώντας το γεύμα του νοερά. Μάλλον όσο είχε προλάβει θα ήταν και το τελευταίο του.
«Αυτή είναι η τελευταία σου κουβέντα;»
«Ναι», νιαούρισε αποφασιστικά ο Λούτσιο.
«Σεβαστή, πάμε άντρες», είπε στους άλλους γάτους και γύρισε, επιτρέποντας στον Λούτσιο να δει κι ένα κοκκινωπό μπάλωμα στα δεξιά πλευρά του.
«Θα τα ξαναπούμε», του είπε ο Τζίντζερ και ακούστηκε σαν απειλή.
«Ελπίζω πως όχι», γρύλισε ο Λούτσιο.
«Απόλαυσε το γεύμα σου», τον προέτρεψε ο ριγέ γκρίζος.
Μόλις έμεινε μόνος, ο Λούτσιο πήρε το ψάρι στο στόμα του κι έφυγε. Δεν ήταν πλέον ασφαλές το σημείο για να απολαύσει το γεύμα του. Γνώριζε πολύ καλά ότι ουδετερότητα στην πόλη τους δεν υπάρχει ή θα είσαι μαζί μας ή εναντίον μας, αυτό ήταν το ρητό της φαμίλιας. Ακόμη κι αν δεν το είχαν πει καθαρά, ο Λούτσιο ήξερε ότι είχε πει σε μπελάδες.