
Το μαύρο γατάκι του κ. Κώστα
Το Μαύρο Γατάκι του κ. Κώστα
Σε μια δυνατή φιλία δεν παίζει ρόλο ούτε η ηλικία ούτε το είδος!

Κεφάλαιο Πρώτο
Στη μνήμη του κ. Κώστα και στο μαύρο του γατάκι
Ήταν πολύ τρυφερό αυτό το μαύρο γατάκι, πώς να μην του έχει αδυναμία από όλα τα αδέλφια του. Η μάνα τους τα είχε γεννήσει κάτω από το κλήμα, στον κήπο δίπλα στο σπίτι του. Τα υπόλοιπα ήταν ασπρόμαυρα, μα αυτό ήταν κατάμαυρο. Ξεχώριζε και στο χρώμα και στη συμπεριφορά, αν και ο κ. Κώστας ήταν βέβαιος ότι και ολότελα μαύρο να μην ήταν θα το ξεχώριζε από τα αδελφάκια του. Είχε μια τσαχπινιά. Όταν ακόμα ήταν νεογέννητα ο κ. Κώστας πήγε και κάθισε ανακούρκουδα, αν και με μεγάλο κόπο. Τα χρόνια και τα κόκκαλά του δεν του επέτρεπαν τέτοια κόλπα και μάλιστα για πολλή ώρα, τα παρακολουθούσε που λαίμαργα έπιναν γάλα από την ταλαιπωρημένη μητέρα τους. Δεν είναι και λίγο να έχεις έξι μικρά να κρέμονται από κάθε θηλή σου και να σε στραγγίζουν από κάθε δύναμη που σου έχει απομείνει έπειτα από τη γέννα, και χωρίς τη βοήθεια γιατρού ή μαίας. Μόλις είδε ένα κατάμαυρο ανάμεσα σε λευκά με μαύρα μπαλώματα, ο κ. Κώστας απόρησε.
«Τι γυρεύεις εσύ εκεί βρε;»
Σαν να κατάλαβε ότι κάποιος του απευθυνόταν, προσπάθησε να ανοίξει τα μάτια του και να κοιτάξει. Όμως όλα του φαινόταν θολά, τα μάτια του ήταν υγρά και δεν μπορούσε να εστιάσει, το μόνο που μπορούσε να διακρίνει ήταν μια ψιλόλιγνη φιγούρα. Ο κ. Κώστας γέλασε σιγά και έκανε να ανασηκωθεί κρατώντας τη μέση του. «Άντε, φάτε με την ησυχία σας, πάω κι εγώ μέσα να γευματίσω» είπε και κουνώντας το χέρι του, κατευθύνθηκε προς τον κάτω όροφο του σπιτιού του.
Ο κ. Κώστας τους κρύους μήνες, έμενε στην Αθήνα, κοντά στην οικογένειά του. Όσο ήταν μικρά τα εγγόνια του εκείνος ήταν που ξαλάφρωνε τα παιδιά του και πηγαινοέφερνε τα πιτσιρίκια στο σχολείο και τις άλλες δραστηριότητές τους. Αφού ολοκληρωνόταν το σχολικό πρόγραμμα των μικρών, επέστρεφε στο διαμέρισμά του που περνούσε την ώρα του χαζεύοντας τηλεόραση. Χήρος πλέον δεν άκουγε στο σπίτι του ανθρώπινη κουβέντα, παρά μόνο αν του χτύπαγε το κουδούνι κανένας γείτονας για να τον ενημερώσει για κάποια ανάγκη της πολυκατοικίας. Το βράδυ πάσχιζε να κοιμηθεί, δεν ήξερε για ποιο λόγο δεν του κόλλαγε ύπνος. Ίσως η απουσία της συγχωρεμένης της γυναίκας του να τον κρατούσε ξάγρυπνο, ίσως οι έγνοιες των παιδιών.
