Ο Γάτος στο Δέντρο

Ο Γάτος στο Δέντρο

Το Καλοκαίρι στη Νότια Ιταλία είναι πολύ ζεστό. Ένας μαύρος γάτος περνάει τις ημέρες του κάτω από τη σκιά των δέντρων και ακούει το κελάηδισμα των πουλιών. Όμως τα πουλιά εκτός από υπέροχη φωνή γίνονται ακόμα νοστιμότερος μεζές και η κοιλιά του Λούτσιου γουργουρίζει. Θα καταφέρουν τα πουλάκια να σωθούν από τις ορέξεις του; Και τι γνώμη έχουν οι υπόλοιποι αλητόγατοι της Ιταλίας για τον μαυρόγατο;  

Πρελούδιο Γ' Μέρους 

Και να που η Ελιά παίρνει ύψος και αλλάζει. Γίνεται για άλλη μια φορά ένας ψηλός πύργος.

Έξω υπάρχουν τάφροι, κροκόδειλοι καιροφυλαχτούν για κάποιον μεζέ που θα πεταχτεί σ' αυτούς για κέρασμα. Μπορούν να τον φάνε ελεύθερα.

Οι ανεπιθύμητοι καταλήγουν πάντα εκεί, τρομαγμένη τροφή των θηρίων.

Όμως εγώ είμαι η πυργοδέσποινα. Εδώ είναι το βασίλειό μου. Εδώ μέσα έχω κρυμμένους τους θησαυρούς μου, που τους μοιράζομαι μαζί σας. Εδώ είναι το βασίλειο των ιστοριών. Ποιος μεγαλύτερος θησαυρός από τις ιστορίες! Έχουν τόσες μαγικές δυνάμεις, κι όμως δεν μπορούν όλοι να τις δουν. Έχουν θολώσει από την πεζότητα.

Έχω ήδη αφήσει πίσω τις πόρτες του Γεράρδου και του Χαβιέ. Γνωρίζω όμως ότι οποιαδήποτε στιγμή μπορώ να ανοίξω τις πόρτες και να τους συναντήσω ξανά.

Οι ιστορίες είναι εκεί, δε φεύγουν, δε χάνονται. Κι αν εξατμιστούν γίνονται όνειρο, σύννεφο και ταξιδεύουν στον πελώριο ουρανό.

Γεια σας φίλοι μου, σας ευχαριστώ για τη συντροφιά που μου κρατήσατε. Θα έχω τις ιστορίες σας φυλαχτό στην καρδιά μου και όσα μου μάθατε. Προχωράω λίγο παρακάτω, η πατούσα μου τρέμει από τον νέο θησαυρό που θα θαμπώσει τα μάτια μου. Από το ταξίδι σε μια άλλη πατρίδα. Ανοίγω μια πόρτα στην τύχη, στη μέση του δωματίου υπάρχει ένα ψηλό δέντρο με χοντρό κορμό. Δε βλέπω όμως καμία γάτα εκεί τριγύρω. Όμως ακούγονται παντού κελαηδίσματα από πουλιά. Μελωδίες από πιάνο. Τζιτζίκια τερετίζουν. Το καλοκαίρι πλησιάζει. Ένα μαύρο σχήμα κινείται ανάμεσα στα κλαδιά. Μήπως είναι αυτός που αναζητώ;

Σε παρακαλώ, μη φας τα πουλάκια, το τραγούδι τους είναι τόσο όμορφο, κάνω μια παράκληση. Άραγε ο νέος μου φίλος μπορεί να με ακούσει;     

Κεφάλαιο Πρώτο – Λουτσιάνο-

Ένιωθε ότι είχε πεθάνει. Ο Λούτσιο ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα με τα πόδια του σε ετοιμότητα να βαρέσουν μπουνοκλωτσιά όποιον τολμούσε να τον πλησιάσει. Έτσι συμβαίνει με τους αλητόγατους του δρόμου, κοιμούνται πάντα με το ένα μάτι ανοιχτό, ειδικά σε σοκάκια της πόλης που το έγκλημα έχει το πάνω χέρι. Το δέντρο κάτω από το οποίο είχε αναζητήσει τη σκιά και τη δροσιά, εκείνο το καλοκαιριάτικο μεσημέρι του καύσωνα, ήταν γεμάτο πουλιά. Το κελάηδισμα τους ανακούφιζε λίγο το θολωμένο του μυαλό από την υπερβολική ζέστη. Αν και ομολογούσε ότι δεν καταλάβαινε για ποιο λόγο τα μικρά πουλάκια ήταν τόσο ενθουσιασμένα με τη ζέστη και τραγουδούσαν όλο χαρά. Τα πουλιά και τα τζιτζίκια. Μόνο αυτά χαίρονταν όταν οποιαδήποτε άλλο πλάσμα υπέφερε και παραμιλούσε από την καυτή ανάσα του ήλιου. Όπως και να είχε, ήταν ευχάριστη αίσθηση για τα αυτιά του να τα ακούει. Και ακόμα πιο ευχάριστη για τον ουρανίσκο του όταν τα γευόταν. Σκέφτηκε και γλείφτηκε από λαχτάρα, μέσα στο όνειρό του.

Το βράδυ, μόλις θα έπεφτε η δροσιά, ίσως να ανέβαινε στο δέντρο να πιάσει ένα δυο από αυτά για βραδινό, ίσως και τρία. Πάντα υπάρχουν τόσα πολλά από δαύτα, που κάποιο θα μείνει πίσω για να κελαηδεί και να χαρίσει στην ψυχή του την τέρψη! Με αυτές τις σκέψεις, τα όνειρά του γέμισαν με αηδονάκια γιαχνί και τζιτζίκια τηγανιτά, και το στόμα του με σάλιο.

Ο Λούτσιο, έδωσε δυο τρία άπερcat στον αέρα, με τα μπροστινά του πόδια πριν ξυπνήσει απότομα, αναζητώντας τον εχθρό του. «Μπα, όνειρο ήταν» σκέφτηκε καθώς χασμουριόταν και τέντωσε τα πόδια του, γυρίζοντάς για να σταθεί όρθιος. Ο ήλιος είχε πέσει, αλλά δε θα έλεγε ότι είχε δροσίσει κιόλας. Το στομάχι του γουργούρισε. Ώρα για φαγητό, αποφάνθηκε. Έριξε μια ματιά στο δέντρο. Άξιζε να σκαρφαλώσει για ένα μεζέ ή θα του έβγαζαν τα μάτια τα πουλάκια με τα ράμφη τους; Αν και τέτοια ώρα, με βεβαιότητα εκείνα θα ετοιμάζονταν να κοιμηθούν. Βασάνισε λίγο το μυαλό του. Τα πουλάκια στο δέντρο ήταν πολλά , δε θα έλειπαν αν δύο ή τρία μετατρέπονταν σε αηδονομπουκιές. Όμως, αν το δέντρο έπαυε να θεωρείται ασφαλές για κατοικία, δε θα είχε πλέον τα μεσημέρια να τον νανουρίζουν τα κελαηδίσματα τους. Καλύτερα να αναζητούσε αλλού την τροφή του. Πήγε και κάθισε στα σκαλιά, έξω από την πόρτα της καλής κυρίας που συχνά έδινε τροφή στις γάτες. Αν ήταν τυχερός όλο και κάποια ψαροκροκέτα θα τον τράταρε. Χασμουρήθηκε και τεντώθηκε, όμως η γυναίκα αργούσε να κάνει την εμφάνισή της και ο Λούτσιο πεινούσε. Νιαούρισε μια δυο, μπας και δεν τον είχε πάρει είδηση, αλλά μάταια, η γυναίκα παρέμενε πεισματικά κλεισμένη στο σπίτι της. Καλύτερα να φρόντιζε μόνος του για το φαγητό του. Επέστρεψε κάτω από το δέντρο και κοίταξε ψηλά, ανάμεσα στα κλαδιά, όμως τις φωλιές τις έκρυβαν τα πράσινα, πυκνά φύλλα.

Δεν του έμενε άλλη λύση, αν δεν ήθελε να περάσει τη βραδιά του νηστικός, έπρεπε να ανέβει στο δέντρο και να ξετρυπώσει τα πουλάκια, βάζοντάς τα στη χούφτα της πατούσας του. Δυο τρία πουλάκια, τι να σου κάνει το ωραίο τραγούδι, αν το στομάχι είναι άδειο. Και να θες να το ακούσεις, θα σε εμποδίζει ο ήχος από το γουργουρητό σου. Πρέπει πρώτα να καλύπτεις τις βασικές σου ανάγκες και έπειτα έρχεται η καλοπέραση και οι τέχνες που ευφραίνουν την ψυχή. Με αυτή τη σκέψη, έδωσε ένα σάλτο και βρέθηκε στο πρώτο κλαδί.        

Κεφάλαιο Δεύτερο – Οργανωμένο έγκλημα

Θα ήταν τουλάχιστον ανοησία από μέρους μας, να ισχυριστούμε ότι οργανωμένο έγκλημα υπάρχει μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές. Έγκλημα υπάρχει παντού στον κόσμο, ακόμα και στις πιο ανεπτυγμένες και ευκατάστατες πόλεις. Απλά, όπου η φτώχια και η ανέχεια είναι ευδιάκριτες, το οργανωμένο έγκλημα δε χρειάζεται ούτε να κρυφτεί, ούτε να καλυφτεί. Κι αυτός είναι ο λόγος, που στις φτωχές περιοχές παίρνει τον ρόλο του ευεργέτη, αφού προσφέρει δουλειά και βάζει το φαγητό στο καθημερινό τραπέζι των οικογενειών.

Συχνά σε αυτές τις περιοχές όλοι σχεδόν έχουν κάποια σχέση με το έγκλημα, ακόμα κι αν απλά εργάζονται στα κτήματα ενός πάτερ φαμίλια.

Ο Λούτσιο είχε τα μάτια του ανοικτά, παρακολουθώντας το απέναντι ψαράδικο. Νοικοκυρές έμπαιναν και έβγαιναν από εκεί κουβαλώντας τσάντες. Είχε μεγάλη όρεξη για πελαγίσιο ψάρι, αρμυρισμένο από το θαλασσινό νερό. Στη σκέψη και μόνο ενός τόσο εξαίσιου και σπάνιου γεύματος, το στόμα του γέμιζε σάλια και το στομάχι του γουργούριζε. Ένας άντρας βγήκε από το ψαράδικο, το ένστικτο του Λούτσιο του τον υπέδειξε ως εύκολο στόχο, κι αν ένας γάτος δεν δείξει εμπιστοσύνη στο ένστικτό του τότε ποιος θα δείξει; Οι νοικοκυρές είναι πολύ προσεκτικές με τα ψώνια τους, όχι απλά δε θα τις έπειθε να του δώσουν ένα ψαράκι, με το που θα τις πλησίαζε θα τον στόλιζαν με βρισιές, ίσως κάποιες να επιχειρούσαν να τον κλωτσήσουν. Δεν είναι να τα βάζεις με τις γυναίκες σε αυτόν τον τόπο, ούτε καν να τις πλησιάζεις. Όμως κάποιοι άντρες είναι εντελώς διαφορετική περίπτωση. Ο νεαρός, απροσδιορίστου ηλικίας για τον Λούτσιο, προχώρησε και κρέμασε τη νάιλον τσάντα με τα ψάρια στη βέσπα του, μόνο που ο γνωστός που του μίλησε του απέσπασε την προσοχή και ο άντρας δεν πρόσεξε ότι το ένα χερούλι δεν είχε κρεμαστεί, αφήνοντας τα ψάρια σε κοινή θέα. Ο Λούτσιο που τόση ώρα είχε από κοντά τον άντρα, πλησίασε περισσότερο, όταν τον είδε αφοσιωμένο στη συζήτηση με τον φίλο του.

Από την τσάντα, για τα ρουθούνια του Λούτσιο μοσχομύριζε η ευωδιά του ψαριού. Το χωνί που είχε κάνει την εφημερίδα ο ψαροπώλης για να τα βάλει, δεν είχε φροντίσει να το κλείσει καλά. Το ότι ο νεαρός είχε περάσει μόνο το ένα χερούλι της τσάντας από το τιμόνι τη μηχανής, άφηνε στην ουσία τα ψάρια ακάλυπτα και έβαζε σε σκέψεις τον αδέσποτο, πεινασμένο γάτο. Κι έτσι όπως φαινόταν απορροφημένος από τη συζήτηση ήταν πρόκληση για τον Λούτσιο να επιχειρήσει να πηδήξει και να αρπάξει το ψάρι, που με τα κόκκινα, νεκρά μάτια του φαινόταν να τον προκαλεί.

Ο Λούτσιο είχε πλησιάσει αρκετά, ήταν μεγάλο ρίσκο να βουτήξει μέσα στη τσάντα. Η νάιλον σακούλα μπορεί να γινόταν ο λόγος να χάσει τη ζωή του, αν ο νεαρός αποφάσιζε να τον κλείσει εκεί μέσα για τιμωρία, θα πέθαινε από ασφυξία, ούτε ευχάριστος ούτε αξιοπρεπής θάνατος. Όταν ο νεαρός έδωσε το χέρι του στο φίλο του, δείγμα αποχαιρετισμού, ο Λούτσιο σκέφτηκε ή τώρα ή ποτέ, και δίνοντας ένα σάλτο, βρέθηκε στον αέρα, άρπαξε το ψάρι, ενώ η βέσπα από την αιφνιδιαστική επίθεση κουνήθηκε, αλλά ευτυχώς δεν έπεσε πριν ο Λούτσιο διαφύγει με το ψάρι στο στόμα, ενώ ο νεαρός πίσω του φώναζε βρισιές και κατάρες στον κλέφτη. Φτάνοντας σε ένα σοκάκι άφησε κάτω το ψάρι και χωρίς να περιμένει να πάρει μια ανάσα, έπεσε με τα μούτρα στο φαΐ.

«Φρέσκο;» άκουσε μια φωνή πίσω του να τον ρωτάει. Ο Λούτσιο γύρισε απότομα και βρέθηκε απέναντι σε τρεις γάτους. Έναν λευκό, έναν ριγέ γκρι κι έναν πορτοκαλί.    