Μόλις όμως άνοιγε ο καιρός, ποιος τον έπιανε τον κ. Κώστα. Φόρτωνε το σαραβαλάκι του και επέστρεφε στα πάτρια εδάφη. Στο χωριό που μεγάλωσε και ήταν το πατρικό του σπίτι. Δίπλα έμεναν κι ο αδελφός με τη νύφη του. Και παρέα είχε, όμως όχι μόνος εκείνους, αλλά και ολόκληρο το χωρίο. Ο κ. Κώστας είχε το πρόγραμμά του, σηκωνόταν το πρωί και αν δεν είχε καμιά δουλειά στη χώρα, ψώνια, να πληρώσει λογαριασμούς ή να αγοράσει τίποτε υλικά για να μαστορέψει το σπίτι κατέβαινε στην πλατεία που ήταν οι καφενέδες – μπακάλικα του χωριού- να πιει το καφεδάκι του και να πει καμιά κουβέντα με τους συγχωριανούς του.
Του άρεσε η ρουτίνα του, άλλωστε ήταν πλέον σε ηλικία που είχε αφήσει πίσω τις μεγάλες συγκινήσεις. Ένας πρωινός γλυκύ βραστός και ένας απογευματινός ήταν αυτό που ποθούσε η καρδούλα του. Στο σπίτι καταπιανόταν με καμιά δουλειά, λίγο μαγείρεμα, αν και προτιμούσε να τρώει έξω, δεν τα πήγαινε και πολύ καλά με την κουζίνα, κάπου κάπου σάρωνε, άντε και κάνα πιάτο πλύσιμο στο χέρι ή κανένα πλυντήριο ρούχων και λίγο σιδέρωμα. Α όλα κι όλα, ο κ. Κώστας ήθελε να είναι στην πένα εφόσον κατέβαινε κάθε μέρα στην πλατεία, ούτε λερωμένο πουκάμισο θα φορούσε ούτε να μην είναι στην τσάκιση το παντελόνι του. Οι άνθρωποι αναζητούν να σου βρουν κουσούρι για να έχουν μετά να λένε, και να κρύβουν τη δική τους την καμπούρα. Και στα χωριά που όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους το κουτσομπολιό είναι χειρότερο. Το ότι είχε πεθάνει η γυναίκα του δεν σήμαινε ότι θα παρατούσε τον εαυτό του. Μπορεί με τις δουλειές του σπιτιού να μην τα πήγαινε τέλεια, αλλά να φροντίσει τον εαυτό του και την προσωπική του υγιεινή ήταν ικανότατος.
Τα μεσημέρια που μαζευόταν στο σπίτι του, δεν ξεχνούσε ποτέ να ταΐσει τη γάτα του, ειδικά τώρα που ήταν λεχώνα. Εκείνη κάποιες φορές άφηνε τα μικρά της και πήγαινε και καθόταν στο πλάι της καρέκλας του. Ζητούσε και εκείνη το μερίδιο από τα χάδια και την αγάπη. Σιγά σιγά άρχισαν και τα μικρά να ξεπετάγονται και να γεμίζει η αυλή του με παιχνίδια και νιαουριτά. Αν και κάποια βράδια σηκωνόταν από άγριους γατίσιους βρυχηθμούς, αφού δεν έλειπαν οι αρσενικοί που έρχονταν να σκοτώσουν τα μικρά. Όμως μόλις ο κ. Κώστας άναβε το φως της αυλής και άνοιγε την πόρτα, οι επίδοξοι γατοαλήτες εξαφανίζονταν. Έμενε και εκείνος για λίγο έξω, να είναι βέβαιος ότι δε θα υπάρξει νέα επιδρομή και έπειτα επέστρεφε αφήνοντας ανοιχτό το φως.
Τα γατάκια δεν τολμούσαν να πλησιάσουν πολύ τον κ. Κώστα, ίσως να τους προκαλούσε και εντύπωση που η μαμά τους καθόταν στο πλάι του και δεχόταν τα χάδια του. Εκείνος κάπου είχε διαβάσει ότι δεν πρέπει να αγγίζουμε τα νεογέννητα για να μπορεί η μαμά τους να αναγνωρίζει τη μυρωδιά τους. Επίσης επειδή η γατούλα του ήταν κι εκείνη μικρούλα, μόλις ενός έτους και μέχρι τότε την είχε στα ώπα ώπα, δεν ήθελε να την κάνει να ζηλέψει δείχνοντας την προτίμηση του στα μικρά χαριτωμένα γατάκια της. Άλλωστε η γλυκούλα ήταν η αδυναμία του.