Κεφάλαιο Τρίτο –Η συμμορία των αδέσποτων γατιών-

«Ένας μαύρος, γρουσούζης γάτος», τον περιγέλασε ο γκρι ριγέ.

«Απολαμβάνεις το ψάρι σου;» τον ρώτησε ο λευκός γάτος που ο Λούτσιο πρόσεξε ένα μαύρο μπάλωμα στα αριστερά πλευρά.

«Είναι δικό μου το ψάρι», γρύλισε απειλητικά ο Λούτσιο, δεν είχε σκοπό να μοιραστεί το αποτέλεσμα του κόπου του με μια συμμορία γατιών. Στάθηκε μπροστά από το ψάρι, προσεκτικά. Αν και γνώριζε ότι δε θα κατάφερνε να τα βάλει με τρεις γάτους του δρόμου και να βγει αλώβητος από τη μάχη, ήταν θέμα αξιοπρέπειας, ανώτερο κι από επιβίωσης.

«Ούτε λίγο;» ρώτησε ο κοκκινοτρίχης.

«Μα μας παρεξήγησες», σχολίασε δήθεν έκπληκτος ο λευκός με το μαύρο μπάλωμα. «Εμείς δεν ήρθαμε να διεκδικήσουμε το ψάρι σου. Αναγνωρίζουμε τόσο τον κόπο όσο και το θάρρος σου. Το να βουτήξεις μέσα σε μια σακούλα και να το αρπάξεις, εκπληκτικό».

«Αν δεν ήρθατε γι' αυτό, αφήστε με ήσυχο να απολαύσω το γεύμα μου και πηγαίνετε στην ευχή της μαύρης γάτας».

«Το ότι δεν ήρθαμε να φάμε το γεύμα σου, δε σημαίνει ότι δε θα το φάμε».

«Πάψε Τζίντζερ», τον διέκοψε ο λευκός με το μαύρο μπάλωμα, που φαινόταν να είναι είτε ο αρχηγός είτε ο πιο φλύαρος. «Δε θέλουμε να τρομάξουμε τον φίλο μας, άλλωστε ήρθαμε να υποβάλλουμε τα σέβη μας».

«Γιατί;» ρώτησε δύσπιστα ο Λούτσιο, ρίχνοντας πλάγιες ματιές στο μισοφαγωμένο ψάρι.

«Μα για το θάρρος σου», είπε ο λευκός

«Την τόλμη σου», είπε ο Γκρι ριγέ

«Την ταχύτητά σου», πρόσθεσε ο Τζίντζερ

«Την προνοητικότητά σου» πρόσθεσε ο Λευκός.

«Την ευστροφία σου», είπε ακόμα ο Τζίντζερ.

«Για την τύχη σου», σχολίασε ο γκρι ριγέ. «Έχεις μεγάλη τύχη για μαύρος γάτος σε αυτή την πόλη».

«Αυτό είναι αλήθεια», συμφώνησε ο Λευκός.

«Υπέροχα, μου υποβάλατε τα σέβη σας, τώρα παρακαλώ να με αφήσετε στην ησυχία μου».

«Όχι ακόμα, μη βιάζεσαι! Εκτός από την εκτίμησή μας, θα θέλαμε να σου κάνουμε και μια πρόταση».

Ο Λούτσιο στένεψε τα γατίσια μάτια του και περίμενε.

«Φαίνεται ότι είσαι ένας μοναχικός γάτος», συνέχισε ο Λευκός, «δε θα ήθελες να ανήκεις σε μια οικογένεια».

«Προτιμώ τη solo καριέρα!»

«Γιατί δε γνώρισες τη χαρά της ομάδας».

«Δε μου αρέσουν οι συνεργασίες».

«Μη μας προσβάλεις», απάντησε αγριεμένος ο γκρι ριγέ.

«Μη βιάζεσαι να απορρίψεις τα οφέλη της μεγάλης οικογένειας της πόλης μας», τον συμβούλεψε πιο πράα ο λευκός, αλλά στο ηχόχρωμα της φωνής του διαφαινόταν η απειλή.

«Τα γνωρίζω και προτιμώ να μείνω έξω από αυτή», απάντησε ο Λούτσιο κι ετοιμαζόταν για τον καυγά, αποχαιρετώντας το γεύμα του νοερά. Μάλλον όσο είχε προλάβει θα ήταν και το τελευταίο του.

«Αυτή είναι η τελευταία σου κουβέντα;»

«Ναι», νιαούρισε αποφασιστικά ο Λούτσιο.

«Σεβαστή, πάμε άντρες», είπε στους άλλους γάτους και γύρισε, επιτρέποντας στον Λούτσιο να δει κι ένα κοκκινωπό μπάλωμα στα δεξιά πλευρά του.

«Θα τα ξαναπούμε», του είπε ο Τζίντζερ και ακούστηκε σαν απειλή.

«Ελπίζω πως όχι», γρύλισε ο Λούτσιο.

«Απόλαυσε το γεύμα σου», τον προέτρεψε ο ριγέ γκρίζος.

Μόλις έμεινε μόνος, ο Λούτσιο πήρε το ψάρι στο στόμα του κι έφυγε. Δεν ήταν πλέον ασφαλές το σημείο για να απολαύσει το γεύμα του. Γνώριζε πολύ καλά ότι ουδετερότητα στην πόλη τους δεν υπάρχει ή θα είσαι μαζί μας ή εναντίον μας, αυτό ήταν το ρητό της φαμίλιας. Ακόμη κι αν δεν το είχαν πει καθαρά, ο Λούτσιο ήξερε ότι είχε πει σε μπελάδες.    

Κεφάλαιο Τέταρτο 

 –Αηδόνια και Τζιτζίκια-

Ο Λούτσιο έδωσε ένα σάλτο και βρέθηκε σκαρφαλωμένος στο πρώτο κλαδί. Με το γατήσιο βήμα του, που μόνο ο Θεός θα μπορούσε να το αφουγκραστεί ισορρόπησε σαν ακροβάτης και άρχισε να ανεβαίνει. Η πυκνή φυλλωσιά τον έκρυβε από τα αδιάκριτά βλέμματα, ώσπου μπροστά του είδε δυο μικρά μάτια να τον θωρούνε.

«Τι γυρεύει ένας γάτος πάνω σε ένα δέντρο;» ρώτησε το αηδόνι.

«Φαγητό», απάντησε με ειλικρίνεια, αλλά κάτι τον εμπόδισε να χιμήξει στο πουλί.

«Δεν είναι εστιατόριο το δέντρο».

«Ούτε εγώ πελάτης, κυνηγός είμαι», αποκρίθηκε.

«Τι σε εμποδίζει να κάνεις την κίνησή σου;»

«Το θάρρος σου να σταθείς απέναντί μου».

«Ή η αποκοτιά μου», σχολίασε το αηδόνι. «Είμαι εδώ ως διαπραγματευτής».

«Διαπραγματευτής; Θα μου δώσεις να φάω τα άρρωστα πουλάκια για να γλιτώσουν τα γερά;» ρώτησε ο Λούτσιο.

«Όχι, δε θα φροντίσω να καλύψω τη φυσική σου πείνα, αλλά την πνευματική».

«Δεν καταλαβαίνω».

«Αρκετό καιρό συμβιώνουμε, εμείς κρυμμένα μέσα στην πυκνή φυλλωσιά του δέντρου κι εσύ στη σκιά του, έχουμε προσέξει πως απολαμβάνεις το κελάηδισμα μας...»

«Αν φαγωθούν δυο τρία πουλάκια δε θα πάψουν τα υπόλοιπα να κελαηδούν», σχολίασε κυνικά ο Λούτσιο, κι έκανε ένα βήμα προς τον διαπραγματευτή.

«Επιπλέον έχουμε παρατηρήσει κι ένα εξαιρετικό ταλέντο σε εσένα που δεν το έχουμε δει ποτέ ξανά σε άλλο γάτο».

«Σαν τι;» ρώτησε απορημένος ο Λούτσιο και σταμάτησε.

«Ότι είσαι εκπληκτικά καλλίφωνος σε σχέση με τις άλλες γάτες!»

«Αλήθεια!» αναρωτήθηκε κολακευμένος ο Λούτσιο.

«Το νιαουριτό σου έχει μέταλλο, ακόμη και στους γατοκαυγάδες δεν ενοχλεί τα ευαίσθητα αηδονίσια αυτιά μας».

«Δε μου τα λες αυτά για να μη σας φάω».

«Στα λέω και γι' αυτό, όπως είπα νωρίτερα ήρθα εδώ ως διαπραγματευτής. Η φωνή σου έχει μέταλλο και δυνατότητες, αλλά πρέπει να τις καλλιεργήσεις».

«Πώς;»

«Θα σε διδάξουμε εμείς;»

«Να κελαηδάω;» ρώτησε δύσπιστα ο Λούτσιο.

«Όχι φυσικά! Αυτό είναι αδύνατο και δε θα είχε και νόημα. Υπάρχουν τόσα πολλά αηδόνια άλλωστε, δε χρειάζεται άλλο ένα με τη μορφή γάτου», είπε και πετώντας κάθισε στο κεφάλι του. «Μα φαντάσου τι μπορείς να κάνεις με μια ωραία γατίσια φωνή» του είπε ψιθυρίζοντας στο αυτί.

«Και πώς θα μάθω;» ρώτησε ξανά, «εσείς είστε αηδόνια, θα χρειαστώ έναν γάτο καθηγητή ορθοφωνίας».

«Είμαστε αηδόνια και γι' αυτό είμαστε οι καλύτεροι δάσκαλοι ορθοφωνίας».

Το έντονο γουργουρητό από το στομάχι του Λούτσιο τους διέκοψε.

«Πρώτα όμως από την πνευματική σου τροφή, πρέπει να φροντίσουμε για τη φυσική. Εκεί κάτω είναι ένα ποντίκι, πήδηξε πριν σου φύγει, εκτός κι αν προτιμάς εκείνο να σε διδάξει να τσιρίζεις!» σχολίασε το αηδόνι, πριν πετάξει σε ένα κλαρί πιο πάνω, σίγουρο για τη συμφωνία που έκανε με τον Λούτσιο. Ο γάτος θα φρόντιζε για την προστασία της κοινότητας.    

Κεφάλαιο Πέμπτο –Η συμμορία-

Οι τρεις γάτοι που λίγες ημέρες νωρίτερα είχαν προσπαθήσει να κάνουν μέλος της συμμορίας τους τον Λούτσιο τεμπέλιαζαν σε μια αλάνα. Ο λευκός με το μαύρο μπάλωμα στη μια πλευρά και το κόκκινο στην άλλη, ονομαζόταν Φράνκο. Ο γκρι τιγρέ ήταν ο Ρομπέτρο και ο κόκκινος ο Τζίντζερ. Μόλις είχαν τελειώσει το γεύμα τους, από τις προσφορές που τους είχαν φέρει άλλοι αδέσποτοι γάτοι της περιοχής. Η συμμορία τους έπαιρνε ποσοστά από τους άλλους, αλλά μη φανταστείτε ότι κάποιος από τους τρεις ήταν ο κορυφαίος της πυραμίδας, αυτόν θα τον επισκεφτούμε αργότερα στο χρυσό κλουβί του. Όμως έχει σημασία να ακούσουμε την κουβέντα τους.

«Δεν καταλαβαίνω!» γκρίνιαξε ο Τζίντζερ.

«Τι θες κοκκινομούρη;»

«Έχουν περάσει τόσες μέρες, γιατί δεν έχουμε πάει να του σπάσουμε τα μούτρα;»

«Υπομονή!» απάντησε σιβυλλικά ο Φράνκο.

«Μα καθόμαστε και τρώμε αυτές τις αηδίες, αντί να τον αναγκάσουμε να μας φέρει κι εμάς από ένα ψάρι».

«Όταν έτρωγες δε σε είδα να γκρινιάζεις;» απάντησε ο Φράνκο.

«Τότε απλά πείναγα, τώρα όμως έχω δυσπεψία από τα σκουπίδια που μας έφεραν να φάμε αυτοί οι ανόητοι υποτακτικοί μας».

«Αλήθεια Φράνκο, και εγώ αναρωτιέμαι γιατί δεν δώσαμε ένα μάθημα σε εκείνον τον απαίσιο μαύρο γάτο».

«Σαν τι;»

«Να τον κάναμε μαύρο στο ξύλο, ας πούμε».

«Δε θα είχε νόημα αυτό, ήταν ήδη μαύρος, δε θα φαινόταν η διαφορά», απάντησε ο κάπως ελαφρόμυαλος Τζίντζερ. Εδώ θέλω να ανοίξω μια παρένθεση, ότι ακολουθεί η φήμη τους κόκκινους γάτους ότι είναι ανόητοι, είναι ένα στερεότυπο που δεν ισχύει, όπως κι αυτό που ακολουθεί εμάς τις μαύρες ότι είμαστε δήθεν γρουσούζες. Απλά στη συγκεκριμένη ιστορία ο Τζίτζερ δεν έπιανε και πουλιά στον αέρα, αλλά αυτό δεν αντιπροσωπεύει όλον τον πληθυσμό των κόκκινων γατιών. «Θα ήταν προτιμότερο να του είχαμε φάει απλά το ψάρι, για να μάθει ποιος είναι το αφεντικό».

«Δεν είσαι το αφεντικό Τζίντζερ, είσαι απλώς στρατιώτης. Εγώ ως τοπικός αρχηγός είμαι εξουσιοδοτημένος από τον Μακιαβέλι να παίρνω τις αποφάσεις. Ο μαύρος γάτος είναι έξυπνος, σβέλτος, τολμηρός. Μπορεί να μας φανεί χρήσιμος».

«Σκέφτεσαι να τον στρατολογήσεις;» τον ρώτησε ο Γκρι τιγρέ.

«Θα ήταν μια καλή μεταγραφή για την ομάδα μας».

«Δεν τον συμπαθώ», αποφάνθηκε ο Τζίντζερ.

«Δεν παίζει κανένα ρόλο η συμπάθεια», σχολίασε ο Φράνκο. «Φτάνει να μπορεί να ανταπεξέλθει στις ανάγκες της οργάνωσης».