Μέρα τη μέρα, εβδομάδα την εβδομάδα τα μικρά ξεπεταγόταν. Η αυλή του κ. Κώστα που περίμενε τον Αύγουστο να γεμίσει με παιδικές φωνές και γέλια, είχε γεμίσει με ζωή και τετράποδα παιχνίδια. Τα μικρά άρχισαν δειλά να κάνουν πιο μεγάλες βόλτες και να φεύγουν από την αυλή, εξερευνώντας το χωριό. «Πού πηγαίνετε βρε;» τα μάλωνε δήθεν ο κ. Κώστας «που θα βρείτε καλύτερα από εδώ; Αχ Γλυκούλα τα μικρά σου βγήκαν μπερμπάντηδες» σχολίαζε στη Γλυκούλα που τριβόταν στα πόδια του για φαγητό και χάδια.
Ένα βράδυ που επέστρεφε από το καφενείο σπίτι του, για να τσιμπήσει κάτι και να αναπαυθεί, βρήκε το μαύρο γατάκι στο ίσιωμα, πριν πάρει το ανηφορικό δρομάκι για το πορτόνι του. Σταμάτησε για λίγο και φέρνοντας τα χέρια στη μέση το κοίταξε.
«Για δες πως μεγάλωσες!» το μαύρο γατάκι τον κοίταζε. «Σάμπως κι εγώ δε μεγάλωσα» σχολίασε «σαν χθες μου φαίνεται που έτρεχα στα σοκάκια του χωριού μαζί με τα αδέρφια μου και τα υπόλοιπα παιδιά. Τώρα για να ανέβω από την πλατεία, χρειάζομαι τον τριπλό χρόνο από ότι χρειαζόμουν κάποτε. Θα μου πεις γιατί δεν παίρνεις το αυτοκίνητο, όλοι οι χωριάτες αυτό κάνουν. Παίρνουν το αυτοκίνητο για να κατέβουν στην πλατεία, άραγε το κάνουν επειδή το χρειάζονται ή για να μοστράρουν στους άλλους ότι έχουν αμάξι; Κάτι μου λέει ότι το κάνουν για το δεύτερο. Το περπάτημα κάνει καλό, κι ας είναι κουραστικό στην ηλικία μας. Και έπειτα έχει γεμίσει η πλατεία αυτοκίνητα, τα παιδιά δεν μπορούν να παίξουν παρά μόνο στην αυλή του σχολείου και για να παρκάρεις και να ξεπαρκάρεις βρίσκεις το διάβολό σου. Ε λοιπόν και τον τετραπλάσιο χρόνο να μου παίρνει με τα πόδια θα παλεύω να ανεβοκατεβαίνω το δρόμο. Άλλωστε λίγη γυμναστική δεν έβλαψε κανέναν» μονολογούσε προχωρώντας με το μαύρο γατάκι στο κατόπι του. Ο κ. Κώστας μπήκε στην αυλή του, και έκλεισε το πορτόνι, το γατάκι έδωσε ένα σάλτο και πέρασε μέσα από το κάγκελο.
«Ω συγγνώμη φίλε μου» δεν πρόσεξα ότι με ακολουθούσες «αλλιώς δε θα σου έκλεινα το πορτόνι στα μούτρα». Το μικρό νιαούρισε και ο κ. Κώστας μπήκε στο σπίτι, έπλυνε τα χέρια και έβαλε τροφή στο πιατάκι της γάτας. «Το παιχνίδι θα σε έχει πεινάσει μαυράκι μου, φάε και ξεκουράσου. Το ίδιο θα κάνω κι εγώ».
Από εκείνο το βράδυ, το μαυράκι περίμενε τον κ. Κώστα να γυρίσει από το καφενείο και να επιστρέψουν μαζί στο σπίτι. Θέλοντας και μη ο άντρας άρχισε να ξεχωρίζει το μαυράκι και να του έχει αδυναμία. Δεν ξεχνούσε βέβαια ποτέ τη Γλυκούλα. Τα εγγόνια του που κατάλαβαν την αδυναμία του παππού τους τον πείραζαν.
«Μα καλά παππού, τόσα γατάκια έκανε η γάτα σου, εσύ βρήκες να αγαπάς το πιο άσχημο».
«Άσχημα είστε και φαίνεστε», αντιδρούσε ο παππούς «Το Μαυράκι μου είναι πανέμορφο».
«Άσε που ως μαυρόγατο είναι και γρουσούζικο» σιγοντάριζε άλλο από τα εγγόνια του.