«Μα Φράνκο, του έκανες την πρόταση μας και αρνήθηκε. Πώς πιστεύεις ότι θα αλλάξει γνώμη, ειδικά από τη στιγμή που ούτε καν τον έχουμε εκφοβίσει;»

«Μμμ, ναι», είπε νυσταλέα ο Φράνκο. «Αν σταματήσετε να γκρινιάζετε και με αφήσετε να κοιμηθώ θα τη βρω τη λύση», είπε και βολεύτηκε καλύτερα για τη μεσημεριανή του σιέστα.

«Πρέπει να είναι ιδιοφυία», νιαούρισε σιγά ο Τζίντζερ. «Βρίσκει τις λύσεις στον ύπνο του. Εγώ όταν κοιμάμαι ονειρεύομαι πιτσούνια στη σούβλα, τσιπούρες στα κάρβουνα. Ακρίδες σουβλάκι».

«Γι' αυτό είσαι χοντρομπαλάς».

«Όπως είχε πει και ο Χαβιέ[1], όμορφος γάτος ο στρουμπουλός γάτος».


[1] Ήρωας από τη 2η ιστορία της Έλις, «Ένας γάτος βετζετέριαν».

Κεφάλαιο έκτο –Μαθήματα ορθοφωνίας-

Όπως καταλαβαίνετε δεν ήταν εύκολη υπόθεση τα μαθήματα ορθοφωνίας. Οι αηδονοδιδάσκαλοι από τη μία φοβόταν τον Λούτσιο, πώς μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη σε έναν γάτο ότι δε θα πεταχτεί να σε αρπάξει και να σε κάνει μια μπουκιά κι από την άλλη τον περιφρονούσαν για τις φωνητικές του ανικανότητες. Όσο κι αν επέμενε ο μαέστρο Usingolo, οι υπόλοιποι είχαν αντίθετη γνώμη.

«Δεν πατάει σε καμιά νότα, είναι σαν να του πατάς την ουρά κάθε φορά που προσπαθεί να κελαηδήσει».

«Δεν είναι πουλί να κελαηδήσει, πρέπει να μάθει να τραγουδάει βάσει των δικών του δυνατοτήτων», προσπάθησε να τον υπερασπιστεί.

«Οι γάτες δεν έχουν δυνατότητες στο τραγούδι. Καλύτερα τραγουδάει ένας λύκος στην πανσέληνο».

«Πρέπει να τηρήσουμε την υπόσχεσή μας».

«Εσύ του έδωσες την υπόσχεση», τον κατηγόρησε ο καλλίφωνος.

«Του γέμισες τα μυαλά με αέρα», πρόσθεσε ένας άλλος.

«Θα ήμασταν κάμποσοι λιγότεροι αν δεν είχα πάρει το ρίσκο να παρέμβω», υπερασπίστηκε τον εαυτό του ο μαέστρο Usingolo.

«Ας του έταζες κάτι άλλο».

«Τι, να πετάει;»

«Πιο εύκολο είναι να πετάξει παρά να τραγουδήσει. Δεν έχει ταλέντο», σιγοντάρισε η Ντούλθε.

«Άσε που κάθε φορά που του κάνω μάθημα φοβάμαι μην πεταχτεί και με φάει. Ξέρεις πώς χτυπάει το φυλλοκάρδι μου κάθε φορά, πόσες μέρες ζωής έχω χάσει;» γκρίνιαξε η Tremito.

«Αντιλαμβάνομαι τις ανησυχίες σας, αλλά θεωρώ ότι είσαστε άδικοι με τον Λούτσιο και προκατειλημμένοι, κι ένα πράγμα δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι ένας δάσκαλος, προκατειλημμένος με τον μαθητή του. Πώς θα διδάξεις κάποιον όταν το θεωρείς σπατάλη χρόνου, κι ότι εκείνος δεν πρόκειται να μάθει; Κανείς δεν περιμένει ο Λούτσιο να κελαηδάει σαν αηδόνι, δεν έχει λόγο να το κάνει, δεν είναι αυτό που του υπαγορεύει η φύση του. Όμως δεν μπορείτε να τον κατηγορείτε ότι δε σας σέβεται και ότι σας αντιλαμβάνεται σαν μεζεδάκια ή ότι δεν προσπαθεί. Μπορεί να μην τα καταφέρνει τόσο καλά, αλλά αν δεν τον αντιμετωπίζατε με δυσπιστία, θα είχατε αντιληφθεί πόσο έχει βελτιωθεί. Αν δε θέλετε να συνεχίσετε με την εκπαίδευσή του θα το κάνω μόνος μου. Ούτε τον μαθητή μου σκοπεύω να εγκαταλείψω ούτε την υπόσχεσή μου να μη τηρήσω».

«Κάνε ό,τι καταλαβαίνεις!», είπε και πέταξε στο παραπάνω κλαδί ο Καλλίφωνος. Ήταν έτοιμοι να πετάξουν και οι υπόλοιποι αηδονοδιδάσκαλοι όταν ακούστηκε ένας σκοπός που ευχαρίστησε την ευαίσθητη ακοή τους.

«Τι θεσπέσια μελωδία είναι αυτή;»

«Λίγο κατώτερη από αηδονιού, μα ευχάριστη».

«Και τι σωστά ερμηνευμένες οι νότες!» σχολίασε η Tremito. Όλοι γύρισαν και κοίταξαν να δουν σε ποιον ανήκε η αιθέρια αυτή φωνή.

«Απίστευτο!» είπαν ο ένας μετά τον άλλον εκτός από τον μαέστρο Usingolo.

«Ο μαθητής μας!»

Ο μαέστρο Usingolo πέταξε και στάθηκε στο κεφάλι του Λούτσιο, όταν εκείνος τράβηξε μια κορώνα, χωρίς να του κοπεί η ανάσα.

«Εύγε Λούτσιο», τον συνεχάρη και εκείνος νιαούρισε σεμνά. «Είμαι περήφανος για εσένα».

«Όλοι είμαστε», συμφώνησε η Ντούλθε από το πιο χαμηλό κλαδί του δέντρου. Όσο περήφανοι και να ήταν, καλύτερα να κρατούσαν αποστάσεις ασφαλείας.

Και μη νομίζετε ότι ο Λούτσιο κατάλαβε τη συζήτηση των αηδονιών και θέλησε να τους διαψεύσει. Απλά ακούγοντάς τους να κελαηδούν και αγνοώντας ότι το θέμα τους ήταν ο ίδιος, επιθύμησε να συμμετέχει με τη δική του γατίσια φωνή στο κονσέρτο τους.     

Κεφάλαιο έβδομο – Μετζανότε-

Ένα βράδυ, λίγο πριν τα μεσάνυχτα που ο Φράνκο πήγε προς νερού του, ο Τζίντζερ με τον Ρομπέρτο άρχισαν να συζητάνε για ποιο λόγο ο αρχηγός τους είχε αφήσει τον μαύρο γάτο να τη σκαπουλάρει. Ήταν ή δεν ήταν αρχηγοί της περιοχής, αν μάθαιναν οι άλλοι γάτοι ότι τους αψήφησε ένας μαυρόγατος και από πάνω έμεινε ατιμώρητος ήταν να τους κλαίνε οι ρέγκες, να τους γελάνε τα λυθρίνια.

«Θα πάψουν να μας υπακούνε, θα επικρατήσει η αναρχία». Είναι γεγονός ότι όσοι εξουσιάζουν τους άλλους προς όφελος τους, όταν χάνουν τα προνόμια που έχουν αποκτήσει με την επιβολή τους, αντιλαμβάνονται αυτή την αντίδραση ως χάος. Δεν είναι λίγες οι φορές που ένας πολιτικάντης, με τη στήριξη των ντελάληδων των μέσων επιμένουν ότι υπάρχουν δύο μόνο δρόμοι ή αυτός που διατηρεί την τάξη (των συμφερόντων τους και μόνο) ή ο δρόμος που θα φέρει το χάος.

Ο Φράνκο άκουσε τη συζήτηση από τη στιγμή που ο Τζίντζερ αναρωτιόταν μήπως ο αρχηγός τους, ήταν προληπτικός και φοβόταν ότι θα του φέρει γρουσουζιά αν τα βάλει με έναν μαύρο ψιψίνι.

«Δε νομίζω ότι είναι αυτό», σχολίασε ο Ρομπέρτο, αλλά και εκείνου του έκανε εντύπωση η αδιαφορία του Φράνκο να επιβάλει την υπακοή.

«Τα όνειρά μου έχουν γεμίσει εφιάλτες Ρομπέρτο», του εκμυστηρεύτηκε ο Τζίντζερ. «Το μεσημέρι έβλεπα ότι πήγα να φάω μια σαρδέλα, κι ενώ το ψάρι ήταν ψόφιο, σπαρταρούσε και απομακρυνόταν συνέχεια από εμένα. Κι ενώ εγώ το ακολουθούσα και το παρακαλούσα να σταθεί να το φάω, εκείνο άνοιξε τα μάτια του και είπε ότι άξιος να το φάει είναι μόνο ο μαύρος γάτος. Εμένα δε με καταδεχόταν. Θυμωμένος πήδηξα να το πιάσω και εκείνο έδωσε ένα σάλτο και μπήκε στο ανοιχτό στόμα του μαύρου γάτου. Εκείνος τότε γλείφτηκε και χωρίς να μου δώσει σημασία μου γύρισε την πλάτη κι έφυγε. Δεν αντέχω άλλο τους εφιάλτες Ρομπέρτο».

«Μην ανησυχείς, για να καθυστερεί ο Φράνκο, κάτι μεγάλο έχει στο μυαλό του», αποπειράθηκε να καθησυχάσει τον Τζίντζερ, αλλά ο Φράνκο διέκρινε στη φωνή του την αμφιβολία.

«Το ελπίζω», είπε ο Τζίντζερ και σιώπησαν. Λίγο αργότερα εμφανίστηκε ο Φράνκο, παριστάνοντας ότι δεν τους είχε ακούσει. Δεν είχε όρεξη ούτε για καυγάδες, μα κυρίως δεν ήθελε να του ζητήσουν τον λόγο και να τον αμφισβητήσουν ανοιχτά. Και όταν προς τα ξημερώματα ξάπλωσε αναρωτήθηκε και ο ίδιος γιατί είχε αφήσει ατιμώρητο τον μαύρο γάτο.

Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήξερε σε ποια περιοχή ακριβώς γυρνούσε, δε θα ήταν δύσκολο να ξαμολήσει τα τσιράκια του να τον βρουν, όμως ήταν κάτι άλλο. Ο μαύρος γάτος του ενέπνευσε σεβασμό. Μόνος του, χωρίς καμία βοήθεια όρμησε και πήρε το ψάρι.

«Σεβασμό ή φόβο;» ρώτησε τον εαυτό του.

«Φόβο γιατί;» ξαναρώτησε έκπληκτος από την παραδοχή.

«Μην αποδειχτεί εκείνος ανώτερος από εσένα και γίνει αρχηγός». Καλύτερα να έμενε μακριά, να ζήσει σε ειρήνη. Αν δεν υπήρχαν αυτοί οι δύο ηλίθιοι που ντε και καλά ήθελαν να τον εκδικηθούν, ο Φράνκο θα άφηνε την ιστορία να ξεχαστεί, όμως δε φαινόταν ότι θα του το επέτρεπαν.

«Τι στην ευχή αρχηγός είσαι Φράνκο! Οι αρχηγοί δε μάχονται, βάζουν τους άλλους να πολεμήσουν γι' αυτούς. Ας ξαμολήσεις τους υποτακτικούς σου να ζητήσεις το κεφάλι του. Και κάποιος θα καταφέρει να στο φέρει χωρίς να λερώσεις τις πατούσες σου. Κι εσύ θα είσαι ήρεμος και αυτοί θα ικανοποιηθούν».

Το πρωί θα έκανε αυτό που έπρεπε, θα έβγαζε το διάγγελμα και θα επικήρυττε το κεφάλι του μαύρου γάτου με το ένα μπλε και το άλλο πράσινο μάτι.     

Κεφάλαιο Όγδοο – Μαφάλντα-

Η Μαφάλντα κάθισε στο πιάνο της και ρεμβάζοντας αφηρημένη έπαιξε λίγες νότες. Θυμήθηκε τα νιάτα της στο Μιλάνο, όταν θεωρούταν μια πολλά υποσχόμενη πριμαντόνα. Η φωνή της μπορούσε να ραγίσει το γυαλί στις πολύ ψηλές νότες, αλλά έπειτα όλα πήγαν στραβά. Ένα κρύωμα και η νεανική της επιπολαιότητα κατέστρεψαν το μέλλον της. Ποτέ δεν κατάφερε να αναρρώσει πλήρως η φωνή της. Παρέμενε αρκετά καλή στο τραγούδι, αλλά πλέον οι πρώτοι ρόλοι δεν της ανήκαν. Στην αρχή έκανε κουράγιο, συμβιβάστηκε με δεύτερους ρόλους πάνω στη σκηνή, άλλωστε τι θα ήταν ένας πρωταγωνιστής αν δεν πλαισιωνόταν από τους υπόλοιπους χαρακτήρες, όμως πάντα ήλπιζε ότι θα ανακτούσε το χαμένο μεγαλείο της και θα επέστρεφε. Έπειτα από δυο χρόνια που δεν κατάφερε να ανακτήσει τη θέση της παραιτήθηκε και εξαφανίστηκε από το Μιλάνο μέσα στη νύχτα. Κανείς δεν έμαθε τι απέγινε η λαμπερή, αλλά άτυχη σταρ της όπερας.

Για κάποιο καιρό ο κίτρινος τύπος ασχολήθηκε με το δράμα της, πάντα τραβάει την προσοχή μια τέως πρωταγωνίστρια, ειδικά όταν έχει ξεπέσει. Μια θεότητα που έπεσε από το θρόνο της προσφέρει μια χαιρέκακη συγκίνηση στο κοινό. Κάποιος συνάδελφός της ανέφερε ότι την είχε ακούσει να λέει, ότι οι δεύτεροι ρόλοι είναι για τους αποτυχημένους. Κάποιος άλλος είχε φανταστεί ότι την είχε δει να πίνει χάπια, ενώ πολλοί εξέφρασα την ανησυχία τους μήπως κατέληγε να κάνει κακό στον εαυτό της.

Η Μαφάλντα σίγουρα ήταν απογοητευμένη, και βαθιά μέσα της γνώριζε ότι οι μεγάλες της προσδοκίες ήταν αυτές που της είχαν προκαλέσει την αίσθηση της αποτυχίας. Θέλοντας να ξεφύγει από ένα ανεκπλήρωτο παρελθόν, κατέφυγε σε μια επαρχία νότια της χώρας, εκεί θα ήταν δυσκολότερα να αναγνωριστεί. Δεν ήθελε δημοσιογράφους στα πόδια της. Για να βιοποριστεί ανέλαβε να παραδίδει μαθήματα πιάνου και φωνητικής. Ποιος ήξερε, ίσως ανακάλυπτε ένα ταλέντο και να επέστρεφε στο Μιλάνο ως ατζέντης, και να ζούσε μέσω του λαμπρού ταλέντου του μαθητή της, τη δόξα που η ίδια είχε χάσει. Βέβαια γνώριζε ότι η θέση ενός ατζέντη είναι πολύ επισφαλής, οι καλλιτέχνες είναι επιπόλαια πλάσματα, εύκολα παρασύρονται από κόλακες και αρχίζουν να κάνουν του κεφαλιού τους. Και ίσως αφού τους έφτανε στο ψηλότερο σκαλί να έδειχναν αγνωμοσύνη και να την πέταγαν σαν στυμμένη λεμονόκουπα, αναλαμβάνοντας άλλος τα χρέη του ατζέντη τους. Έπρεπε να είναι πολύ προσεκτική για το ποιον θα αναλάμβανε να βοηθήσει να ακολουθήσει το όνειρο μιας καριέρας στην όπερα, που τόσες απαιτήσεις είχε ως είδος. Δε θα έπρεπε να είχε έπαρση, αλλά ούτε και να είναι πολύ ντροπαλός, αυτοί γίνονται οι χειρότεροι, λίγο να ανοίξουν τα φτερά τους, καταλήγουν να τα λιώνουν από τον ήλιο και να πέφτουν σαν τον Ίκαρο.

Όμως για την ώρα κανένα εξαιρετικό ταλέντο δεν είχε περάσει το κατώφλι του σπιτιού της. Μόνο μέτριες φωνές που επιθυμούσαν να γίνουν τραγουδιστές της ποπ. Δημοφιλείς και με φράγκα. Δεν αντιλαμβάνονταν την ανώτερη τέχνη της όπερας. Αλλά και να την αντιλαμβάνονταν, δεν είχαν τα φόντα να τα καταφέρουν σε ένα είδος με άπειρες απαιτήσεις. Κάπως καλύτερα τα πήγαιναν οι μαθητές της στο πιάνο. Οι περισσότεροι είχαν τη σεμνότητα που απαιτεί το μεγαλείο ενός γνήσιου καλλιτέχνη. Ήταν αλήθεια ότι την ευχαριστούσε ιδιαιτέρως να αγγίζει τα πλήκτρα και εκείνα να της απαντούν με νότες που γίνονταν μελωδίες. Αφού είχαν περάσει κάποια χρόνια στα νότια, είχε αναρωτηθεί αρκετές φορές γιατί εγκαταλείποντας το τραγούδι δεν επιχείρησε να κάνει καριέρα πιανίστα και μάλιστα σολίστ. Τα κατάφερνε εξίσου καλά στο πιάνο με το τραγούδι και ο δάσκαλοί της στο ωδείο είχαν προσπαθήσει να την πείσουν να μην αφοσιωθεί μόνο στη μια καριέρα, αλλά τόσο το πιάνο όσο και το τραγούδι ήθελαν απόλυτη αφοσίωση, δεν χωράνε δυο καρπούζια κάτω από μία μασχάλη. Βάζοντας τέρμα στην καριέρα της στο τραγούδι ίσως έπρεπε να επιχειρήσει μια καριέρα στο πιάνο. Γνώριζε όμως ότι δε θα άντεχε μια δεύτερη απογοήτευση, τη νύχτα που παρατούσε το Μιλάνο.

Έπαιξε λίγες νότες όταν άκουσε κάποιον απ' έξω να τραγουδάει. Δεν ήταν η φωνή κανενός από τους μαθητές της, κι ενώ της ακουγόταν παράξενη, την ίδια ώρα είχε μια ευχάριστη ιδιαιτερότητα. Σηκώθηκε από το σκαμπό του πιάνου και προχώρησε προς τη εξώπορτα, την άνοιξε και κοίταξε τα σκαλάκια που οδηγούσαν στον σκονισμένο χωματόδρομο. Όμως δεν ήταν κανένας έξω, εκτός από έναν μαύρο γάτο που την κοίταζε στα μάτια. Κοίταξε δεξιά αριστερά και έπειτα το γάτο, ανασήκωσε τους ώμους της και εκείνος έκανε αυτό που θα περίμενε ο οποιοσδήποτε να κάνει ένας γάτος, της νιαούρισε.

«Πεινάς καημένε μου;» τον ρώτησε και μπήκε μέσα επιστρέφοντας με ένα μπολ με γάλα και λίγα σποράκια.

«Ευχαριστώ! Απ' όταν έπαψα να τρώω αηδόνια και τζιτζίκια, έχουν μειωθεί οι διατροφικές επιλογές μου», νιαούρισε ο μαύρος γάτος, κι εκείνη χαϊδεύοντάς τον χαμογέλασε.

«Πρέπει να πεινάς πολύ για να με ευχαριστείς τόσην ώρα».

«Si, whatever», νιαούρισε και έπεσε με τα μούτρα στο φαΐ.     

Κεφάλαιο Ένατο – Γιορτή ζωής -

Ο Λούτσιο ήταν αραγμένος πάνω σε ένα χοντρό κλαδί, με τα πόδια του να αιωρούνται στο κενό. Είχε αντιληφθεί ότι μέσα στην πυκνή φυλλωσιά του δέντρου είχε δροσιά που στο έδαφος δεν την έβρισκε. Όμως ο κύριος λόγος που είχε βρεθεί εκεί, ήταν το καμουφλάζ. Τον τελευταίο καιρό έβλεπε κάποιες παράξενες φάτσες με μουστάκια που τον περιεργάζονταν. Η περιοχή του είχε γεμίσει με γάτες που δεν είχε δει ξανά στη γειτονιά και του είχαν φανεί πολύ ύποπτες. Δεν μπορούσε να φανταστεί τι μπορεί να αναζητούσαν εκεί και γιατί υπήρχε τόσο πυκνή γατοπαρέλαση. Είχε περάσει από το μυαλό του μπας και είχε μαθευτεί ότι ένας γάτος μπορούσε να πει τρεις νότες και παραπάνω στη σειρά σωστά, αλλά δεν του είχαν φανεί ιδιαίτερα φιλόμουσοι. Μάλλον ως αιμοβόρες γατόφατσες θα τους χαρακτήριζε. Έτσι αν έπαιρνε κάποιον μυρωδιά, ανέβαινε στο δέντρο. Είχε καταλήξει ότι τον τελευταίο καιρό έμενε περισσότερο καιρό πάνω στα κλαδιά σαν τα αηδόνια παρά κάτω. Είχε αρχίσει να αποκτάει τις συνήθειες των δασκάλων του, δε θα του έκανε εντύπωση αν κάποια στιγμή κατάφερνε να πετάξει κιόλας. Σαν τα ζευγάρια που μετά από χρόνια κοινής ζωής αποκτούν κοινές συνήθειες και ελαττώματα.

Θα του άρεσε άραγε να πετάει; Αναρωτήθηκε.

Ένα τζιτζίκι αραγμένο στον κορμό του δέντρο τερέτιζε. Ήταν τόσο συχνές οι επισκέψεις του Λούτσιο πάνω στο δέντρο που πλέον ο πληθυσμός του θεωρούσε τον μαύρο γάτο δικό τους και βλέποντας πόσο φιλήσυχος ήταν δεν τον αντιλαμβάνονταν σαν κίνδυνο. Μόνο κάποια αηδόνια, πιστά στο ρητό ο φόβος φυλάει τα έρμα, κρατούσαν αποστάσεις ασφαλείας από τον Λούτσιο, αλλά και πάλι είχαν αρχίσει να τον θεωρούν μέρος του δεντρικού οικοσυστήματός τους.

«Απολαμβάνω τα τραγούδια σας», σχολίασε ο Λούτσιο στο τζιτζίκι «ειλικρινά. Αλλά μου κάνει εντύπωση πώς είστε τόσο ακούραστα. Ακόμη και τα αηδόνια το βράδυ σταματάνε το τιτίβισμά τους. Εσείς τα τζιτζίκια μέρα νύχτα συνεχίζεται τη συναυλία σας».

«Πόσα χρόνια ζωής έχει μια γάτα;» τον ρώτησε ο τζίτζικας.

«Δώδεκα με δεκαπέντε χρόνια, αν και αυτές που μένουν στα σπίτια είναι πιο τυχερές», απάντησε ο Λούτσιο.

«Ξέρεις πόσο ζούνε τα τζιτζίκια;»

Ο Λούτσιο κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.

«Μόλις ένα καλοκαίρι!»

«Τι;» έφριξε εκείνος και ανασηκώθηκε με αποτέλεσμα να βρεθεί από την κάτω πλευρά του κλαδιού κι αν δεν προλάβαινε να γαντζώσει τα νύχια του στο δέντρο, θα είχε βρεθεί στο έδαφος. Αφού πιάστηκε, κατάφερε να ανέβει ξανά από την πάνω πλευρά και να μη γίνει θύμα της βαρύτητας, «ουφ παραλίγο», μουρμούρισε.

«Μάλιστα, μόλις ένα καλοκαίρι ζούμε. Δε μετράω τη ζωή μας μέσα στα αυγά, που αφήνει μια μητέρα που δε θα προλάβουμε να γνωρίσουμε σε τρύπες που κάνει στους μαλακούς βλαστούς, ούτε όταν βρέφη – προνύμφες, βγαίνουμε από τα αυγά μας και κρυβόμαστε μέσα στη γη για τέσσερα χρόνια, κάποιες φορές και παραπάνω. Το χώμα μας θρέφει και χρόνια μετά βγαίνουμε τζίτζικες πλέον, γνωρίζοντας ότι θα ζήσουμε για ένα μόνο καλοκαίρι. Τι σου μένει λοιπόν αν έχεις μόνο λίγους μήνες ζωής παρά να τραγουδήσεις και να γλεντήσεις. Δε μένει χρόνος ούτε για χουζούρι ούτε για τίποτε άλλο. Μόνο τραγούδι και χαρά, μη νομίζεις όμως ότι το τραγούδι μας δεν κρύβει και πόνο! Τα μάτια μας γεμίζουν με τις ομορφιές της φύσης. Υπάρχει και λίγο παράπονο για τη σύντομη ζωή μας, αλλά ποιος έχει το δικαίωμα να κρίνει τη σοφία της φύσης, εκείνη γνωρίζει καλύτερα και αποφασίζει. Άλλωστε τα λουλούδια, ζούνε λιγότερο από εμάς. Οπότε είμαστε ευγνώμονες και της το εκφράζουμε με τη μουσική μας που χαρίζουμε απλόχερα».

«Δηλαδή στο τέλος του καλοκαιριού…» αλλά δεν τόλμησε να συνεχίσει τη φράση του ο Λούτσιο, νιώθοντας έναν κόμπο να του κλείνει τον λαιμό.

«Ή στις αρχές του φθινοπώρου, αν δεν πέσω θύμα κάποιου νηστικού ζωυφίου, το μόνο που θα μείνει από εμένα θα είναι τα κουφάρι μου πάνω στο δέντρο, μέχρι να έρθουν οι πρώτες βροχές να το ξεπλύνουν».

Η έκφραση του Λούτσιου ήταν παράξενα θλιμμένη.

«Όμως αρκετά με τις κουβέντες, τώρα ήρθε η ώρα για τραγούδι», είπε ο τζίτζικας και ξεκίνησε, με τον Λούτσιο να του κάνει δεύτερη φωνή.   

Κεφάλαιο Δέκατο – Αναφορά-

Περίεργες πληροφορίες άρχισαν να καταφτάνουν στον Φράνκο για τον μαύρο γάτο. Πολλοί τον είχαν παρουσιάσει σαν ένα μυστήριο πλάσμα, ενώ κάποιοι είχαν φτάσει σε εξωπραγματικές περιγραφές, Κάποιος τόλμησε να σχολιάσει ότι δεν πρόκειται για γάτο με σάρκα και οστά, αλλά για αερικό. Τα πόδια του δεν πάταγαν στο χώμα, αλλά αιωρούνταν στον αέρα. Κάποιος άλλος είπε ότι τον είδε να συζητάει με αηδόνια και τζιτζίκια. Ποιος γάτος με αξιοπρέπεια δε θα βούταγε να τα πιάσει να τα κάνει μια μπουκιά. Όλα αυτά είναι βλακείες, σκεφτόταν ο Φράνκο. Ήταν ένα τσούρμο άχρηστοι αλητόγατοι. Είχε ζητήσει να του φέρουν το τομάρι του να το κάνει χαλί στην αλάνα του, αλλά κανείς δεν είχε τολμήσει.

Ακούς εκεί, μιλάει ειρηνικά με αηδόνια και τζιτζίκια! Αυτό του είχε θυμίσει κάτι που 'λεγαν οι ιερείς. Ότι στον Παράδεισο τα λιοντάρια θα ζουν ειρηνικά με τα πρόβατα. Όμως ο Φράνκο γνώριζε καλά, και μάλιστα ως πιστός γάτος, ότι δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα του Παράδεισου, αντίθετα ζούσαν σε μια επίγεια κόλαση που ο πιο δυνατός, ο πιο ισχυρός, ο χειρότερος έκανε κουμάντο στον κόσμο αυτόν. Ήλπιζε κάποια μέρα να τον συγχωρήσει ο ουράνιος Πανάγατος, αλλά για την ώρα δεν είχε επιλογή.