«Γρουσούζης είναι όποιος λέει αυτές τις βλακείες. Μια χαρά είναι το γατάκι μου», νευρίαζε στα ψέματα ο κ. Κώστας, που είχε αδυναμία στα εγγόνια.
Το γατάκι καθόταν και καθαριζόταν αδιαφορώντας τι έλεγαν για εκείνο, τα εγγόνια του κ. Κώστα. Άλλωστε κι εκείνα δεν του φέρονταν άσχημα, και χάδια του χάριζαν και λιχουδιές του έδιναν. Τελικά το μαυρογατάκι είχε γίνει η μασκότ του σπιτιού.
Μόλις μπήκε όμως για τα καλά ο χειμώνας ο κ. Κώστας έφυγε για την Αθήνα. Μάζεψε τα πράγματά του, τα έβαλε στο αμάξι του. Κλείδωσε το πορτόνι του κήπου και είπε στις γάτες.
«Ελπίζω να σας δω το καλοκαίρι που θα γυρίσω μαζί με τα χελιδόνια. Και μην ανησυχείτε, έχω αφήσει παραγγελία να σας ταΐζουν όσο θα λείπω».

Κεφάλαιο Δεύτερο
Όπως είχε υποσχεθεί ο κ. Κώστας στις γάτες του, επέστρεψε στο χωριό τους λίγο καιρό μετά την εμφάνιση των χελιδονιών. Στην αυλή του βρήκε μόνο τη Γλυκούλα, που μόλις τον είδε σηκώθηκε και τρίφτηκε στα πόδια του για να τον καλωσορίσει.
«Αχ μόνο εσύ μου έμεινες πιστή καθώς φαίνεται» σχολίασε και έσκυψε να τη χαϊδέψει, πριν συνεχίσει να κουβαλάει στο σπίτι τις αποσκευές του αλλά και τα ψώνια που είχε κάνει στη χώρα. Δεν πρόλαβε να αποσώσει τα λόγια του, όταν μια μαύρη γάτα, κατέβαινε τρέχοντας από την ταράτσα του δεύτερου ορόφου, σχεδόν κουτρουβαλώντας. Φτάνοντας μπλέχτηκε στα πόδιά του.
«Βρε εσύ, είσαι το μαυράκι ! Πώς μεγάλωσες έτσι !» θαύμασε ο κύριος Κώστας και χάιδεψε την γυαλιστερή από την πάστρα γούνα του. «Και τι πανέμορφος γάτος που έγινες!»
Ο κ. Κώστας ένιωσε αγαλλίαση που είχε επιστρέψει στην εξοχή, μακριά από τη βουή της πόλης, αλλά και η υποδοχή από μάνα και γιο τον είχαν κάνει να νιώθει ακόμα πιο ευπρόσδεκτος. Το απόγευμα αφού έκανε ένα μπάνιο, και σιδέρωσε ελαφρά το πουκάμισο και το παντελόνι του κατέβηκε στο καφενείο να συναντήσει τον φίλο του το Μήτσο, αλλά και τους άλλους συγχωριανούς.
Επιστρέφοντας το βράδυ σπίτι του, βρήκε τον μαύρο γάτο να τον περιμένει.
«Ώστε ακολουθούμε και φέτος την περσινή παράδοση» σχολίασε ο κ. Κώστας μειδιώντας και συνέχισε τον δρόμο του μέχρι το σπίτι, μιλώντας στον γάτο του. Θα με περνάνε για τρελό, που πιάνω συζήτηση με έναν γάτο, σκέφτηκε και του φάνηκε αστείο. «Μακάρι να είχατε τη μισή καλοσύνη από την ψυχή που έχει αυτός ο γάτος».