Τι του έμενε λοιπόν να κάνει; Μπορεί να μην είχε καταφέρει να τον βγάλουν οι άλλοι από τη μέση, όμως τώρα υπήρχε επιτακτική ανάγκη να τον βγάλει ο ίδιος. Όλοι αυτοί οι ξεμωραμένοι στο τέλος θα τον θεωρούσαν Γατομεσσία και θα ξεκινούσε καμία γατοάιρεση. Δεν ήθελε να αναγκαστεί να τον γατοσταυρώσει. Τουλάχιστον του είχαν δώσει πληροφορία για το πού βρισκόταν και σε ποιο δέντρο σκαρφάλωνε να κάνει τις κουβέντες του με τα πουλάκια και τα τζιτζίκια.

Ο γάτος θα νιαούριζε, τα αηδόνια θα τιτίβιζαν, τα τζιτζίκια θα τερέτιζαν και το κοκοράκι κικιρικικί θα σε ξυπνάει κάθε πρωί. Δεν ήξερε πώς μπλέχτηκε ο κόκορας στη συνάρτηση, προφανώς όπως είχαν μπλεχτεί τα αηδόνια και τα τζιτζίκια. Δεν είχαν μεγαλύτερη σχέση εκείνα με τον κόκορα, παρά μόνο ως τροφή.

Αμ το άλλο, κάποιος τόλμησε να του πει ότι όχι απλά στεκόταν σε ένα κλαδί, αλλά κελαηδούσε μαζί με τα αηδόνια. Κάτι πρέπει να είχε το νερό που έπιναν αυτά τα γατιά. Εκτός κι αν το είχαν ρίξει στο αλκοόλ και στα ναρκωτικά. Η αλήθεια είναι ότι αυτοί οι φτωχοδιάβολοι δεν έπιναν και το καθαρότερο νερό, ποιος ξέρει τι το είχε μολύνει!

Έπρεπε να πάει να διασταυρώσει τα λεγόμενά τους, στην πραγματικότητα να επιβεβαιώσει ότι ήταν ένα σωρό ασυναρτησίες των χαμένων γατιών. Να κάνει μια διερευνητική επίσκεψη. Προτιμότερο να μην έλεγε τίποτα στο Ρομπέρτο ή τον Τζίντζερ. Δεν ήξερε τι θα συναντούσε, όχι ότι πίστευε σε όλες αυτές τις ανοησίες, ότι κελαηδούσε ύμνους ο μαύρος γάτος, αλλά υποψιαζόταν ότι μπορεί να ήταν αρχηγός αντίπαλης φατρίας και είχε εξαγοράσει τους γάτους που είχε στείλει βάζοντας τους να σπείρουν φήμες. Ίσως έπρεπε να κάνει μια κουβεντούλα μαζί του και να έβαζε όρια σε ποιες περιοχές μπορούσε να πάει για κυνήγι. Ίσως άξιζε σεβασμό, αλλά ούτε ο Ρομπέρτο ούτε ο Τζίντζερ θα το εκτιμούσαν αυτό. Μια πρώτη επίσκεψη θα τον βοηθούσε να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα και να δει ποια θα ήταν η επόμενη κίνησή του.

Αφού κατέληξε σε αυτή την λύση, αποφάσισε ότι το πολυμήχανο μυαλό του, χρειαζόταν ξεκούραση, έπρεπε να του προσφέρει ένα δωδεκάωρο υπνάκο, σκέφτηκε και χασμουρήθηκε.

Ο Τζίντζερ πέρασε από μπροστά του και τον κοίταξε με θαυμασμό, για να κοιμάται τόσο πρέπει να είναι πολύ έξυπνος, σκέφτηκε για μια ακόμη φορά. Και μιας και ήθελε να μοιάσει στον αρχηγό του, πήγε στην πλευρά του και κουλουριάστηκε για να πάρει και αυτός τον υπνάκο του. Ο Ρομπέρτο έμεινε να τους κοιτάζει!

Κεφάλαιο έντεκα Ιταλία- Το μούτρο-

Ο Λούτσιο μετά από ένα ακόμη μάθημα με τα αηδόνια, που το παρακολούθησαν από τα τζιτζίκια ως και τα σκιουράκια που φώλιαζαν στο δέντρο, αποφάσισε να παρατείνει τη διαμονή του σε αυτό. Αν και ήταν ένα ζώο του εδάφους, καμία σχέση με τα πουλιά και τα ζωύφια, εκτιμούσε τόσο τη δροσιά που υπήρχε ανάμεσα στα καταπράσινα φύλλα όσο και την παρέα. Πλέον ένιωθε μέλος της συντροφιάς. Εκεί πάνω η ζωή ήταν στολισμένη με χρώματα, ενώ από κάτω μόνο ζέστη και σκόνη υπήρχε.

Αραγμένος με μισόκλειστα μάτια χουζούρευε, αναρωτώμενος αν τελικά τα ζωάκια εκτιμούσαν τις φωνητικές του ικανότητες ή παρακολουθούσαν τα μαθήματα από περιέργεια. Δεν είναι και λίγο να βλέπεις έναν γάτο να τραγουδάει, και μάλιστα να έχει για δασκάλους φωνητικής την τροφή του. Αν τραγουδούσα ελεεινά όσο και να ήθελαν να με κολακέψουν δε θα έμεναν όλη την ώρα του μαθήματος, συμπέρανε, αυτά δεν ξέρουν να υποκρίνονται άλλωστε. Μάλιστα του είχε φανεί ότι ένα σκιουράκι, στο τέλος χτύπησε τα μπροστινά του ποδαράκια με επιδοκιμασία, όπως κάνουν οι άνθρωποι.

Μάλλον θα ακούγομαι! Τα μυαλά τουΛούτσιο δεν είχαν πάρει αέρα, από τις σπάνιες για γάτα φωνητικές του ικανότητες, αντιθέτως καταλάβαινε πόσο αντίθετο ήταν στη φύση του αυτό του το ταλέντο. Ανησυχούσε μάλιστα ότι οι άλλες γάτες θα τον έπαιρναν με τις πέτρες αν μάθαιναν ότι προσπαθούσε να τραγουδήσει. Όμως πότε είχε νοιαστεί εκείνος για τις άλλες γάτες και τη γνώμη τους! Μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα δεν είχε περιφρονήσει τους πιο κακόφημους γάτους της περιοχής, μην επιτρέποντάς τους να φάνε από το ψάρι του και μη θέλοντας να μπει στη συμμορία τους;

Είχαν περάσει μέρες και μέρες που περίμενε αντίποινα, αλλά τελικά δε συνέβη τίποτα. Θα είχαν θεωρήσει ότι δεν άξιζε τον κόπο. Εκτός κι αν τον είχαν φοβηθεί. Έτσι όπως είχε σταθεί θαρραλέα απέναντί τους, ποιος ξέρει με ποιον είχαν πιστέψει ότι έχουν να κάνουν. Ίσως είχε κερδίσει την εκτίμησή τους, αλλά πάλι οι νταήδες δε συνηθίζουν να εκτιμούν κάποιον, αντιθέτως αν κάποιος υψώσει το ανάστημά του, φροντίζουν να του δώσουν ένα μάθημα, προς παραδειγματισμό των άλλων. Δεν ήξερε τι είχε συμβεί, αλλά αφού είχε γλιτώσει δεν τον ενδιέφερε. Έπρεπε να αποφασίσει τι θα κάνει με το ταλέντο που είχε. Θα μπορούσε άραγε να βιοποριστεί με κάποιον τρόπο, τραγουδώντας στους δρόμους και πείθοντας τους ανθρώπους να του ρίξουν κάποιον μεζέ; Όμως εκείνος τραγουδούσε για δική του ευχαρίστηση και των φίλων του, δεν του φαινόταν σωστό να ζητιανέψει την ανθρώπινη προσοχή, είναι τόσο αλλοπρόσαλλα αυτά τα δίποδα πλάσματα. Δεν έχουν καμία σχέση με τη δική μας απλότητα. Δες τα τζιτζίκια, με τόσο περιορισμένο χρόνο και πως διασκεδάζουν την κάθε τους μέρα. Έχουν αφήσει στην άκρη τις στενοχώριες, δεν έχουν αφήσει χρόνο για αυτές, μόνο για τραγούδι, φλερτ και χαρά. Τα αηδόνια που χαιρετούν με το τραγούδι τους την κάθε ημέρα, και πετάνε για να φροντίσουν τα μικρά τους στις φωλιές και βρίσκουν χρόνο και για εμένα. Τα σκιουράκια που κάνουν και αυτά τα δικά τους, κι ας μην τα καταλαβαίνω. Οι άνθρωποι είναι πολύπλοκοι και συχνά γίνονται κακοί χωρίς λόγο.

Από αυτή την άποψη έχουμε κοινά, σκέφτηκε ανοίγοντας το μάτι του. Τότε πρόσεξε ότι κάτω από το δέντρο βρισκόταν ένα λευκός γάτος, που το μούτρο του κάτι του θύμιζε. Όταν είδε ένα κόκκινο μπάλωμα στη μια πλευρά του και από την άλλη ένα σκούρο, θυμήθηκε ακριβώς ποιος ήταν.

Τι γύρευε αυτός εκεί; Καλά το είχε φανταστεί ότι δε θα τον άφηναν ήσυχο. Γι' αυτό τις περασμένες μέρες είχε παρελάσει κάθε ύποπτη γατόφατσα κάτω από το δέντρο, τους είχε αμολήσει να τον βρουν. Τι έπρεπε να κάνει; Να παραμείνει καμουφλαρισμένος μέσα στην καταπράσινη φυλλωσιά ή να κάνει την εμφάνισή του, αντιμετωπίζοντάς τον;

Περίεργο, σκέφτηκε ο Φράνκο, δε φαίνεται πουθενά ο φίλος μας, αν και το δέντρο έχει έντονα τη μυρωδιά του.

«Που είσαι Γατομεσσία;» Νιαούρισε λίγο πιο δυνατά.

«Γατομεσσία! Άλλον ψάχνει;» αναρωτήθηκε ο Λούτσιο.

«Όλο βλακείες, τάχα είναι πάνω στο δέντρο αιωρείται και τραγουδάει ύμνους, όπως το Niaou Maria!»

«Υπάρχει κι άλλος τραγουδιστής; Μα σε πόσους κάνουν πια μάθημα τα αηδόνια; Είναι πονηρά τελικά και δεν τους φαίνεται, μας κάνουν μάθημα για να μην τα φάμε. Εντάξει λοιπόν αηδονάκια, κερδίσατε, δεν πάει στη γατοευαίσθητη καρδούλα μου να σας κάνει μεζέ για το στομάχι της».

Ένα κουκουνάρι έπεσε απευθείας στο κεφάλι του Φράνκο,

«Ωχ», νιαούρισε και γύρισε και κοίταξε προς τα πάνω. Ίσα που πρόλαβε να κρυφτεί ο Λούτσιο για να μην τον δει. Όμως ο Φράνκο είδε την κίνηση και κατάλαβε ότι μάλλον υπήρχε ένα ίχνος αλήθειας σε αυτά που του είχαν πει οι υπόλοιποι γάτοι. Δεν το σκέφτηκε στιγμή, είχε έρθει η ώρα να λύσει το μεταξύ τους θέμα. Ξεκίνησε να ανεβαίνει τον κορμό, όμως τότε μια πραγματική βροχή κουκουναριών έσκασε στο κεφάλι του και τον ανάγκασε να κάνει όπισθεν και να μην επιχειρήσει να ανέβει το δέντρο.

«Ώστε έτσι το θες; Καλά λοιπόν, θα επιστρέψω και τότε δε θα έχεις πουθενά να κρυφτείς!» νιαούρισε αγριεμένος στο δέντρο, αλλά του ήρθαν κατακέφαλα πέντε έξι επιπλέον κουκουνάρια. Μόλις απομακρύνθηκε μια οικογένεια σκίουρων κατέβηκε να μαζέψει την τροφή της που την είχε μετατρέψει σε πολεμοφόδιο.

«Τι κοιτάς;» ρώτησε ο τζίτζικας τον Λούτσιο. «Πήγαινε να τους βοηθήσεις να τα μαζέψουν, για να προστατέψουν εσένα πέταξαν την τροφή τους».

Ο Λούτσιο κούνησε αμήχανα το κεφάλι του και κατέβηκε να μαζέψει μαζί με τα σκιουράκια τα κουκουνάρια.

«Δε βλάπτει λίγη απόσταση», σχολίασε η μαμά σκιουρίνα. «Το ότι σε βοηθήσαμε δε σημαίνει ότι δε σε φοβόμαστε».

«Μάλιστα», υπάκουσε ο Λούτσιο και συνέχισε να τους βοηθάει να μαζέψουν την τροφή τους. 

Κεφάλαιο Δώδεκα – Ένα ταλέντο ανακαλύπτεται-

Η Μαφάλντα εκείνο το πρωί είχε ξυπνήσει με πονοκέφαλο. Ο καφές και τα παυσίπονα που είχε πάρει δεν την είχαν βοηθήσει, ενώ τα φάλτσα των μαθητών της είχαν μετατρέψει τον πονοκέφαλο σε έντονη ημικρανία. Ήταν στιγμές που σκεφτόταν να πάρει το σκουπόξυλο και να διώξει κάθε έναν από αυτούς από το σπιτάκι της, αλλά πάλι τους χρειαζόταν. Ταλαντούχοι ή ατάλαντοι ήταν αυτοί που της πρόσφεραν τον επιούσιο. Αναγκαζόταν λοιπόν να μορφάζει με τα χείλη σφιγμένα προσποιούμενη ότι χαμογελάει και να μισοκλείνει τα μάτια.

Γιατί είχε φανεί τόσο ανόητη, αναρωτιόταν την ώρα των μαθημάτων. Γιατί είχε ακούσει τότε την περηφάνια της και δεν είχε παραμείνει στην όπερα, κι ας έπαιζε δεύτερους ρόλους. Προτιμότερο θα ήταν. Πιο καλός και σίγουρος μισθός, ενώ θα ήταν και η ίδια δραστήρια, αντί να κάθεται να ακούει άλλους να τσιρίζουν ενθουσιασμένοι, πιστεύοντας ότι τραγουδούν και ότι σύντομα θα κατακτήσουν το μουσικό στερέωμα της ποπ ή της ροκ. Γιατί δεν είχε προσπαθήσει να ανακτήσει το ταλέντο της στο πιάνο, στοχεύοντας σε μια καριέρα πιανίστριας! Ή τέλος πάντων γιατί δεν είχε προσπαθήσει να κάνει καριέρα ποπ τραγουδίστριας. Η φωνή της ήταν και με το παραπάνω καλή για πιο απλά τραγουδάκια χωρίς πολλές απαιτήσεις. Μια χαρά θα τα είχε καταφέρει και θα έρρεε και το χρήμα άφθονο.

Να που καταλήγεις αν δεν έχεις μυαλό και παίρνεις αποφάσεις χωρίς να το σκεφτείς, μουρμούρισε.

«Είπατε κάτι senora Μαφαλντα;» τη ρώτησε η νεαρή μαθήτρια της.

«Όχι, συνέχισε!» για όσο αντέχω ακόμα.

«Σας άρεσε όπως το είπα; Το τραγουδάω νύχτα μέρα, στο σπίτι, στο δρόμο, στο μπάνιο, στο σχολείο ακόμη και στον ύπνο μου».

«Φαντάσου!» μουρμούρισε η Μαφάλντα.

«Ορίστε;»

«Μπορείς και καλύτερα Αντόνια», είπε και κάθισε στο πιάνο. «Κάτσε να δοκιμάσουμε λίγο με τη συνοδεία του πιάνου. Ίσως σε βοηθήσει να πατήσεις καλύτερα στις νότες», σχολίασε ευγενικά.

Όμως τα πράγματα αντί να καλυτερέψουν χειροτέρευαν, η φωνή της Αντόνια δεν είχε κανέναν μέτρο, ενώ ανά διαστήματα ακουγόταν σαν κάποιος να πάταγε την ουρά μιας γάτας.

Αν συνεχίσω για πολύ με την Αντόνια για μαθήτρια θα πεθάνω. Καλύτερη νηστική παρά αυτό το μαρτύριο.

«Σταμάτα!» την πρόσταξε επιτακτικά, τρομάζοντας το κορίτσι. «Συγγνώμη Αντόνια, έχω λίγο πονοκέφαλο σήμερα και μου προκαλεί εκνευρισμό», σε συνδυασμό με τη φωνή σου. «Θέλω να καθίσεις στον καναπέ και να ακούσεις που θα παίζω τις νότες, χωρίς να τραγουδάς.

«Μάλιστα κυρία Μαφάλντα», απάντησε η έφηβη και κάθισε.

«Ωραία», είπε και ξεκίνησε να παίζει τις νότες.

Σύντομα μια μελωδική φωνή άρχισε να τη συνοδεύει.

«Μπράβο Αντόνια, θέλεις δουλίτσα, αλλά αρχίζεις να καλυτερεύεις», σχολίασε ανακουφισμένη η Μαφάλντα.

«Μα δεν τραγουδάω».

«Όχι;» είπε και τότε πρόσεξε ότι αυτό που ακουγόταν δεν ήταν ακριβώς μουρμουρητό από πίσω της, αλλά ένας λίγο πιο απόμακρος ήχος που όμως ερχόταν σε απόλυτη αρμονία με τις νότες στο πιάνο. Η Μαφάλντα σταμάτησε και η φωνή σιώπησε κι αυτή. Η Μαφάλντα ξεκίνησε και η φωνή τη συνόδευσε. Χωρίς να σταματήσει να παίζει στο πιάνο, ζήτησε από τη μαθήτρια της να ανοίξει την εξώπορτα.

«Πήγαινε σιγά, δε θέλουμε να τρομάξουμε το παιδί που στέκεται στην πόρτα, μη σε καταλάβει, μέχρι να δούμε ποιος είναι». Η Αντόνια απορημένη σηκώθηκε. Τι είχε αυτός που τραγουδούσε έξω από το σπίτι της δασκάλας της που δεν το είχε η ίδια; Μάλλον ήταν η άγνωστη ταυτότητα του τραγουδιστή που γοήτευε την κ. Μαφάλντα.

Όμως όταν άνοιξε την πόρτα βρέθηκε μπροστά σε έναν μαύρο γάτο που τραγουδούσε.

«Δεν μπορεί», είπε έκπληκτη η Αντόνια, η Μαφάλντα σηκώθηκε και έτρεξε στην πόρτα, κοιτάχτηκε με τον Λούτσιο, που αφού της νιαούρισε αποφάσισε ότι ήταν καλή ώρα να πάρει ένα μπανάκι, κι άρχισε να γλείφεται. 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟΤΡΙΤΟ –Capo di tutti capi[1]- 

Η ομάδα του Φράνκο κλήθηκε να επισκεφτεί τον αρχηγό στο σπίτι του. Ένα χρυσό κλουβί που πρόσφερε όλες τις ανέσεις, δεν έπαυε να παραμένει κλουβί. Βέβαια από τέσσερις τοίχους με ένα σιδερένιο κρεβάτι και ένα στρώμα που βουλιάζει κι έχει όλο λακκούβες, σαν επαρχιακός δρόμος, ποιος δε θα προτιμούσε μια χρυσή έπαυλη! Ο Φράνκο γνώριζε ότι πολλές γάτες θα θυσίαζαν την ελευθερία τους και τις βόλτες τους στους δρόμους για τέτοια πολυτέλεια. Μήπως και στον ίδιο δε θα άρεσε να είναι ξαπλωμένος τεμπέλικα στα άνετα έπιπλα και να του σερβίρουν ό,τι τραβούσε η όρεξή του, να σκάβουν για εκείνον την άμμο του και να του σκουπίζουν τον πισινό με μετάξια! Όμως περισσότερο από αυτό θα του άρεσε να είναι αρχηγός. Το ενδεχόμενο του τίτλου τον ενθουσίαζε. Ακόμη κι αν παραμένουν κλεισμένοι σπίτια τους, προστατευμένοι από αντίθετες φατρίες, μα και δικούς τους που εποφθαλμιούν τη θέση τους, δεν παύουν να είναι αρχηγοί με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Πόσες και πόσες φορές ο Φράνκο δεν ονειρεύτηκε να είναι ο αρχηγός των αρχηγών κι όχι απλά ένας τοπικός αξιωματούχος! Πάλευε συνέχεια να δείξει την αξία του και θεωρούσε ότι έχαιρε της εκτίμησης του Μακιαβέλι, άλλωστε ήταν μακρινοί συγγενείς.

Κάθε φορά που πήγαιναν να επισκεφτούν τον αρχηγό τους με το τόσο ηγεμονικό όνομα, έπρεπε να περάσουν μια σειρά άθλων, πριν καταφέρουν να βρεθούν στην αίθουσα του θρόνου, όπου ο Μακιαβέλι, ο χοντρός λευκός γάτος, ήταν ξαπλωμένος σαν την Κλεοπάτρα, πότε σε ανάκλιντρο και πότε σε ένα μαξιλάρι γεμάτο φτερά χήνας. Αρχικά έπρεπε να πηδήξουν τη μάντρα όπου είχε αποκόψει τον έξω κόσμο από τη σπιταρόνα, έπειτα να στριμωχτούν να περάσουν τα στενά κάγκελα, αν και αυτό δεν ήταν πρόβλημα για το ευλύγιστο σώμα ενός γυμνασμένου αιλουροειδούς. -Στην περίπτωση βέβαια του αρχηγού ούτε το πόδι του δε θα μπορούσε να περάσει ανάμεσα από τα κάγκελα, αλλά αυτό ήταν δικό του πρόβλημα. Αν ο Φράνκο έφτανε ποτέ στη θέση του αρχηγού των αρχηγών θα φρόντιζε να κρατιέται σε φόρμα, είχε υποσχεθεί στον εαυτό του. Δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει υπέρβαρος, να γλιτώσει από τους εχθρούς του και να πάει από καρδιά-. Το τρίτο σημείο που σοβάρευε πολύ στο να καταφέρουν να φτάσουν στον Μακιαβέλι ήταν οι σκύλοι φύλακες που πρόσεχαν την περιουσία του και που δε γνώριζαν ότι προστάτευαν έναν γάτο, οι ανόητοι! Και επειδή οι σκύλοι είναι ο αιώνιος αντίπαλος των γατιών έπεφτε τρελό κυνηγητό και αλίμονο αν κάποιος υπαρχηγός έπεφτε στα δόντια κάποιου από αυτούς. Αφού κατάφερναν να περάσουν και το εμπόδιο των κατοικίδιων, έμεναν οι υπηρέτες, που θεωρούσαν τους υπαρχηγούς ως ένα τσούρμο αδέσποτων γεμάτων παράσιτα που έρχονταν να μολύνουν το σπίτι. Εκεί να δεις κυνηγητό και σε αντίθεση με τους σκύλους, επέμεναν περισσότερο και ψάχνανε τους γάτους σε κάθε γωνιά μέσα στο σπίτι. Ύστερα θα χρειάζονταν τρία γεύματα να συνέλθουν. Που φυσικά και δε θα τους προσέφερε ο μονοφαγάς Μακιαβέλι.

Και μετά από όλα όσα σας διηγήθηκα, ο Φράνκο, με τον Ρομπέρτο και τον Τζίντζερ στάθηκαν έξω από την κλειστή πόρτα του δωματίου που οδηγούσε στο γάτο όλων των γάτων, να ανακτήσουν την αναπνοή τους. Όσο γυμνασμένος και να είσαι, πάντοτε αποτελεί μια πρόκληση να καταφέρεις να φτάσεις στον Μακιαβέλι. Και φυσικά δεν ήθελε να τους δει κουρασμένους και καταπονημένους, τι γνώμη θα σχημάτιζε για τον υπαρχηγό του και την ομάδα του, άσχετο αν ο ίδιος είχε ξεχάσει πως περπατάνε έτσι που τον κουβαλούσαν σαν κατοικίδιο όλη την ώρα στα χέρια οι συγκάτοικοί του στο σπίτι, που ο Μακιαβέλι συνήθιζε να αποκαλεί φιλοξενούμενους.

Από τις λίγες πληροφορίες που είχε ο Φράνκο για τους φιλοξενούμενους του Μακιαβέλι ήταν ότι κι εκείνοι ασχολούνταν αντίστοιχα με δουλειές σαν και του αρχηγού τους, αλλά σε ανθρώπινα ζητήματα. Ο Φράνκο αν και δεν το εξέφρασε ποτέ δυνατά, είχε αμφιβολίες αν όντως ήταν φιλοξενούμενοι του αρχηγού τους οι άνθρωποι. Στο μυαλό του δύο ήταν τα πιθανά σενάρια. Ή ήταν συνεργάτες και είχαν μοιράσει την περιοχή ανάλογα με τις γατίσιες και τις ανθρώπινες υποθέσεις ή οι άνθρωποι ήταν η βιτρίνα του Μακιαβέλι. Αν ίσχυε το δεύτερο ενδεχόμενο τότε ο Μακιαβέλι ήταν πράγματι πολύ ισχυρός και μπορεί σωματικά να μην τα κατάφερνε, έτσι όπως είχε μετατραπεί σε βαρελάκι πολύ καλά, αλλά τι να το κάνεις το γυμνασμένο σώμα αν έχεις μυαλό γεμάτο γυμνασμένους μυς που δε σταματάει στιγμή να εργάζεται.

Αφού κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και κούνησαν καταφατικά το κεφάλι τους, ο Φράνκο χτύπησε την πόρτα. Ένα αδύναμο νιάου, τους υποδέχτηκε και εκείνοι μπήκαν. Μια νεαρή λευκή γάτα, με πράσινα μάτια τους θωρούσε. Ο Ρομπέρτο σκούντησε τον Τζίντζερ που κόντευαν να του τρέξουν τα σάλια βλέποντας μπροστά του τέτοιο θηλυκό. Προφανώς ήταν η νέα συντροφιά του αρχηγού και δεν επιτρέπεται να κοιτάμε σαν ξελιγωμένοι γάτοι ό,τι ανήκει σε εκείνον. Ο Μακιαβέλι γύρισε και τους κοίταξε, εκείνη την ώρα έτρωγε το πατέ του από συκώτι χήνας. Προφανώς ήταν ιδιαιτέρως οικονόμος, κι ας είχε έναν σκασμό καλούδια. Τίποτα δεν άφηνε να πάει χαμένο. Από τη μία έτρωγε το κρέας και τα εντόσθια μιας χήνας και από την άλλη έκανε τα φτερά της μαξιλάρι.

Αφού ο Μακιαβέλι τελείωσε το γεύμα του και γλείφτηκε, επέστρεψε στη θέση του στο μαξιλάρι και τους κοίταξε.

«Νιαου!»

«Νιαου!»

«Νιαου!» τον χαιρέτησαν και οι τρεις τους κι εκείνος κούνησε το κεφάλι του.

«Ζήτησες να μας δεις!» ξεκίνησε ο Φράνκο, αφού πρόσεξε ότι ο Μακιαβέλι δεν έλεγε να ξεκινήσει. Ίσως είχε βαρύνει από το φαγητό και να ήθελε να κοιμηθεί, αλλά δεν μπορούσαν να περιμένουν δώδεκα ή δεκαπέντε ώρες τον αρχηγό τους να αναπαυθεί. Το να μείνουν τόσες ώρες στο σπιτικό του... αν τους έπαιρναν είδηση θα είχαν πρόβλημα.

«Πράγματι», απάντησε ο αρχηγός.

«Εδώ είμαστε λοιπόν».

«Τι γνωρίζετε για έναν γάτο που τραγουδάει;»


[1] Ο αρχηγός των αρχηγών (το αφεντικό των αφεντικών)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟΤΕΤΑΡΤΟ –Φήμες-

Ο Ρομπέρτο με τον Τζίντζερ κοιτάχτηκαν απορημένοι.

«Τίποτα».

«Τίποτα», επανέλαβε και ο Τζίντζερ.

«Κι εσύ Φράνκο;» τον ρώτησε ο Μακιαβέλι, παρατηρώντας ότι είχε παραμείνει σιωπηλός. Τα γρανάζια του μυαλού του κινούνταν και ο Μακιαβέλι είχε μάτια να τα δει και αυτί για να τα ακούσει.