Κάπως έτσι κύλησαν οι καλοκαιρινοί μήνες, με τον κ. Κώστα να ανεβοκατεβαίνει στο καφενείο και να επιστρέφει με τον μαύρο γάτο του στο σπίτι. Ο Οκτώβρης είχε μπει, αλλά ο κ. Κώστας έλεγε να μείνει πίσω στο χωριό, δε χρειαζόταν να βιαστεί να επιστρέψει στην πρωτεύουσα. Μόνο που μπαίνοντας ο Οκτώβρης φαινόταν ανήσυχος, λες και κάτι τον απασχολούσε. Συναντούσε τον γάτο, αλλά δεν του έλεγε πολλά μέχρι να φτάσει στο πορτόνι. Μόνο ένα «Άντε παλιόφιλε πάμε στο τσαρδάκι μας» ή κάτι παρόμοιο και έπειτα συνέχιζαν τον δρόμο τους σιωπηλοί. Κάποιες φορές το μαυράκι είχε ακούσει τον κ. Κώστα ενώ βρισκόταν μέσα στο σπίτι να αναστενάζει. Δεν ήξερε τι μπορεί να συνέβαινε σε αυτόν τον καλό άνθρωπο, αλλά φαινόταν να έχει σκοτούρες. Κάθε φορά που άνοιγε η πόρτα εκείνο έτρεχε στα πόδια του. Ο κ. Κώστας χαμογελούσε και του έδινε κάτι να φάει, όμως εκτός από το φαγητό το μαυράκι λαχταρούσε τα χάδια.
Το προηγούμενο βράδυ είχαν επιστρέψει μαζί από τον δρόμο, αλλά ακόμη ο κ. Κώστας δεν είχε φανεί στην αυλή τους. Μήπως είχε βγει το πρωί και είχε φύγει; Αναρωτήθηκε το μαυράκι. Μπα αποκλείεται, ο κ. Κώστας θα χαιρετούσε πριν φύγει για πολύ καιρό. Κάπου θα πετάχτηκε και το ίδιο ή θα κοιμόταν ή θα έλειπε. Το βράδυ θα πήγαινε να τον περιμένει στο ορισμένο σημείο του ραντεβού τους. Μόλις σκοτείνιασε, το γατάκι πήρε θέση και περίμενε. Η ώρα όμως περνούσε κι εκείνος δε φαινόταν. Κοίταγε δεξιά κι αριστερά όμως ο κ. Κώστας πουθενά. Άρχισε να πηγαινοέρχεται, μα και πάλι δεν τον έβλεπε να έρχεται. Τελικά κι αφού είχαν περάσει ώρες επέστρεψε στην αυλή. Ίσως είχε γυρίσει από άλλον δρόμο. Πήγε και ξάπλωσε στο σκαλί, το πρωί μόλις άνοιγε η πόρτα εκείνο θα ξυπνούσε. Όμως η πόρτα δεν άνοιξε ούτε το επόμενο πρωί. Και πάλι το βράδυ ο κ. Κώστας δεν εμφανίστηκε στο καθιερωμένο ραντεβού τους.
Την τρίτη μέρα της απουσίας του κ. Κώστα, η αυλή γέμισε κόσμο. Αναζητούσε στα πρόσωπα το μαυράκι τον φίλο του, όμως δεν ήταν κανένας από αυτούς τους ανθρώπους που πρώτη φορά τους έβλεπε στην αυλή τους. Γενικά υπήρχε μεγάλη αναμπουμπούλα και μάλιστα κάποιοι παραμέριζαν το γατάκι με το πόδι τους να κάνει στην άκρη. Το κεφάλι του γέμισε με ερωτηματικά , μα απάντηση καμία δεν έβρισκε. «Ποιοι ήταν όλοι αυτοί; Τι ζητούσαν; Πού βρισκόταν ο κ. Κώστας;» Όμως όλη αυτή η κίνηση στην αυλή τους, αναπτέρωσε με ελπίδες στην ψυχή του. Το βράδυ πήγε και περίμενε πάλι τον κ. Κώστα στο σημείο τους, αλλά εκείνος και πάλι δεν ήρθε.
Ο αδελφός του κ. Κώστα που είχε αναλάβει να ταΐζει τα γατάκια την περασμένη χρονιά, συνέχιζε να βάζει τροφή και φρέσκο νερό στις γατούλες. Όμως κι εκείνος φαινόταν λυπημένος. Μάλλον θα τον αναζητάει κι αυτός. Κατέληξε στο συμπέρασμα ο μαυρούλης που πεισματικά εξακολουθούσε να πηγαίνει κάθε βράδυ να περιμένει τον κ. Κώστα όπως έκανε όλον αυτό τον καιρό. Απορημένο και λυπημένο άρχισε να νιαουρίζει παραπονεμένα. Μήπως απλά ήταν θυμωμένος και δεν ήθελε να βγει από το σπίτι. Στο τέλος συμπέρανε ότι ο κ. Κώστας μάλλον είχε φύγει και θα επέστρεφε με τα χελιδόνια. Αυτό του έδωσε μια παρηγοριά, αν και δεν ήταν βέβαιο ότι ήταν όλη η αλήθεια. Το στενοχωρούσε που είχε φύγει χωρίς να τον χαιρετήσει.