«Έχω ακούσει φήμες!» απάντησε τελικά. Ο Μακιαβέλι συνέχισε να τον κοιτάζει περιμένοντας να συνεχίσει. «Πήγα στο μέρος που σύχναζε, και που κατά τα κουτσομπολιά έκανε τις πρόβες του. Δεν βρήκα κανέναν γάτο να τραγουδάει».

«Αλλά;»

«Δε βρήκα τίποτα άξιο λόγου και ενδιαφέροντος ώστε να ενοχλήσω άσκοπα τον αρχηγό μας, που έχει τόσες υποθέσεις να διευθετήσει».

«Συνάντησες κάποιον γάτο εκεί που πήγες;»

«Όχι, το μέρος ήταν έρημο».

«Οπότε απλά μπορεί να απουσίαζε».

«Παρέμεινα αρκετές ώρες».

«Γιατί πήγες μόνος σου;»

«Οι γάτοι μου είχαν δουλειές. Όπως και να έχει σκεφτόμουν να πάω ξανά, αλλά με πρόλαβε η πρόσκλησή σας».

«Σύμφωνοι, καλό θα ήταν την επόμενη φορά να μην πας μόνος σου, τρία ζευγάρια μάτια είναι καλύτερα από ένα».

«Μάλιστα αρχηγέ!»

«Θα σας δώσω την περιγραφή να ξέρετε τι ψάχνετε. Πρόκειται για έναν μαύρο γάτο, με το ένα μάτι μπλε και το άλλο πράσινο».

«Αυτό τον ξέρω», πετάχτηκε όλο ενθουσιασμό ο Τζίντζερ, τραβώντας την προσοχή επάνω του. Μόλις τον κοίταξε ο Μακιαβέλι εκείνος έσφιξε τα χείλη του, όταν του έκανε νόημα να μιλήσει, ο Τζίντζερ κόμπιασε. Όλα τα μάτια ήταν στραμμένα επάνω του, ακόμη και τα υπέροχα πράσινα μάτια της λευκής παρέας του αρχηγού.

«Αν πρόκειται για τον ίδιο φυσικά, και όχι για κάποιον που απλά του έμοιαζε».

«Πού τον συνάντησες;»

«Δεν ήμουν μόνος μου, ήμασταν όλο το τιμ. Είχαμε πάει στην ψαραγορά, ο γάτος που λέτε ... ή ο σωσίας του, ήταν εκεί και παραφυλούσε, όταν βούτηξε σε ένα μηχανάκι και άρπαξε ένα ψάρι, τσιπούρα, και το έβαλε στα πόδια».

«Κι εσείς τον αφήσατε έτσι απλά να κάνει ό,τι θέλει στην επικράτεια μου;»

«Όχι βέβαια, τον ακολουθήσαμε...»

«Ο γάτος στον οποίο αναφέρεται ο Τζίντζερ», τον διέκοψε ο Φράνκο προκειμένου να αποφύγει το Γατερλό, «είχε αρκετά προτερήματα που θα τον έκαναν έναν εξαιρετικό στρατιώτη, ήταν έξυπνος, τολμηρός, σβέλτος. Τον πλησιάσαμε να τον στρατολογήσουμε».

«Και;» ρώτησε ανυπόμονα ο Μακιαβέλι

«Δε δέχτηκε» απάντησε απογοητευμένα ο Τζίντζερ. Ο Φράνκο σκέφτηκε να του ρίξει μια κλωτσιά, αλλά δεν επιτρεπόταν να το κάνει μπροστά στον αρχηγό, μετά θα τον έριχναν στα μαύρα σκυλιά.

«Έτσι απλά δε δέχτηκε!» ρώτησε εκνευρισμένος ο Μακιαβέλι.

«Ξέρετε πως είναι», πρόλαβε ο Φράνκο τον Τζίντζερ. «Δεν είναι εύκολο από τη μια στιγμή στην άλλη να γίνεσαι μέλος της μεγάλης, λαμπρής οικογένειάς μας, αρκετοί φοβούνται. Ανησυχούν μην τα κάνουν θάλασσα και βρεθούν τσιμεντωμένοι στο βυθό της Μεσογείου. Οπότε αποφάσισα να του δώσω τον χρόνο να το σκεφτεί».

«Και το σκέφτηκε;»

«Δεν τον συναντήσαμε ακόμα. Ακούγοντας για τον μαύρο γάτο με τα διαφορετικού χρώματος μάτια που τραγουδάει πήγα να τον συναντήσω και να δω αν πρόκειται για το ίδιο μουσούδι».

«Αλλά δεν τον συνάντησες», πρόσθεσε ο Μακιαβέλι. «Έμαθα ότι εσύ τον αναζήτησες τον μαύρο γάτο, Φράνκο, κι έτσι οι αδέσποτοι έπεσαν πάνω στον τραγουδιστή. Υποθέτω ότι τον αναζήτησες για να τον συνετίσεις και να τον βάλεις στην ομάδα σου, όχι ως διασκεδαστή, αλλά ως στρατιώτη. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγω. Ξέρω ότι μου είσαι πιστός και ό,τι κάνεις το καλύτερο που μπορείς, αλλά δε μου αρέσει να μου κρύβουν πληροφορίες. Γνωρίζω επίσης ότι είσαι γάτος των αποτελεσμάτων και όχι της κουβέντας, γι' αυτό και αυτή τη φορά στη χαρίζω. Κάνε τις κινήσεις σου, ξετρύπωσε τον τραγουδιστή και φερ' τον μου, θα δω τα ταλέντα του και θα αποφασίσω για το ρόλο του στη μεγάλη μας οικογένεια».

Και έπειτα με ένα κούνημα του ποδιού, τους έδειξε τον δρόμο. Η συνάντηση είχε λάβει τέλος, για την ώρα τουλάχιστον.       

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟΠΕΜΠΤΟ –Ο παπουτσωμένος γάτος- 

Η Μαφάλντα ήταν ενθουσιασμένη με τον Λούτσιο. Οι προσευχές της είχαν εισακουστεί με τον πιο παράδοξο και ευλογημένο τρόπο. Δεκάδες δρόμοι άνοιγαν μπροστά της. Άπειρες επιλογές για το πώς θα συνέχιζε τη ζωή της. Οι πονοκέφαλοι, ο εκνευρισμός, τα νεύρα της είχαν περάσει. Το αδέσποτο που είχε πάρει υπό την προστασία της δεν ήθελε παρακάλια να τραγουδήσει. Με το που έπαιζε μια νότα στο πιάνο εκείνο τη συνόδευε με τη φωνή του. Πολλές φορές η Μαφάλντα σκεφτόταν ότι αυτό δεν ήταν δυνατόν, ότι θα ξύπναγε μέσα στη νύχτα και το όνειρο θα εξατμιζόταν σαν βραστό νερό που το καταπίνει ο απορροφητήρας. Όμως όχι, κάθε βράδυ ξάπλωνε ανάλαφρη για ύπνο, με το αδέσποτο να έρχεται να κοιμηθεί κοντά της και το πρωί ξύπναγε και το έβρισκε εκεί να κοιμάται του καλού καιρού και κάποιες φορές να ροχαλίζει ελαφρά. Οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια της είχαν εξαφανιστεί. Το πρόσωπό της είχε βρει το χρώμα του. Ήταν ξεκούραστη, καλοδιάθετη, ευγενική και υπομονετική με τους μαθητές της. Σε κάποιους μάλιστα είχε αρχίσει να διακρίνει ψήγματα ταλέντου. Στο μυαλό της είχε αρχίσει να πλάθει όνειρα και σχέδια για το μέλλον.

Από το πρωί που θα πέταγε τα σκεπάσματα μέχρι το βράδυ που θα έκλεινε τα μάτια της σιγομουρμούριζε τραγούδια. Σκεφτόταν πως μπορούσε να αξιοποιήσει το ταλέντο του μαύρου της γάτου. Σίγουρα θα μπορούσε να δώσει παραστάσεις. Θα τον λάτρευαν στις πλατείες, αλλά και στα τσίρκο. Όμως όχι, η Μαφάλντα δε θα στεκόταν αγνώμον απέναντι στο δώρο του. Ο γάτος της δεν ήταν ένα παράξενο πλάσμα άξιο να εμφανίζεται στο τσίρκο σαν νούμερο, ο γάτος της ήταν σπουδαίος ερμηνευτής, του άξιζε να φτάσει στη Σκάλα του Μιλάνου και να ανέβει όλα τα σκαλιά μέχρι την κορυφή της δόξας. Μια δόξα που εκείνη είχε χάσει. Ήξερε ότι θα έδειχναν δυσπιστία απέναντι τόσο στην ίδια όσο και στο μαυράκι της, όμως δε θα το έβαζε κάτω, θα έκανε το καλύτερο και για τους δυο τους. Θα μπορούσε να τραγουδήσει και σε όπερα ο γατούλης, αλλά ποιος θα έδινε ρόλο σε έναν γάτο και ποιον;

«Ο παπουτσωμένος γάτος!» σκέφτηκε και φώναξε με ενθουσιασμό η Μαφάλντα, κάνοντας τον Λούτσιο να ανασηκωθεί ξαφνιασμένος και να την κοιτάξει. Από τη στιγμή εκείνη και έπειτα ένας νέος δημιουργικός πυρετός κατέβαλε την πριμαντόνα το παρελθόντος, ξεκινώντας να γράφει μοντέρνα όπερα το παραμύθι του Παπουτσωμένου γάτου. Ποιος να της έλεγε ότι το μεράκι της θα μετατρεπόταν σε ταλέντο και ότι εκείνη μπορούσε να γράψει τα λόγια και τη μουσική για ολόκληρη όπερα.

Όμως πώς περνούσε ο Λούτσιο στο σπίτι του θηλυκού Μαικήνα του; Αρχικά ήταν ευχάριστα και πιο δροσερά από ότι στο δρόμο. Είχε άνετα σημεία να ξαπλώσει και μπόλικη τροφή. Ευχαριστιόταν το τραγούδι και την παρέα της πολυάσχολης πριμαντόνα, όχι όμως και τα μαθήματα των επισκεπτών της, εκτός κι αν ήταν πιάνου. Αυτό που δεν τον χαροποιούσε καθόλου ήταν οι επισκέψεις του στο γιατρό. Κάθε τρεις και λίγο μια βελόνα χωνόταν στο δέρμα του. Και τι εμβόλιο δεν είχε φροντίσει να του κάνουν! Μια μέρα άκουσε να ρωτάει τη Μαφάλντα ο γιατρός.

«Τι σκέφτηκες, θα του κάνεις τελικά στείρωση;»

«Όχι φυσικά», απάντησε τρομοκρατημένη η Μαφάλντα. Πρέπει να ήταν κάτι όχι και πολύ ευχάριστο για να πάθει τέτοια κρίση η προστάτιδά του.

«Μα Μαφάλντα, σου έχω εξηγήσει δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο η ερωτική επαφή στα ζώα όπως στους ανθρώπους».

«Καλέ μου, νομίζεις ότι με απασχολεί η ερωτική ζωή ενός γάτου...»

«Τότε;»

«Η φωνή του, ξέρεις τι παθαίνουν όσοι, τέλος πάντων καταλαβαίνεις... Η φωνή του είναι τέλεια όπως είναι, δεν υπάρχει κανένας λόγος να το ρισκάρω, κι ας κάνει όσα μπάσταρδα γατάκια θέλει. Ένα να πάρει το ταλέντο του θα είμαι ευτυχής».

«Πραγματικά, τώρα κι αν δε σε καταλαβαίνω».

«Δεν πειράζει, θα έρθει η ώρα που θα με θυμηθείς», απάντησε και αφού έβαλε τον Λούτσιο στο καλάθι του, έφυγε για να επιστρέψει στο σπίτι.

Ωραία και άνετη η ζωή στο σπίτι της Μαφάλντα, αλλά ήταν στιγμές που εκείνος κοίταζε το ψηλό δέντρο, με τα αηδόνια, τα τζιτζίκια και τα σκιουράκια και ένιωθε μόνος του. Ήθελε πολύ να επισκεφτεί τους φίλους του, αλλά η Μαφάλντα είχε κλειστές όλες τις πόρτες και τα παράθυρα. Κι όταν γρατσούνιζε την πόρτα μπας και της δώσει να καταλάβει ότι ήθελε να βγει έξω, εκείνη πήγαινε και τον έπαιρνε στην αγκαλιά της.

Να τον σκέφτονταν άραγε οι φίλοι του ή να τον είχαν ξεχάσει; Να αναρωτιόταν γιατί είχε εγκαταλείψει τα μαθήματά του; Έπρεπε να βρει τρόπο να βγει έξω. Μπορεί να ήταν άνετη αλλά δεν του ταίριαζε η ζωή κλεισμένη σε ένα σπίτι. Ήθελε να είναι και μέσα και έξω, ανάλογα με τα γούστα του.     

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟΕΚΤΟ –Run Forrest cat, run!-

Ο Λούτσιο άρχισε να νιώθει αιχμάλωτος στο σπίτι της Μαφάλντα, κι αυτό δεν του άρεσε καθόλου. Ακόμη και τα προνόμια του καλού και μπόλικου φαγητού και της ραστώνης είχε πάψει να τα απολαμβάνει. Ήθελε να βγει έξω, να συναντήσει τους φίλους του, να τραγουδήσει μαζί τους σκαρφαλωμένος σε ένα κλαδί δέντρου. Ήθελε να τρέξει, και κυρίως ήθελε να προλάβει να αποχαιρετήσει τα τζιτζίκια πριν από το τελευταίο τους τερέτισμα. Αλλά όλα αυτά τα παραπάνω όσο και να της νιαούριζε δε φαινόταν να τα καταλαβαίνει η Μαφάλντα. Κάθε φορά που προσπαθούσε να της ανοίξει συζήτηση, εκείνη απλά του γέμιζε ένα μπολάκι με φαγητό και επέστρεφε στο πιάνο και στα σχέδια της. Ο Λούτσιο απηυδισμένος είχε αποφασίσει να κάνει απεργία, άλλωστε πλέον δεν τον ευχαριστούσε να τραγουδάει όταν η Μαφάλντα έπαιζε στο πιάνο, αλλά εκείνη δε φαινόταν να το έχει αντιληφθεί. Είχε ένα σωρό χαρτιά και παρτιτούρες μπροστά της και όλο κάτι σημείωνε. Είχε πάψει να πηγαίνει στο κρεβάτι να κοιμηθεί μαζί της και βολευόταν σε διάφορα έπιπλα στο καθιστικό που ήταν και ο χώρος διδασκαλίας. Να δεις που αν το έσκαγε δε θα τον έπαιρνε είδηση. Σκέφτηκε ένα βράδυ και κατέληξε ότι αν ήθελε να πάψει να είναι αιχμάλωτος, έπρεπε να το σκάσει. Το θέμα ήταν, ότι έτσι όπως ήταν αποκλεισμένος στο σπίτι της Μαφάλντα δεν είχε πάρει είδηση ότι ήταν επικηρυγμένος, κι ότι πολλοί γάτοι είχαν βγει προς αναζήτησή του.