Ο χειμώνας πέρασε και η άνοιξη είχε μπει. Όπου να 'ναι θα επιστρέψει ο κ. Κώστας, σκεφτόταν ο μαυρούλης και η καρδιά του γέμιζε ευδαιμονία που θα έβλεπε τον φίλο του. Άραγε θα του φανεί πως μεγάλωσα κι άλλο; Αναρωτιόταν και θυμόταν τι του είχε πει την περασμένη άνοιξη εφόσον επέστρεψε.
Ο Μαυρούλης ήταν ένας γάτος που λάτρευε το κυνήγι. Συχνά ανέβαινε στον λόγκο πάνω από το σπίτι τους και έπιανε από κοτσύφια και σπουργίτια μέχρι ποντίκια του αγρού και φίδια. Όμως ποιος λέει όχι, σε ένα λαχταριστό κομμάτι κρέας, που θα βρει στο διάβα του. Έπεσε κι εκείνος με τα μούτρα στο φαγητό. Όμως αυτό το κρέας είχε παράξενη γεύση, αλλά δεν έδωσε πολλή σημασία, του έφτανε που βρήκε εκείνο το ζουμερό κομμάτι κρέας έτοιμο προς βρώση. Αφού είχε φάει αρκετά κι ένιωθε ότι είχε χορτάσει, έκανε να απομακρυνθεί από το κρέας, ας το έτρωγε κάποιος άλλος το υπόλοιπο. Όμως ένιωσε τον κόσμο να γυρίζει και έχασε την ισορροπία του, πέφτοντας κάτω και ξαπλώνοντας στο πλευρό. Αν τώρα ερχόταν ένα αμάξι δε θα μπορούσε να κουνηθεί και να πάει στην άκρη, όσο και να ήθελε. Τουλάχιστον αν ερχόταν ο κ. Κώστας θα τον συμμάζευε εκείνος. Έκλεισε τα μάτια του μήπως καταφέρει να κάνει τον κόσμο να σταματήσει να γυρίζει.
«Έι, τι κάνεις εσύ εδώ Μαυρούλη μου;» άκουσε μια γνώριμη φωνή. Ο Μαυρούλης άνοιξε τα μάτια του, αλλά το φως τον θάμπωνε μην επιτρέποντάς του να δει καθαρά, αφού κατάφερε να συνηθίσει κάπως αναγνώρισε τον κ. Κώστα. Καθόταν ανακούρκουδα, όπως την πρώτη φορά που είχε σταθεί πάνω από τα κεφάλια των νεογέννητων που έπιναν γαλατάκι από τη μαμά τους. Ο Μαυρούλης νιαούρισε αδύναμα. Ο κ. Κώστας κοίταξε γύρω του και το βλέμμα του έπεσε στο μισοφαγωμένο κρέας. «Ωχ χαζούλη μου» του είπε τρυφερά «μη μου πεις ότι έφαγες από αυτό το κρέας. Δεν ήταν για εσένα, μα για τις αλεπούδες». Ο Μαυρούλης ένιωσε το χέρι του κ. Κώστα πάνω στη γούνα του και ήταν λες και του πήρε τον πόνο. «Κρίμα, τώρα δεν μπορεί να γίνει τίποτα πλέον. Έλα σήκω, θα έρθεις μαζί μου» με το που άκουσε αυτά τα λόγια ο Μαυρούλης πετάχτηκε όρθιος και στάθηκε στα τέσσερα πόδια του, σαν να μην υπήρχε κανένας πόνος στον κόσμο που θα μπορούσε να τον εμποδίσει να πάει στον κ. Κώστα. Αφού τρίφτηκε στα πόδια του, γουργούρισε ευχαριστημένος όταν άκουσε το γάργαρο γέλιου του αγαπημένου του φίλου. Οι δυο τους, ο λευκός άντρας και ο μαύρος γάτος προχώρησαν μαζί σε έναν κόσμο όλο φως, που πόνος και έγνοιες δεν υπάρχουν.