Ο Φράνκο πηγαινοερχόταν πέρα δώθε στην αλάνα. «Δεν μπορεί να είχε ανοίξει η γη και να τον είχε καταπιεί», συλλογιζόταν. «Να δεις που κάποιος τον είχε προειδοποιήσει». Καθόταν λίγο και σηκωνόταν ξανά αμέσως μην μπορώντας να σταθεί πουθενά «Θα φαίνομαι εντελώς ανίκανος στον Μακιαβέλι, να πάρει η ευχή. Βέβαια όσο δεν τον βρίσκει κανείς, δεν φαίνεται κανείς ικανότερος».

«Να τραγουδάει άραγε αλήθεια αυτός ο μαύρος γάτος;» ρώτησε δυνατά ο Τζίντζερ μυρίζοντας ένα χαμομηλάκι. «Αχ, αν τον έβρισκα θα του ζητούσα να κάνει καντάδα σε μια λευκή ψιψίνα με καταπράσινα μάτια».

«Μπορούσες απλά να τον υποχρεώσεις», σχολίασε ο Ρομπέρτο. «Μην ξεχνάς ποιος είσαι».

«Ναι, πράγματι... αλλά είναι ζόρικος γάτος, όπως και να το δεις. Οπότε θα προτιμούσα να τον πάρω με το καλό και να μου κάνει τη χάρη».

«Πόσο χαμηλά πέφτουν ορισμένοι γάτοι για τον ποδόγυρο», σχολίασε ο Ρομπέρτο ξεφυσώντας.

«Τι να τον θέλει ο Μακιαβέλι αυτόν τον μαύρο τενόρο;» αναρωτήθηκε ο Φράνκο.

«Μάλλον θα θέλει να κάνει καντάδα», σχολίασε ο Τζίντζερ αναστενάζοντας.

«Μπορεί να θέλει να στήσει κανένα γλέντι», παρατήρησε ο Ρομπέρτο.

«Να τον θέλει για κονσέρτο;»

«Αρχηγός είναι, δε μας πέφτει λόγος τι τον θέλει», παρατήρησε ο Ρομπέρτο. «Εμείς απλά πρέπει να τον βρούμε και να του τον πάμε».

«Σηκωθείτε πάμε ξανά στον ψηλό πλάτανο».

Ο Μαέστρο από την πλευρά του ανησυχούσε κι εκείνος, καθώς και οι υπόλοιποι αηδονοδιδάσκαλοι του Λούτσιο. Από τη μία εκείνος είχε μέρες να φανεί και από την άλλη η γειτονιά είχε γεμίσει με ύποπτες γατόφατσες που κάτι αναζητούσαν. Κάτι του έλεγε ότι ο μαθητής του είτε είχε πέσει είτε θα έπεφτε θύμα απαγωγής. Από ποιον όμως, τι μπορεί να γύρευαν από έναν απλό μαύρο γάτο; Μπορεί το ταλέντο του την ίδια ώρα να είχε γίνει η κατάρα του, τραβώντας την προσοχή επάνω του; Αν ίσχυε αυτό ο μαέστρο ήταν ο μόνος υπεύθυνος, αφού εκείνος είχε επιμείνει να το καλλιεργήσει, και ο λόγος του δεν ήταν αλτρουιστικός, ήθελε να προστατέψει τα αηδόνια του γεροπλάτανου, καθώς και τα υπόλοιπα πλάσματα.

«Να 'τοι πάλι» είπε, βλέποντας γάτους να μαζεύονται και να ελέγχουν τον χώρο.

Ο Λούτσιο ήταν έτοιμος για την μεγάλη έξοδο. Είχε πάρει θέση δίπλα στην πόρτα περιμένοντας να χτυπήσει το κουδούνι, μόλις άνοιγε η πόρτα εκείνος θα έτρεχε να βγει έξω. Με την αφηρημάδα της η Μαφάλντα πολύ αμφέβαλε αν θα το αντιλαμβανόταν. Θα έβγαινε έξω και έπειτα μην τον είδατε τον Παναγή. Για μια στιγμή έμεινε διστακτικός να αναρωτιέται ποιος μπορεί να είναι ο Παναγής, αλλά στον ήχο του κουδουνιού οι αισθήσεις του επανήλθαν σε εγρήγορση και κάθε άλλη σκέψη εξαφανίστηκε, όπως θα έκανε και ο ίδιος αν κατάφερνε να ξεφύγει. Άκουσε τα βήματα της Μαφάλντα να πλησιάζουν, η πόρτα άνοιξε και ο Λούτσιο μπερδεύτηκε στα ανθρώπινα πόδια.

«Να 'τος», κελάηδησε κάποιος από το δέντρο, βλέποντας τον Λούτσιο να βγαίνει από ένα σπίτι. Η καρδιά του σκίρτησε από ανησυχία.

«Να 'τος» νιαούρισε ένας γάτος, βλέποντας τον Λούτσιο να κάνει την εμφάνισή του και τρέχοντας να πλησιάζει στον πλάτανο.

«Μην κουνηθεί κανείς», διέταξε ο Φράνκο. «Περιμένετε. Όταν έρθει η ώρα θα σας πω εγώ».

Ο Λούτσιο έφτασε κάτω από το δέντρο, η καρδιά του βροντούσε μέσα στο στήθος του χαρούμενη που θα συναντούσε ξανά τα αηδόνια και θα ήταν ελεύθερος πια.

«Φίλοι μου, νιαούρισε. Επιτέλους!»

«Λούτσιο φύγε, στην έχουνε στημένη».

«Ποιος;» ρώτησε μπερδεμένος, κοιτώντας προς το σπίτι της Μαφάλντα. Τότε πρόσεξε από διάφορες γωνιές γάτους να κάνουν την εμφάνισή τους και να τον πλησιάζουν.

«Run Forrest cat, run!» του φώναξε ένα αηδόνι σινεφίλ και ο Λούτσιο ξεκίνησε να τρέχει, ενώ αηδόνια και τζιτζίκια πέταξαν από πάνω του, συντεταγμένα προς τους άλλους γάτους και τους επιτίθονταν ραμφίζοντάς τους, δίνοντας τον χρόνο στον Λούτσιο να ξεφύγει.   

17. Η Αυλαία πέφτει - Επίλογος

Ο Λούτσιο έτρεχε κι έτρεχε με τα μάτια βουρκωμένα. Ήξερε ότι δεν μπορούσε να επιστρέψει στον τόπο και στους φίλους του ποτέ ξανά. Θα ήταν επικίνδυνο για εκείνον. Έτρεχε και μαζί με τα πόδια έτρεχε και το μυαλό του μην ξέροντας που και πότε θα έπρεπε να σταματήσει. Ό,τι όμορφα είχε ζήσει με τα αηδόνια, τα τζιτζίκια και τα σκιουράκια πάνω στο δέντρο έπαιζαν στις οθόνες του μυαλού του. Λίγους μήνες πριν ήταν μόνος του αλλά τώρα ανήκε σε μια κοινότητα. Ακόμα κι αν αναγκαζόταν να τρέξει μακριά τους ήξερε ότι ήταν δικός τους και εκείνοι δικοί του. Θα τους έβλεπε άραγε ποτέ ξανά; Θα ήταν ασφαλείς με τόσους γάτους τριγύρω;

Όταν ένιωσε ασφαλής σταμάτησε να τρέχει. Ο Λούτσιο δε θα έμενε ποτέ σε έναν τόπο, θα γύρναγε όλη την Ιταλία από άκρη σε άκρη. Αν άκουγε κάποιον μουσικό του δρόμου, πήγαινε και τραγουδούσε μαζί του, για λίγο, μετά έφευγε. Είχε πάψει να εμπιστεύεται τους ανθρώπους, μόνο τα πουλιά εμπιστευόταν, όμως δεν τον εμπιστεύονταν εκείνα, ούτε τα τζιτζίκια, ούτε όποιο άλλο ζωάκι μπορούσε να γίνει τροφή του. Και κάποια δεν είχαν άδικο. Αφού ο Λούτσιο χρειαζόταν τροφή, αλλά αηδόνια και τζιτζίκια δεν πείραζε. Δεν ήταν κανίβαλος. Τραγούδησε σε πολλές σκάλες, με μεγάλη επιτυχία, ακόμη και στη Σκάλα του Μιλάνο, απ' έξω. Εκεί, κάποια χρόνια αργότερα θα συναντούσε και τη Μαφάλντα. Όταν την είδε δεν έτρεξε να απομακρυνθεί. Κοιτάχτηκαν στα μάτια, εκείνη χαμογέλασε και τον χαιρέτησε διακριτικά κουνώντας το κεφάλι της, το ίδιο έκανε κι εκείνος, αλλά προτίμησε να κρατήσει αποστάσεις. Ο Λούτσιο απέκτησε φήμη αλλά επειδή δεν τον άκουσαν όλοι στην Ιταλία, βλέπετε στην εποχή του δεν κυκλοφορούσαν τα κινητά και οι κάμερες, μετατράπηκε σε θρύλος. Ένας καλλίφωνος γάτος στο φάσμα της φαντασίας.

Όσον αφορά τους υπόλοιπους ήρωες της ιστορίας μας η Μαφάλντα αν και έχασε τον πρωταγωνιστή της, ο μαύρος γάτος είχε καταφέρει με τον τρόπο του να της ανοίξει τον δρόμο και να επιστρέψει σε αυτό που αγαπούσε, στο τραγούδι και στην όπερα. Δεν τραγούδησε ξανά, σταμάτησε τα μαθήματα και επέστρεψε στο Μιλάνο. Διατηρούσε ακόμα κάποιες γνωριμίες και υπήρχαν άνθρωποι που την εκτιμούσαν. Παρουσιάζοντας την μεταφορά της «Ο παπουτσωμένος γάτος», βρήκε χορηγούς και κατάφερε να το ανεβάσει. Το ρόλο του παπουτσωμένου δεν τον πήρε κάποιος γάτος φυσικά, πόσοι καλλίφωνοι να υπάρχουν ανάμεσά μας, αλλά ένας νάνος με εξαιρετικές φωνητικές ικανότητες. Η όπερα έκανε επιτυχία και η Μαφάλντα συνέχισε να μεταφέρει έργα στην όπερα που δε θα πήγαινε ο νους σας. Και φυσικά όποιος τη ρωτούσε σε ποιον όφειλε τη μεταστροφή και την επάνοδο της στο χώρο του τραγουδιού, έστω και σε άλλο πόστο, εκείνη απαντούσε σε έναν τυχερό μαύρο γάτο που μου άλλαξε τη ζωή, μακάρι να του είχα φερθεί καλύτερα κι εγώ. Βέβαια η Μαφάλντα λανθασμένα θεωρούσε ότι ο γάτος έφυγε επειδή δεν του έδινε σημασία, βυθισμένη στα πελάγη της έμπνευσης.

Τη μέρα που το έσκασε ο Λούτσιο, το είχε καταφέρει χάρη στους ηρωικούς φίλους του. Οι γάτοι, ζαλισμένοι και αιφνιδιασμένοι από τα επιτιθέμενα αηδόνια και τζιτζίκια το έβαλαν στα πόδια. Όταν μετρήθηκαν τα αηδόνια ήταν όλα, δεν έλειπε κανένα, το ίδιο και τα τζιτζίκια, αν και αυτά ήταν κάπως καταπονημένα, αφού το καλοκαίρι έφτανε στο τέλος του. Τα σκιουράκια είχαν παραμείνει πάνω στο δέντρο παρακολουθώντας τους γάτους να το βάζουν στα πόδια , πετώντας κάπου κάπου από ενθουσιασμό κι εκείνα κάποιο κουκουνάρι, και πανηγυρίζοντας όταν οι εχθροί το έσκαγαν.

Όσο για το Φράνκο δεν κατάφερε να γίνει ποτέ capo di tutti capi, αλλά προς μεγάλη του απογοήτευση έγινε ο Ρομπέρτο στη θέση του. Μην αντέχοντας ούτε την προδοσία ούτε την εξέλιξη αυτή, έφυγε από την περιοχή και πήγε να ζήσει μακριά. Ο Τζίντζερ έκανε τα γλυκά μάτια στην πρασινομάτα ψιψίνα και κατάφερε να κάνει μαζί της πολλά λευκά γατάκια με παρδαλή ουρά.

Τώρα αν αναρωτιέστε αν βρέθηκε άλλος καλλίφωνος γάτος ένα θα σας πω. Ο Λούτσιο όπου κι αν πήγαινε έκλεβε καρδιές. Ήταν όμορφος, γοητευτικός, έξυπνος και είχε και ένα σπάνιο αν όχι ανύπαρκτο ταλέντο για γάτα. Στο πέρασμά του σίγουρα άφησε αρκετούς απογόνους, άλλωστε είμαι κι εγώ μία από αυτούς, αν και αρκετά μακρινή, σύμφωνα με όσα μου έχει πει η γιαγιά μου τουλάχιστον. Αλλά και να είχε κάποιος απόγονος την όμορφη φωνή του θα έπρεπε να δουλέψει και να την καλλιεργήσει. Κανένα ταλέντο δεν ανθίζει από μόνο του. Αλλά ποια άλλη γάτα θα μπορούσε να έχει αηδόνια για δασκάλους;

Δημιουργήστε δωρεάν ιστοσελίδα! Αυτή η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε με τη Webnode. Δημιουργήστε τη δική σας δωρεάν σήμερα! Ξεκινήστε